"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Ξέμπαρκοι

 
 Όσοι δεν ξέρουν ας μάθουν.
 
 
υπομονή λιγάκι να φορτώσουν τα βίντεο
 
 
 
 
Τον Οκτώβριο του 1986 οι Ξέμπαρκοι εκδίδουν την – αξεπέραστη μέχρι σήμερα – δική τους μουσική δοκιμή πάνω στον Νίκο Καββαδία. Ο δίσκος «S/S Ionion 1934» (Minos-EMI) μπορεί να μη γνώρισε την εμπορική επιτυχία άλλων προσεγγίσεων στον Καββαδία, αλλά η καλλιτεχνική του αξία παραμένει αντιστρόφως ανάλογη των πωλήσεων και της αποδοχής του. Οι λιτές, σχεδόν υπαινικτικές ενορχηστρώσεις, οι τραχιές φωνές των Ηλία Αριώτη και Νότη Χασάπη, και οι απόλυτα συμβατές με τον λόγο του Καββαδία μελωδίες θέτουν τον δίσκο αυτό στη μουσική πρωτοπορία της δεκαετίας του ’80.

Η τελείως υποκειμενική μας επιλογή για το κορυφαίο τραγούδι του δίσκου είναι το Yara Yara, με μια εκρηκτική συνάντηση πιάνου και φλάουτου.


Yara Yara

Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει –μην το πεις αλλού- σα γάτα η λαμαρίνα
και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το ντύμα πάρε του φιδιού και δος μου ένα μαντίλι.
Εγώ, - και σ’ έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πηρ’ από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ’ το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
έβενος, - γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Στον δίσκο δεν υπάρχει όμως μόνο η νευρικότητα και η κίνηση των λιμανιών και των εφήμερων ερώτων. Μια άλλη, βαθιά μελαγχολική ατμόσφαιρα αναδύεται από πολλά τραγούδια, αντικατοπτρίζοντας τους μικρούς θανάτους των αναχωρήσεων. Αυτά τα δύο παράλληλα σύμπαντα δεν είναι μια απλή εφεύρεση των Ξέμπαρκων· θα τολμούσαμε να πούμε ότι συνιστούν ακριβή μεταφορά και έκφραση του ποιητικού νοήματος του Καββαδία με μουσικά μέσα. Εκεί έγκειται και η ιδιαίτερη επιτυχία του δίσκου: η αποφυγή της μουσικής μανιέρας και ο ταυτόχρονος σεβασμός του ποιητικού περιεχομένου. Και εάν το «Yara Yara» βρίσκεται στο άκρο του δυναμισμού και της συνεχούς ροής και εναλλαγής, το «Πούσι» προσεγγίζει ίσως στενότερα από κάθε άλλο τραγούδι το άκρο της σιωπής και του θανάτου.

Πούσι

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
- το καραβοφάναρο χαμένο -
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις.

Κάτασπρα φοράς κ’ έχεις βραχεί
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία· θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κ’ ειν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια περ’ απ’ τις Εβρίδες.

Αξίζουν συγχαρητήρια στη Δήμητρα Γαλάνη η οποία ανακάλυψε και ενθάρρυνε τους Ξέμπαρκους, αλλά και εμπλούτισε τον συγκεκριμένο δίσκο με την ερμηνεία της στο τραγούδι «Γράμμα ενός αρρώστου». Δυστυχώς, το συγκρότημα δεν εξέδωσε άλλο έργο μετέπειτα, ενώ ένας ιδιότυπος ‘κοινός νους’ συνέδεσε τον Καββαδία αποκλειστικά με έναν μόνο συνθέτη, τον Θάνο Μικρούτσικο, παραμερίζοντας το «S/S Ionion 1934» από τη συλλογική μνήμη του ελληνικού τραγουδιού. Ίσως το άστρο των Ξέμπαρκων να υπήρξε παράπλευρη απώλεια άλλων φωτεινών άστρων όπως ο…Σταυρός του Νότου. Παρεπιπτόντως, τρία από τα τραγούδια του S/S Ionion 1934 (Καραντί, William George Allum και A bord de l’ «Aspasia») επενδύθηκαν μουσικά και από τον Θάνο Μικρούτσικο ως μέρος της δικής του πασίγνωστης μελοποίησης του Καββαδία. Αυτός είναι ένας παραπάνω λόγος που καθιστά σχεδόν υποχρεωτική την ακρόαση του «S/S Ionion 1934», καθώς διευρύνει τις κατεστημένες αντιλήψεις μας για τα συγκεκριμένα τραγούδια.

Συγκρίσεις και κατηγοριοποιήσεις τύπου «ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» δεν χωράνε στην τέχνη. Παρ’ όλ’ αυτά, η τελείως υποκειμενική μου αίσθηση από την ακρόαση των δύο προσεγγίσεων (Μικρούτσικος, Ξέμπαρκοι) είναι η εξής: Ο Μικρούτσικος κατάφερε και στις δύο απόπειρες μελοποίησης του Καββαδία (Σταυρός του Νότου, Γραμμές των Οριζόντων) να βγάλει «τραγουδιστικά» τραγούδια, κάποια σε ρυθμούς καταιγιστικούς (ποιος δεν έχει ροκάρει με το «Μαχαίρι»;), όλα μελωδικά, με εκλεπτυσμένες ερμηνείες (dream team με Κούτρα, Παπακωνσταντίνου, Νταλάρα, Κατσιμίχα!) και με πολύ προσεγμένες ενορχηστρώσεις. Οι Ξέμπαρκοι κινούνται ρυθμικά σε πολύ πιο χαμηλή ένταση, οι μελωδίες τους δεν είναι όλες ευδιάκριτες, οι ερμηνείες τους είναι μάλλον ακατέργαστες. Και όμως, παρ’ όλ’ αυτά τα επί μέρους χαρακτηριστικά – ή και εξαιτίας αυτών- νομίζω ότι οι κορυφές είναι μοιρασμένες: στη μία, αυτή που γράφει «ολοκληρωμένα και διαχρονικά τραγούδια», κάθεται ο Μικρούτσικος· στην άλλη, αυτή που γράφει «μελοποίηση του Καββαδία» βρίσκονται οι Ξέμπαρκοι. Ο Καββαδίας έχει χαρακτηριστεί ως ο ποιητής της θάλασσας και των καραβιών. Το καράβι του Μικρούτσικου είναι γρήγορο, φρεσκοβαμμένο, φωτισμένο, σημαιοστολισμένο. Το καράβι των Ξέμπαρκων είναι σκοτεινό, μουτζουρωμένο, αργοκίνητο και σάπιο. Το καράβι του Μικρούτσικου θα μπορούσε να είναι το πλοίο της γραμμής σε ένα νησί του Αιγαίου. Το καράβι των Ξέμπαρκων είναι γκαζάδικο και με πάει στη Θεσσαλονίκη, σε ένα μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα.

Θεσσαλονίκη ΙΙ

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου 'γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
-της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι-
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που 'φερνα μου το 'κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο μάδησε και έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
Μπορεί να 'ρθω απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

Όπως και να ’χει, οι προσεγγίσεις του Μικρούτσικου και των Ξέμπαρκων, όπως και άλλες πιο αποσπασματικές ίσως, όπως της Μαρίζας Κωχ και του Γιάννη Σπανού (στο μαγευτικό «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής» με τη φωνάρα του Κώστα Καράλη), πρέπει να ακουστούν συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά. Ο Καββαδίας δεν αποτελεί εργολαβία. Λαμβάνοντας ως μόνο κριτήριο την καλλιτεχνική ουσία του έργου, μπορούμε να συμπεράνουμε με ευκολία ότι η περιθωριοποίηση και η λήθη δεν ταιριάζουν στο S/S Ionion 1934. Καλό είναι λοιπόν να ακούσουμε ξανά αυτό τον δίσκο, με την απόσταση των είκοσι και πλέον χρόνων από την έκδοσή του, αλλά και με την αμεσότητα που μια τυχερή συνάντηση ποιητικού λόγου και μουσικής κατάφερε να γεννήσει.
 
Πηγή mousikaproastia.blogspot.com

1 σχόλιο: