"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Η συντηρητική γεωγραφία της πόλης


Ο Ναυπλιώτης κουράζεται εύκολα. Όχι ακριβώς κουράζεται αλλά θα λέγαμε μπουχτίζει. Βαριέται. Δεν φταίει αυτός. Φταίει το μέρος που ζεί. Αυτό το προκαλεί. Η γεωγραφία όλων των άψυχων πραγμάτων που τον περικυκλώνουν. Τα άψυχα πράγματα είναι με τέτοιο αντιφατικό τρόπο δομημένα γύρω του που πολλαπλασιάζουν τον χρόνο. Για να μη πω ακόμη πιο ακραία, τον σταματούν.
Μέσα σε αυτό το χρονικό σαλιγκάριασμα ή pause αν θέλετε, τα πάντα μεγενθύνονται. Οι βόλτες, οι καφέδες, τα καλοκαίρια, οι χειμώνες, τα στέκια, οι καυγάδες, τα γλέντια, οι ψίθυροι, οι συνήθειες, τα κουτσομπολιά, τα πάντα. Έτσι αυτά τα πάντα, όσα συμβαίνουν ή όσο μπορούν να συμβούν, χορταίνονται γρήγορα και σταματούν απότομα ή βασανιστικά. Αυτό που λέμε βαριεστημένα. Αργότερα όμως γίνονται μέσα στο μυαλό του καθένα θρύλοι, μύθοι, απίστευτες ιστορίες να ζηλεύεις που δεν έζησες ή δεν άκουσες, άλλες ατμόσφαιρες και άλλες εποχές και πολλά παρόμοια. Δεν παύουν όμως να ανήκουν πια στο παρελθόν, πεταμένα σε μια άκρη της ιστορίας και να μη γίνεται να επιστρέψουν ποτέ.
Ποιά είναι όμως αυτή η ύπουλη γεωγραφία που προκαλεί τέτοια φαινόμενα, φουσκώνει τον χρόνο και τον χώρο και καθορίζει το συλλογικό ασυνείδητο των Ναυπλιωτών; Ποιά είναι αυτή η αόρατη γυάλα γύρω μας; Τα δικά μας τείχη;


Καταρχήν είναι το λιμάνι της πόλης. Ακούς λιμάνι και ανοίγει η καρδιά σου. Φαντάζεσαι πλοία, ναυτικούς, τουρίστες, κίνηση, θόρυβο, εμπόρους και φωνές. Αλλά το δικό μας λιμάνι είναι κυρίως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Κοινώς αδρανοποιημένο. Και όποιον άνθρωπο και να ρωτήσεις στο πλανήτη γή για ένα λιμάνι αδρανοποιημένο θα σου απαντήσει ποιητικά και εύστοχα πως αυτό το λιμάνι που λες, μάλλον έχει αφημένους πολλούς ξέμπαρκους και ξεχασμένους που θα περιμένουν μάταια και για χρόνο πολύ κάποιο επόμενο φανταστικό δρομολόγιο.
Επίσης είναι και η θάλασσα. Μεγάλη θάλασσα. Η μισή και βάλλε περίμετρος της πόλης βρέχεται απο θάλασσα. Αφού οι Ναυπλιώτες στις μεγάλες τους επάρσεις καυχιούνται πως ζούνε σε νησί. Σχεδόν σε νησί, το διορθώνουν και καλά αργότερα. Η θάλασσα προσφέρει όμορφους περιπάτους, βολταδούρες, αγνάντεμα και ταξίδεμα του νου. Ιδανική για φευγάτους τύπους όπως οι νησιώτες. Οι Ζακυνθινοί ή οι Κερκυραίοι καλύτερα, που μοιάζουν λίγο και οι πόλεις μας. Η δική μας θάλασσα όμως είναι κλειστή. Όλο βουνά που θα έλεγε κι ο ποιητής. Θέλεις να ξεφύγεις αλλά δεν μπορείς τελείως. Όλο και κάτι αφήνεις. Όλο και κάτι σε τρώει. Και είναι και θάλασσα που όσο να πείς, ένα εμπόδιο, μια περικύκλωση, μια αδυναμία άμεσης φυγής την προσφέρει. Υπάρχει βέβαια ένα ανοιγματάκι για να φύγει ο νούς, στο γύρο της Αρβανιτιάς στο ύψος του Φάρου, ευθεία προς τον ανοιχτό κόλπο αλλά δεν νομίζω οτι αρκεί.
Ακολουθεί η πέτρα. Ο τόπος είναι γεμάτος πέτρα. Υλικό σκληρό, παλιό και πρωτόγονο. Ενίοτε βρεγμένο ή χορταριασμένο. Υλικό δυσκολοταξίδευτο κι ακούνητο. Παρόλα αυτά όμορφο αν και κάτι τέτοιο μας είναι αδιάφορο για αυτό που συζητάμε.
Και κλείνω το μάθημα της γεωγραφίας με τον βασιλιά της πόλης. Το θηρίο. Το ένα και μοναδικό Παλαμήδι. Να έχεις απο τη μία τη κλειστή θάλασσα, να έχεις πάνω σου και μέσα σου ριζωμένη τη χορταριασμένη πέτρα και πίσω ακριβώς απο κάθε σου κίνηση, πίσω απο κάθε σημείο της πόλης, να στέκει και να σε πλακώνει και η βαριά σκιά του κάστρου . Του μεσαιωνικού γίγαντα.
Το Παλαμπούρτζι λοιπόν, γέννημα θρέμμα και αυτό αυτής της ύπουλης και συντηρητικής γεωγραφίας ήταν φυσικό να πληγεί με τη σειρά του απο τα φοβικά συμπτώματά της. Και προκειμένου να μη τα παρατήσει και βαρεθεί, αποφάσισε να τα καταπολεμήσει.
Αποφάσισε απο τούδε και στο εξής να μη λειτουργεί τακτικά, να μην αγκομαχά μέσα στην τοπική μας αφασία να βρεί είδηση άξια σχολιασμού και να περιφέρεται πλέον στο αυτόχθονα κυβερνοχώρο ωσάν τον συγχωρεμένο τον Χρηστάρα τον τρελό. Αιφνιδίως και καταλυτικώς. Και ατενίζοντας με το πάσο του τον θαυμάσιο ναυπλιώτικο ουρανό.
Γιατί δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει σύντροφοι, αλλά απο τότε που χάσαμε τους τρελούς μας, χάνουμε σιγά σιγά και τα μυαλά μας.
Τουλάχιστον θα μου πείς, ξαναβρήκαμε τα φανάρια μας. Μπορούμε και μείς πια να σιχτιρίζουμε σαν τους φιλτάτους Τσιμεντόβλαχους, κρατώντας το κινητό στο ένα χέρι και την φραπεδιά στο άλλο πως μας έπιασε το φανάρι στη Χαριλάου Τρικούπη. Είμαστε και μείς επιτέλους αστοί! Και θα μάθουμε να μουντζώνουμε και να βρίζουμε καλύτερα. Και ίσως, αν είμαστε τυχεροί, να μάθουμε να κάνουμε και αυτή την ανέκφραστη φάτσα του τίποτα που κρύβουν όλοι οι αληθινοί έλληνες πρωτευουσιάνοι.
Κλείνοντας θέλω να στείλω τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς στα παιδιά της αυτόχθονης ιστοσελίδας palamidi.gr για το εξαιρετικό πανναυπλιακάκικο κείμενο τους “Κους Κους απο το Γήπεδο”. Πρόκειται περί δεξιοτεχνικού άρθρου, ενός αληθινού και με κοφτερό μάτι αυτόχθονα γηπεδιστή, που μέσα απο το χιούμορ του βγάζει πραγματική αγάπη για την ομάδα πράγμα που λείπει και πρέπει να ξανάρθει. Εκτός αν ήταν μόνο γεγονός μιας άλλης εποχής ή αφηγούμενος μύθος της πόλης.
Καλό σαββατοκύριακο σε όλους τους αυτόχθονες ιθαγενείς.

4 σχόλια:

  1. Μια διόρθωση μόνο.Το παλαμήδι δεν είναι μεσαιωνικό κάστρο αλλά μεταγενέστερο (αρχές 18ου αιώνα).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ωραίος. δώστου ποιητική-μεταφορική νότα και το στρώσαμε.

      Διαγραφή
    2. επειδή με σκάλωσες όμως το κοίταξα, 1687. πάλι λάθος έχω αλλά αφού είπα μαλακία, ας μάθει και κανας άνθρωπος.

      Διαγραφή
  2. Φίλτατε Παλαμπούρτζη το ICON'S TRAVELLERS
    αυτού του μήνα έχει αφιέρωμα για Ναύπλιο-'Αργος!!
    .. Λέει άκρως κολακευτικά λόγια..

    ΑπάντησηΔιαγραφή