"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Στην ουρά του Σούπερ Μάρκετ

Το περιστατικό συνέβη στο Ναύπλιο και οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι συμπτωματική.

Κυρία μέσης ηλικίας, κλασικός τύπος Ναυπλιώτισσας νοικοκυράς, περιμένει στην μακρουλή ουρά γνωστού σούπερ μάρκετ της περιοχής. Φορώντας τα κατασκοπευτικά γυαλάκια πρεσβυωπίας που της μικραίνουν νυφιτσοειδώς τα μέγεθος των ματιών, στέκεται σιωπηλή και σκανάρει ωσάν ραντάρ της τελευταίας γιαπωνέζικης τεχνολογίας τους πάντες και τα πάντα. Με το βλέμμα της παραδοσιακής κουτσομπόλας που νομίζει πως δεν καταλαβαίνει κανείς τί κάνει αλλά οι πάντες την κόβουνε από χιλιόμετρα μακριά και φυλάνε τα ρούχα τους να μην τους πιάσει το μάτι της, κυριαρχεί στο χώρο. Είναι το επίκεντρο της δράσης. Αν την είχατε γειτόνισσα και έμενε  από πάνω σας, θα αδιαφορούσε πάντοτε για την λασπουριά που φέρνει στο μπαλκόνι σας ποτίζοντας τα υπερπολύτιμα φυτά της. Αν την είχατε από κάτω σας όμως, δεν θα μπορούσατε ούτε να φταρνιστείτε χωρίς να ακούσετε την τσιριχτή και γκρινιάρικη φωνή της. Αν σας πετύχαινε στο δρόμο και ήταν οικογενειακή σας φίλη ή γνωστή θα σας τρέλαινε στις ερωτήσεις "ενδιαφέροντος". Τί κάνεις, πού είσαι, παντρεύτηκες, βρήκες δουλειά, έχεις λεφτά, αγόρασες τίποτα, οι δικοί σου τί κάνουν, βγήκαν στη σύνταξη, πόσα παίρνουν και άλλα παρόμοια. Θα προσπαθούσατε ματαίως να πείτε όσο το δυνατόν λιγότερα και να αποκρύψετε άλλα τόσα αλλά το έμπειρο μάτι της γριάς-Κατίνας έχει πάρει μάστερ στην ψυχολογία και έχει κάνει μεταπτυχιακό στις πολεμικές τακτικές του αιφνιδιασμού.  Οπότε όσο και να προσπαθήσετε, είστε τελείως έκθετοι. Η Ναυπλιώτισσα νοικοκυρά αυτό που θέλει θα το μάθει, θέλετε δεν θέλετε. Έπειτα θα σας κατεβάσει μια έκθεση ιδεών για τα δικά της παιδιά που πάντοτε τα καταφέρνουν τέλεια, θα σας γκρινιάξει για κάποια δήθεν ψιλοπροβλήματα που εσάς θα σας απασχολούσαν το πολύ 30 δεύτερα και θα φύγει ανέμελη και κεφάτη γεμάτη  χρήσιμες πληροφορίες κοινωνικού σχολιασμού που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τη πάρτη σας. 
Από πίσω της στέκεται σε απόσταση βολής νεαρός αυτόχθων ιθαγενής κρατώντας μόνο ένα μιλκομπούκαλο και ξενερωμένος που κανείς από τους μεσήλικες με τα γεμάτα καρότσια που στέκονται μπροστά, δεν κάνει στην άκρη για να εξυπηρετηθεί.
Ο νεαρός είναι προφανώς φοιτητής και μάλιστα φρέσκος. Το πολύ πρώτο, άντε βαριά βαριά δεύτερο έτος. Μόλις που έχει φύγει δηλαδή από τη πόλη μας και ω-του θαύματος βρίσκεται στο στάδιο ξαραχνιάσματος από τον μικροαστικό ιστό που ύπουλα και συστηματικά είχαμε απλώσει όλα αυτά τα χρόνια γύρω του. Το παλικάρι μας έχει ανακαλύψει άλλη γή, άλλα μέρη και κυρίως άλλο κόσμο. Κόσμο εκδηλωτικό κι αυθόρμητο. Ανοιχτό και φιλόξενο. Πολιτισμένο και δραστήριο.Πλέον ο νεαρός αυτόχθων έρχεται στο χωριό μας μόνο για διακοπές και για να δεί γονείς και παλιούς φίλους. Με το μπλαζέ μάτι της μεγάλης φυγής και την σχετική αδιαφορία για τα εδώ τεκταινόμενα, εφόσον νιώθει περαστικός και τουρίστας, για το λίγο διάστημα που μένει εδώ την έχει δεί μέσα στο εφηβικό κεφάλι του  και ναυαγός και έχει αφήσει το μούσι του να απλώνεται κάπως άναρχα στο πρόσωπό του. 
Αυτό το άναρχο μούσι δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να περάσει απαρατήρητο από τα αετίσια μάτια της κυρίας που στέκεται μπροστά του. 


Αφού η νοικοκυρά μας, ονόματι Λίτσα παρεμπιπτόντως, έχει σκανάρει όλον τον μπροστά χώρο της ορατότητάς της, πρόσωπα, πράγματα, ρούχα, πορτοφόλια και υλικά, μέχρι και τα πόμολα του καταστήματος, ο πίσω χώρος παραμένει για αυτήν ακόμα άγνωστος. Με δήθεν διακριτικές και απαλές κινήσεις ξεκινάει να χαζεύει γύρω της ολοένα και πλαγιότερα μέχρι που τελικά κοιτά πίσω της για να σκανάρει βιαστικά και τον πίσω κόσμο της ουράς με μόνο στόχο να σταμπάρει κάτι ενδιαφέρον και ζουμερό προς κοινωνική κριτική. Και τσουπ το βλέμμα της συναντά το μπλαζέ υφάκι του μουσάτου μας φοιτητή.  
Ερώτηση πρώτη. Δεν ζεσταίνεστε νεαρέ με τόση τρίχα; Η ερώτηση είναι παραπλανητική και ψεύτικη. Δεν αποτελεί αληθινή απορία αλλά υποκρύπτει και υπονοεί έναν υπαινιγμό, μια κριτική για το ίδιο το μούσι. Το μούσι και δή το άναρχο, μέσα στη κοινωνική ζωή της πόλης του Ναυπλίου είναι κατά βάθος κατακριτέο. Είναι μια λοξοδρόμηση του κανονικού. Από πού γεννήθηκε τώρα αυτό το κανονικό θα σας γελάσω. Ένεκα που η πόλη  βρίθει από δικηγόρους και δημοσίους υπαλλήλους που όσο να πείς μια άλφα εμφάνιση περιωπής πρέπει να την έχουν και αποτελούν και πρότυπο; Ένεκα που το μούσι έχει συνδεθεί ιστορικά με τον αναρχοκομμουνισμό, τον χιπισμό και άλλα συναφή πράγματα του διαβόλου; Ένεκα που θυμίζει ηλιθιωδώς ζητιάνους, ρακοσυλλέκτες, βρώμικους και ρακένδυτους; Όπερ σημαίνει ανθρώπους χαμηλής οικονομικής και κοινωνικής τάξης; Ένεκα που θυμίζει ακατανόητους θολοκουλτουριαραίους; Σας είπα δεν ξέρω. Θα σας γελάσω. Το σίγουρο είναι πως το μούσι, αυτές οι αγνές τριχούλες του Θεού που μας γεμίζουν το πρόσωπο από τα πρώτα  βήματα της ανθρωπότητας πάνω στο πλανήτη, στο Ναύπλιο χρήζει περαιτέρω εξέτασης. 
Ο νεαρός κοιτώντας βαριεστημένα τη κουτσομπόλα μας κυρία Λίτσα και με ύφος "τί θές τώρα κυρά μου, τράβα να ανακατέψεις το αυγολέμονό σου και παράτα μας ήσυχους", της απαντά:
-Ζεσταίνομαι.
-Και γιατί δεν το κόβεις ρε πουλάκι μου; Εγώ μόνο που σε βλέπω, σκάω!
-Μπορείτε και να μη με δείτε και έτσι να κρατηθείτε δροσερή, απαντά με απόλυτη σοβαρότητα ο πιτσιρικάς.
Η κυρά-Λίτσα καίει προς στιγμήν λάδια, τα ιόντα του εγκεφάλου της βαράνε για μερικά δευτερόλεπτα άτακτες σβούρες χωρίς να μπορούν να βγάλουν συμπέρασμα και ύστερα προσγειώνονται στην ευκολία των έτοιμων λύσεων και των άκριτων δεδομένων. Κοινώς, επιστρέφουν στην αρχική τους καταδίκη έναντι πάσης φύσεως τριχός.
- Ρε πουλάκι μου, γιατί δεν τα κόβεις για να δροσιστείς;
-Δεν θα δροσιστώ, συνεχίζει περιπαιχτικά ο νεαρός.
-Γιατί;
-Γιατί έξω έχει καύσωνα. Κανείς δεν μπορεί να δροσιστεί στο καύσωνα. Είναι μάταιο. Εξάλλου θα ζεσταθώ πρώτος το χειμώνα. Το σκεφτήκατε αυτό;
Η κυρά-Λίτσα έμεινε κάγκελο, τρολλιασμένη του ελέους και χαζεύοντας το κενό. Για πρώτη φορά δεν μπόρεσε να βγάλει κανένα συμπέρασμα. Δεν κατάφερνε με τίποτα να κατατάξει τον νεαρό στις γνωστές της κατηγορίες-ταμπέλες. Ήταν κουμμούνι, πρεζάκιας για ζήτουλας; Βρωμιάρης, κουλτούρας για τρελός; Δεν ήξερε. Ούτε μπορούσε να μάθει. Έσκυψε ηττημένα το κεφάλι της και περίμενε υπομονετικά τη σειρά της στο ταμείο μέχρι που πλήρωσε και χάθηκε από τον ορίζοντα. 
Όταν έφτασε το βράδυ, πάνω στο οικογενειακό τραπέζι ρώτησε δειλά τον άντρα της, αν έχει σκεφτεί ποτέ να αφήσει μούσι. Για λόγους οικονομίας του το πρότεινε. Στους κρύους μήνες του χειμώνα δεν θα χρειαστεί να πληρώνουν extra πετρέλαιο όταν κοιμάται μόνος του μπροστά στη τηλεόραση, του είπε.
Ο πιτσιρικάς το ίδιο βράδυ  συνάντησε  μια ωραιοτάτη νεαρά Ναυπλιώτισσα που τη γούσταρε από καιρό και αυτή  του έγνεψε γλυκά έξω από το Σίρκουλο στο Μεγάλο Δρόμο. Είναι καιρός να κόψω το υπερβολικό μου μούσι, συλλογίστηκε  μέσα του. Αρκετά κυκλοφόρησα σαν ναυαγός. Κάνει και πολύ ζεστή και δεν την αντέχω τόση τρίχα, σκέφτηκε.
Και η ζωή μας συνεχίστηκε απείραχτη.

3 σχόλια:

  1. Ο τρόπος σου είναι εκπληκτικός πάντοτε απλά θα ήθελα να ξέρω που πιστεύεις ότι είναι πιο καλά,για έναν νέο άνθρωπο για ένα φοιτητή.. Στην Αθήνα πχ που είναι πιο απρόσωπη,στα Ιωάννινα? Σε ποιες περιοχές θεωρείς ότι ο κόσμος είναι πιο ανοιχτόμυαλος,πιο φιλόξενος? Φιλικά πάντα&με αγάπη προς τα κείμενα σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. σίγουρα και περισσότερο στις μεγάλες επαρχιακές πόλεις που έχουν πανεπιστημιούπολη. θεσσαλονίκη βεβαίως. πιο αγαθός κόσμος, πιο φιλόξενος και ανοιχτός και αθήνα αν είσαι τυχερός και είσαι στα σωστά μέρη, στις σωστές παρέες κτλ. η αθήνα είναι πιο δύσκολη αλλά όλα είναι πιθανά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. περιγράφεις εξαιρετικά την έννοια της αλληλεπίδρασης...!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή