"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Η δικτατορία των σκατόγερων

Μετά από βόλτα βραδινή, αράζω με το αυτοκίνητο φίλου έξω ακριβώς από την είσοδο της πολυκατοικίας προκειμένου να απολαύσουμε ένα τσιγάρο με τη συνοδεία των τελευταίων κουτσομπολιών της νύχτας. Να θάψουμε κανά δυό φίλους που ξεχάσαμε, να πέσει καμιά σύντομη φιλοσοφική ανάλυση πάνω στο τεράστιο ζήτημα της γυναικείας χαζομάρας, να πούμε τα τελευταία εσώψυχα και να αποχωρήσουμε ησύχως για τα ιδιαίτερά μας. Απλά, καθημερινά και αντρικά πράγματα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα και με μηχανές σβηστές. 
Στη γειτονιά επικρατούσε ηρεμία, τάξις, ασφάλεια και ναυπλιώτικη ησυχία. Κάποιος σκύλος στο χιλιόμετρο να γαβγίζει, η παραλιακή να βαράει από μακριά τα εξαίρετα μπίτια της μπερδεμένα με παραδοσιακά σκυλοπόπια του δίπλα πολιτιστικού κέντρου και κανάς κάγκουρας βλαχούλης να περνάει την κοντινή Άργους με τέζα Παντελίδη στο γούφερ και με σηκωμένο το πουλάκι του ελέω πολύχρονης αγαμίας. 
Είχε δεν είχε περάσει ένα δίλεπτο όταν άκουσα σταγόνες νερού να χτυπάνε την οροφή του αυτοκινήτου. Ο μαλάκας ο γείτονας του δευτέρου είπα πως είναι και ποτίζει τις γλάστρες του. Ο τύπος είναι τόσο μαλάκας και εγωκεντρικός που αποκλείεται να κοίταξε κάτω για να δεί αν ενοχλεί. Κοιτάω προς τα πάνω, δεν βλέπω κανέναν. Πάω να συνεχίσω τη κουβέντα με το φίλο και νιώθω σταγόνες νερού να σκάνε πρώτα στο χέρι μου που εξείχε του παραθύρου και έπειτα στη μούρη μου. Οι σταγόνες αυξήθηκαν σε σημείο κανονικού μπουγέλου μέχρι που κοίταξα έξω και είδα έκπληκτος μέσα στα σκοτάδια τον σκατόγερο του πρώτου ορόφου να έχει πάρει το λάστιχο και να μας καταβρέχει ψελλίζοντας γαμοσταυρίδια, διαόλους, τριβόλους και κατάρες με σκοπό να φύγουμε μπροστά από το μπαλκόνι του. Να τον ενοχλήσαμε τόσο πολύ μιλώντας ψιθυριστά και για τόσο μικρό χρονικό διάστημα; Δεν νομίζω.
Το μπαλκόνι του σκατόγερου είχε απόσταση από το σταθμευμένο μας αμάξι περίπου τρία μέτρα. Απόσταση ικανοποιητική για ανθρώπινη επικοινωνία και για να μπορέσεις να μιλήσεις απλά σε κάποιον και αυτός να σε ακούσει. Ο σκατόγερος όμως αντί να προτιμήσει την ανθρώπινη κουβέντα, διάλεξε σαν το σκύλο που κατουράει την περιοχή του νομίζοντας πως την ελέγχει, να μας καταβρέξει για να μας τρέψει σε φυγή.
Ένιωσα πως απέναντί μου δεν είχα να αντιμετωπίσω απλώς την παράνοια ενός γέρου ανθρώπου αλλά το πρωτόγονο ένστικτο ενός ζώου.
Η γενιά μου, όπως φαντάζομαι και άλλες γενιές, γαλουχήθηκαν από το σχολείο, τους γονείς και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο να σέβονται και να αγαπάνε τους γέρους ανθρώπους. Να τους κοιτάνε με θαυμασμό και σεβασμό για την σοφία και την εμπειρία ζωής που κουβαλάνε μέσα τους και να υποχωρούν μπροστά σε κάθε τους επιθυμία.
Θύμα και εγώ αυτής της ανατροφής, όπως και ο φίλος, διαλέξαμε να μην διαπληκτιστούμε με το άξεστο ζώο που είχαμε μπροστά μας, αυτό το εγωκεντρικό γουρούνι που θεωρούσε πως ο δημόσιος δρόμος είναι δικός του μόνο και μόνο επειδή το σπίτι του βρισκόταν μπροστά του, και προχωρήσαμε το αυτοκίνητο λίγα μέτρα παρέκει ώστε να μην ενοχλούμε και κυρίως να μην βρεχόμαστε. 
Αν και το επεισόδιο έληξε αναίμακτα εξωτερικώς, εσωτερικώς το αίμα έτρεχε ποτάμι, κατά το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο του παλιού ελληνικού. 
Εξαιτίας αυτού του σκατόγερου θυμήθηκα όλους τους σκατόγερους και τις σκατόγριες που συνάντησα στη ναυπλιώτικη και όχι μόνο ζωή μου και συφιλιαζόμουνα.

"oι εξαιρέσεις"
Θυμήθηκα αυτούς που μας πετάγαν νερά, είχα και πρόσφατη εμπειρία άλλωστε, όταν ήμασταν πιτσιρίκια στους γειτονικούς δρόμους της πόλης. Νερά από κουβάδες, λάστιχα, ποτήρια και γλάστρες. Άλλοι για να το παίξουν δήθεν μου καλοί και να μην φανούν καριόληδες στη γειτονιά, κατέβρεχαν το σύμπαν κάτω από το μπαλκόνι τους λίγο πριν εμφανιστούμε, για να μην πλησιάσουμε καν. Αλλά αυτοί κύριοι. Απλά δρόσιζαν τον δρόμο. 
Άλλοι μας πέταγαν με χριστοπαναγίες και καντήλια έξω από τις αυλές τους όταν παίζαμε κρυφτό και ψάχναμε ένα γαμάτο μέρος για να μην μας βρούνε. Και μας χαλούσαν την χαρά οι σκατόγεροι.
Το ίδιο έκαναν και στην Εκκλησία. Μην έβλεπαν παιδί να κουνιέται, να ξύνεται ή να μιλάει. Ή του κάναν παρατήρηση ή το κοίταγαν με βλέμμα άγριο και τιμωρητικό. Το τραγικό της υπόθεσης είναι πως ο γέρος ή γριά που σου έκανε παρατήρηση μέσα στην Εκκλησία, δεν ήταν ποτέ ούτε η γιαγιά σου ούτε ο παππούς σου. Ήταν ένας ξένος σκατόγερος. Ένας γαμιόλης κομπλεξικός ξένος σκατόγερος που σου έμαθε την Εκκλησία σαν καταναγκαστικό μαρτύριο ορθοστασίας και σοβαροφάνειας.  
Και μετά η εφηβεία. Ατσουμπαλιά, στραβή φωνή κι αντάρα. Και είχες τον κάθε μαλάκα γέρο που σε συναντούσε, που του χαλούσες την ηρεμία, το τσί, την πίεση και τη χοληστερίνη με τους χίλιους τρόπους που σαν έφηβος μπορούσες να χαλάσεις, να σου λέει πόσο χαλασμένη γενιά είσαι, πόσο κακή ανατροφή έχεις πάρει από τους δικούς σου, πόσο καθόλου σεβασμό δεν νιώθει η γενιά σου, πόσο ανάγωγοι είστε, πόσο τέλειοι ήμασταν εμείς, πόσο έχει χαλάσει η κοινωνία, πού βρισκόμαστε, πού πάμε και άρες μάρες κουκουνάρες. Η γενιά του εμφυλίου, που οι μεγάλες δυνάμεις από κάθε πλευρά την έπαιζαν για πλάκα και θα την οδηγούσαν αν γούσταραν και επιθυμούσαν σε ολοκληρωτική εξαφάνιση, μιλούσε για την εποχή της λες και τα σκατά που έβγαζαν τότε, μύριζαν μέλι. Αυτοί που φάγανε αμασητί τη χούντα, βυθίστηκαν στο πρώτο καταναλωτικό κύμα και κάποιοι πρόλαβαν και το δεύτερο, αυτοί που κοπανιούνται μέχρι σήμερα στις ουρές και τα σπρωξίματα, μιλούσαν απαξιωτικά σε εφήβους, επιπλήττοντάς τους για τις αδυναμίες της ηλικίας τους.
Μετά θυμήθηκα τις γεροντογειτονιές. Σε κάθε γειτονιά της πόλης που μαζεύτηκαν δύο ή περισσότεροι σκατόγεροι μαζί (μερικές φορές και ο ένας ήταν αρκετός), δεν στέριωσε ποτέ κατάστημα. Μήτε μπαράκι, μήτε καφέ, μήτε ουζερί, μήτε τυροπιτάδικο μή σου πω. Γενικώς, κατάστημα υγειονομικού ελέγχου που λένε. Δυστυχώς δεν στέριωσε. Οι λόγοι; Μήπως η επί 24ωρου βάσεως γκρίνια των σκατόγερων για τη φασαρία; Τη μυρωδιά; Το πολύ κόσμο; Τη κάπνα; Τη μουσική; Το τραγούδι; Το χορό; Τη χαρά; Το κέφι; Την παρέα που γελάει; Για ό,τι μας κάνει όμορφη τη ζωή σε αυτή τη γαμόπολη;
Θυμήθηκα εκείνη τη σκατόγρια σε ένα φοιτητικό πάρτι που από τις 9 το βράδυ μας φώναζε αλήτες και κοπρίτες μέχρι που έκανε ντου στο σπίτι και μεθυσμένοι όλοι όπως ήμασταν την ακούγαμε κάνα δύωρο να μας νουθετεί στο δρόμο της αρετής και του ύπνου από νωρίς. Αφού οι νουθεσίες της έπεσαν στο κενό μας έφερε την αστυνομία. Ώρα 11. Αφού δεν ζήτησε να μας κουρέψουν γουλί και να μας σύρουν σαν τεντυμπόηδες στους δρόμους των Ιωαννίνων, φτηνά την γλιτώσαμε τότε.
Και ύστερα γυρίσαμε πάλι πίσω, νοικιάσαμε σπίτια και προσπαθήσαμε να συμβιώσουμε ειρηνικά μαζί τους. Να μην κάνουμε πολύ φασαρία, να μην τραβάμε τα καζανάκια νυχτιάτικα, να μην φωνάζουμε στο σεξ και σκανδαλίσουμε, να μην ακούμε δυνατά μουσική, να μην φέρνουμε παρέες στο σπίτι και τις κρατάμε αργά, να μην κάνουμε συχνά γιορτές και πάρτι, να κλειδώνουμε την εξώπορτα από τις 10 το βράδυ για να μην έρθουν αυτοί οι παλιοαλβανοί, πακιστανοί και γύφτοι και μας κλέψουν και τόσα κι άλλα τόσα. 
Και αυτοί, να μας φολιάζουν τα σκυλιά, συνεχώς να γκρινιάζουν, να προκαλούν επεισόδια και φασαρίες και να μας κατουράνε  μές στα μούτρα χωρίς αιδώ και χωρίς περίσκεψη καμία. 
Δεν θα κάνουμε κάποτε παιδιά; Θα τους γαμήσουμε τους σκατόγερους. 

2 σχόλια:

  1. I anexeia ta kanei Ayta. Eprepe na valete fwtia stis glastres tou skatogerou kai na ton stolisete kiolas.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι αλλά δεν είπες το καλύτερο. Ότι στις επόμενες εκλογές πρέπει να τους κλειδώσουμε στο σπίτι.

    Οk, καλή η δημοκρατία αλλά η κρίση πλέον είναι πόλεμος γενεών. Οι συνταξιούχοι εναντίον των παραγωγικών ηλικιών (το 25% των Ελλήνων είναι συνταξιούχοι | http://www.iefimerida.gr/news/117519/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-25-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CE%B9)

    Με τους δοσίλογους, τα κοπρόσκυλα, τους κλέφτες και τους συστηματίες θα ξεκαθαριστούμε άλλη φορά (προσεχώς).

    ΑπάντησηΔιαγραφή