"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Xoρωδία Συναγερμών και μια ιστορία πορνό του 60

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές είναι ξημερώματα Σαββάτου, 28 Σεπτεμβρίου του 2013, ώρα τρείς και κάτι μεταμεσονύχτια. Σκεφτόμουν να γράψω μια ιστορία, ένεκα έλλειψης τοπικής επικαιρότητας, που μου διηγιόταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου και αφορούσε κάποιες λεσβιάζουσες καλόγριες της περιοχής την δεκαετία του 60. Είχα όμως δίλημμα. Μήπως προκαλέσω υπερβολικά το θρησκευτικό αίσθημα των συμπολιτών μου, σκεφτόμουν. Μήπως θίξω τα θρησκευτικά πιστεύω των συντηρητικών αυτοχθόνων. Δεν είχα τέτοια πρόθεση βεβαίως. Και η ιστορία με τις λεσβιάζουσες καλόγριες είναι πέρα για πέρα αληθινή. Ούτε θεωρώ πως κάποιες αμαρτωλές και λεσβιάζουσες μοναχές ακυρώνουν μια ολόκληρη θρησκεία. Αλλά στο Ναύπλιο είμαστε, τα μυαλά των ανθρώπων ως γνωστόν δεν είναι και ιδιαιτέρως ανοιχτά οπότε αμφιταλαντευόμουν. 
Και εκεί που ήμουν έτοιμος να αυτολογοκριθώ, εκεί που πατούσα το backspace για να σβήσω τις πονηρές γραμμές, κόπηκε το ρεύμα. Όχι μόνο σε εμένα, αλλά στο μεγαλύτερο τμήμα της πόλης.  Ώρα 2 και κάτι μεταμεσονύχτια.  
Και έτσι ξαφνικά, μέσα στην φθινοπωρινή δροσιά της ναυπλιώτικης νύχτας, μέσα στο ρομαντικό και φοβιστικό σκότος τ' Αναπλιού, απλώθηκε ολούθε του Αργολικού κάμπου μια γλυκιά χορωδία δεκάδων, εκατοντάδων και ίσως χιλιάδων οικιακών συναγερμών.
Αυτά τα τεχνολογικά αηδόνια της ιδιοκτησιακής προστασίας έμειναν να τραγουδούν το τσιριχτό ατονάλ κομμάτι τους για μία ώρα περίπου όπου το φώς το αληθινό επανήλθε στις ψυχές και τα αυτιά όλων των αυτοχθόνων ξενύχτηδων.
Μιλάμε για πολλούς, πάρα πολλούς συναγερμούς σύντροφοι. Βγήκα ο έρμος στο μπαλκόνι μου να απολαύσω τα ελάχιστα λεπτά απόλυτου σκοταδιού, να κάνω τις παραδοσιακές σκέψεις πως θα ήταν ο κόσμος χωρίς ρεύμα και τεχνολογία, πώς ζούσανε παλιά και πως έβγαιναν οι ιστορίες με τα φαντάσματα και χρειαζόμουν ωτοασπίδες για να την παλέψω.
Και αφού τις φόρεσα τις ωτοασπίδες, γιατί είμαι ψυχάκιας, και ο ήχος έγινε σχετικά αχνός μέσα στον εγκέφαλό μου, φανταζόμουν ανθρωπάκια που τόσα χρόνια παρακαλούσαν και έγλειφαν βουλευτικά γραφεία, που ξεσκόνιζαν παππούτσια δημάρχων και άλλων επιφανών για μια δουλίτσα και ένα κομμάτι ψωμί, να κρύβονται τρεμάμενοι πίσω από πόρτες αγκαλιάζοντας τα προικιά και τα λούσα τους μπας και τους τα πάρουν.
Σιγά την περιουσία σύντροφοι! Σιγά την πολύτιμη κληρονομιά! Με μιά αλλαξιά βρακί έχουμε μείνει όλοι και δεν θέλουμε από ντροπή να το παραδεχτούμε. Δίνουμε κάθε μήνα σε φόρους, λογαριασμούς και δάνεια ατελείωτα ποσά, οι πάντες χρωστάνε στους πάντες, η πόλη σαπίζει εμπορικά και μείς φοβόμαστε μη μας κλέψουν το σπίτι και χάσουμε το τελευταίο περσικό χαλί που μας άφησε κληρονομιά η γιαγιά μας. Και τα χρυσαφικά μας τα έχουμε δώσει προ πολλού στα αρίθμητα ενεχυροδανειστήρια της πόλης για μια χούφτα ευρώ. Ή δεν τα έχουμε δώσει; Και τα ενεχυροδανειστήρια γιατί είναι τόσα πολλά και δεν κλείνουν τότε;
Αλλά ο κλασικός ο μαλάκας ο Ναυπλιώτης δεν βάζει μυαλό με τίποτα. Θα πληρώσει την εταιρεία συναγερμών για να νιώθει ήρεμος και να το παίζει και μούρη. Μπορεί να του κόβουν το ρεύμα, το νερό, να του παίρνει η τράπεζα το σπίτι αλλά ο συναγερμός συναγερμός.  Λες και οι διαρρήκτες δεν γνωρίζουν απέξω κι ανακατωτά την τεχνολογία συναγερμών και θα κωλώσουν σε κουμπάκια και ψηφιακά νούμερα. Έτσι για να μας χαλάσει με την βαβούρα του και τον μικροαστικό του φόβο την ειδυλλιακή διακοπή ρεύματος που πλέον σπάνια ζούμε.
Γι αυτό λοιπόν και γώ αποφάσισα να μην αλλάξω καθόλου την ιστορία μου και να την διηγηθώ όπως ακριβώς την ξέρω, αγνοώντας κάθε συντηρητικό αυτόχθονα κακομοίρη. Αγνοώντας και αυτόν και τις πανηλίθιες φοβίες του.
Όταν ήμουν μικρός λοιπόν και έκανα κοπάνες από το σχολείο, ο διευθυντής επειδή μου είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία ειδοποιούσε πάντοτε τους γονείς μου. Η μάνα μου, κλασική ελληνίδα μάνα, με έψελνε χωρίς να ρωτήσει ποτέ ούτε το γιατί ούτε το πως. Ο πατέρας μου όμως με έβαζε σε μία γωνία και με ρώταγε ήρεμα. Γιατί έκανες κοπάνα; Για να γλιτώσεις μάθημα; Είχες κάτι σημαντικό να κάνεις; Εγώ παιγμένο εφηβόπουλο που ήμουν, δεν του απάνταγα τίποτα. Και τότε αυτός, μου έλεγε κάθε φορά, μα κάθε φορά, την ίδια ναυπλιώτικη ιστορία για να με ορμηνέψει κωλοπλένικα.
Όταν ήταν στην ηλικία μου, δεκαετία του 60, αυτός και η παρέα του αλλά και όλα τα αγόρια του γυμνασίου αρρένων της εποχής,  έκαναν συχνά κοπάνες (σκασιαρχείο το λέγαν τότε) από τα μαθήματα του σχολείου. Ειδικά τις πρώτες ώρες. Οι κοπάνες όμως είχαν πάντοτε έναν σκοπό, δεν ήταν δηλαδή απλά για να χάσουνε μάθημα ( εδώ κολλάει το δίδαγμα), και ένα συγκεκριμένο μέρος. Την σπηλιά του δρόμου  Αρβανιτιάς-Καραθώνας. Η τοποθεσία δεν ήταν καθόλου τυχαία. Σε εκείνο το μέρος συνήθιζαν να αράζουν τα πρωινά κάποιες καλόγριες που μαζεύαν χόρτα, σαλιγκάρια και άλλα καλούδια από την γύρω περιοχή. Και αφού άραζαν στη σπηλιά για να ξαποστάσουν από την επίπονη εργασία, επιδίδονταν σε αχαλίνωτες ερωτικές περιπτύξεις αναμετάξυ των. Οι ξαναμμένες καλόγριες όμως δεν ήταν καθόλου μόνες τους. Παρέα τους, χωρίς βεβαίως να το γνωρίζουν, ήταν τα αυτόχθονα εφηβόπουλα της εποχής που τους έπαιρναν μάτι σε απόσταση ασφαλείας. Το μέρος είχε γίνει must και τα αγόρια μοίραζαν τις κοπάνες σε βάρδιες για να μπορούν να απολαύσουν όλοι το πικάντικο θέαμα.
Ω, ποία ντροπή  για την φιλήσυχη πόλη μας! Στο μπανιστήρι αναφέρομαι βεβαίως.

έργο του Μilo Manara 

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτόχθων φασισμός

Φασισμός. Λέξη με πολλές ερμηνείες, οπτικές, γωνίες και αποχρώσεις. Άλλοι την χρησιμοποιούν κομματικά, άλλοι πολιτικά ή ιδεολογικά ενώ δεν λείπουν και αυτοί που της δίνουν καθαρά ιστορική προσέγγιση μέσα στους αέναους κύκλους της ανθρώπινης κοινωνίας. 
Ο γράφων, ως γραφικός αυτόχθων ιθαγενής, έχοντας την τύχη, όπως και πολλοί συνιθαγενείς του, να μεγαλώσει μέσα σε δρόμους, σοκάκια και στενά  που διαρκώς γεννούσαν καινούρια μονοπάτια, λημέρια και κρησφύγετα προς χάριν της παιδικής φαντασίας και της νεανικής εξερεύνησης, δεν πάσχει από μονόδρομες οπτικές. Γι' αυτόν φασισμός σημαίνει απλά και μόνο αδιέξοδο. Το τέρμα της σκέψης και της μνήμης.  Το μαύρο πέπλο της αισθητικής και το τέλος του πολιτισμού. Και πιστεύει πως αυτή η κακιασμένη οχιά έχει αρχίσει να εμφανίζεται εδώ και πολύ καιρό στη πόλη.
Το τέλος της ναυπλιώτικης γειτονιάς ήταν η αρχή. Μεγαλώσαμε σε γειτονικούς δρόμους και πλατείες που έσφυζαν από ζωή, παιδικές φωνές, παιχνίδια, γονείς και παππούδες σε παγκάκια και σκαλιά, φασαρία και ενέργεια. Ο δημόσιος χώρος ως δώρο, δικαίωμα, υποχρέωση και σκαλοπάτι για αυτοδίδακτη κοινωνικοποίηση και εμπειρία του κόσμου. Όλα αυτά πλέον είναι παρελθόν. Τα παιδιά τρέχουν σε φροντιστήρια, πιάνα, μπαλέτα, κολυμβητήρια, ξένες γλώσσες και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο νούς του ανθρώπου για να κλείσει τα παιδιά μέσα στην ασφάλεια των τοίχων, έχουν ελάχιστο ελεύθερο χρόνο μέσα σε μια πόλη παραδοσιακά αργών ρυθμών, οι γειτονιές είναι άδειες και έρημες και ελάχιστες πλατείες παραμένουν ζωντανές μόνο και μόνο γιατί συνδυάζουν το παιδικό παιχνίδι και τον ενήλικο καφέ. Ακόμη και μέσα στις πολυκατοικίες οι σχέσεις έχουν σχετικώς αποξενωθεί, για να μην πούμε αθηναιοποιηθεί.
Ακολούθησε η παρακμή και η μείωση του αριθμού των παραδοσιακών καφενείων και η αντικατάστασή τους από τα μοντέρνα καφέ. Η διαφορά είναι τεράστια. Το παραδοσιακό καφενείο λειτουργούσε ως χώρος πολιτικής συνέλευσης. Ατελείωτες κουβέντες, συζητήσεις, τσακωμοί, διαχωρισμοί, ομαδικά καλαμπούρια, ζήλιες και γλέντια. Το παραδοσιακό καφενείο ήταν μια ζωντανή πολιτική κοινότητα, άμεσος αντίκτυπος όλων των πολιτικών εξελίξεων, σημαντικών κι ασήμαντων. Αντίθετα το καφέ είναι γνήσιο παιδί της τουριστικής ανάπτυξης, της άκριτης μοντερνοποίησης της ζωής και του ατομισμού. Κλειστές παρέες, μοναχικές ψυχές, δυνατές μουσικές που καλύπτουν τις συζητήσεις, κουτσομπολιά, πασαρέλες και εγωπάθειες,  και όλα τα προβλήματα να θάβονται κάτω από το χαλί μέχρι να φουσκώσουν.
Ακολουθεί ο μονόδρομος της τουριστικής ανάπτυξης. Η πόλη αργά και σταθερά μεταμορφωνόταν σε μια γραφική καρτ ποστάλ του σαββατοκύριακου, των διακοπών και πάσης φύσεως αργιών. Με μόνη κληρονομιά την νεοκλασική ομορφιά της, την θαυμάσια θέα της και τα αρχαιολογικά της τοπία αποκτά όλο και περισσότερα πανομοιότυπα καταστήματα που παίζουν τις ίδιες και τις ίδιες μοδάτες μουσικές, σερβίρουν τα ίδια φαγητά και πουλάνε παρόμοια σκατολοίδια. Η ποικιλία και το διαφορετικό γίνεται είδος προς εξαφάνιση.  Μόνος στόχος είναι το πορτοφόλι όλο και περισσότερων βαρβάρων. Τα στέκια μειώνονται δραματικά. Ο αυτόχθων πολιτισμός περνάει στο περιθώριο. Η ιστορία της πόλης και οι σημαντικοί της άνθρωποι, επώνυμοι κι ανώνυμοι, αγνοούνται μέχρι και από τους ίδιους τους αυτόχθονες. Η παλιά πόλη αδειάζει από κόσμο για χάρη των ενοικιαζόμενων δωματίων και άλλων τουριστικών ειδών και μετατρέπεται ακόμη και για τους ίδιους τους κατοίκους του Ναυπλίου σε μια όμορφη φωτογραφία περιπάτου χωρίς καμία απολύτως πολιτική ζωή και ιστορική μνήμη.
Κεφάλαιο πολιτισμός. Λίγα πράγματα. Ένας κινηματογράφος, μόνο χειμερινός, με ταινίες μόνο πρώτης προβολής. Κοινώς αμερικανιές. Ένα τοπικό θέατρο ερασιτεχνών και μερακλήδων, μια δανειστική βιβλιοθήκη μαθητών και ελαχίστων άλλων, το λαογραφικό μουσείο και το Πανεπιστήμιο της πόλης με φοιτητές χαμένους ή και ακόμη υποτιμημένους από την τοπική κοινωνία. Ένα παράρτημα του Χάρβαντ σηκώνει κάποιες εκδηλώσεις αλλά κανείς δεν πρέπει να ακούει κι ακολουθούν μεμονωμένες περιπτώσεις κι εξαιρέσεις. Καμία χειμωνιάτικη συναυλία, καμιά πρωτοπορία, κανένα κίνητρο και ουδεμία όρεξη. Κυριαρχεί ο πολιτισμός του καφέ, της μπύρας, του champions league και της κρεατοφαγίας. Ας είναι καλά τα βλαχοπανηγύρια του καλοκαιριού που μας θυμίζουν τις ζουλού ρίζες μας.
Πάμε στη πολιτική. Ποιά πολιτική όμως; Μιλάμε πάντα για τοπικό επίπεδο. Για την τοπική αυτοδιοίκηση. Για τα δημοτικά πράγματα συγκεκριμένα. O πολιτικός διάλογος και ο προγραμματικός λόγος εδώ και πάρα πολύ καιρό έχει πάει περίπατο στη πόλη. Οράματα, ιδέες, σχεδιασμοί και τα τοιαύτα έχουν πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων και το μόνο που παρακολουθούμε είναι προσωπικές κόντρες, ξεκατινιάσματα, χυδαιότητες και ύβρεις μεταξύ των υποψηφίων. Μέσα στο παιχνίδι έχουν προστεθεί και ντόπιοι δημοσιογράφοι που έχουν πετάξει τον μανδύα της αντικειμενικότητας υποστηρίζοντας παθιασμένα τη μία ή την άλλη πλευρά και συνεχίζουν το έργο των ύβρεων των πολιτικών προισταμένων τους. Βάλε και λίγο χρίσματα, κόμματα, παράγοντες, ρουσφέτια και αλισβερίσια και το μυαλό των αυτοχθόνων έχει γίνει μια υπέροχη παχύρευστη σούπα. Η δε πολιτική τους σκέψη, το ενδιαφέρον τους για το ντόπιο γίγνεσθαι αναζητείται στην προιστορία. Με λίγα λόγια, οι εκπομπές και οι στήλες των κουτσομπολιών και του lifestyle ενδέχεται να κρύβουν περισσότερη πολιτική σκέψη από την τοπική πολιτική πραγματικότητα.
Kαι μέσα σε αυτό το κλίμα, και για χίλιους άλλους λόγους, ο νέος λείπει. Σπουδάζει, είναι στρατό, μεταναστεύει στην όμορφη πρωτεύουσα ή στα εξωτερικά και αφήνει πίσω του μια πόλη γερόντων. Αν όχι γερόντων, από τη μέση κι απάνου. Οι σπουδαγμένοι αριβάρουν κατά κύματα, το ίδιο και οι ταξιδιάρικες ψυχές, οι φευγάτες, και μένουν εδώ οι αιώνια εδώ και οι μεγάλοι. Και προσφάτως οι βλάχοι. Πόσο μπροστά να πάει μια τέτοια πόλη; Τί θα μπορούσε να αλλάξει; Σε κάθε νέα γνώμη ακούς να διαχέεται στην ατμόσφαιρα ένα "δεν ξέρεις εσύ", "είσαι μικρός", "τί να μας πείς εσύ τώρα" και πολλά τέτοια. Όπου και να κοιτάξεις, σε όποιο μέρος της διοίκησης και να δείς, σε κάθε πόστο καθοριστικό, έναν σκατόγερο ή μια σκατόγρια θα δείς να σου κουνάει το δάχτυλο. Έτσι ενώ οι γέροι είναι γέροι, γίνονται γέροι και οι νέοι για να επιβιώσουν. Τυποποιούνται σε χρόνο ρεκόρ κι ενσωματώνονται.
Όπως ο γράφων. Πού κάθεται σε τόσες γραμμές και γκρινιάζει και μιρμιλίζει σαν τον σκατόγερο ενώ εσύ πίστευες από τον τίτλο πως θα μιλήσει για ντόπιους φασίστες.
Το είπαμε όμως φίλε από την αρχή. Πάνω απ'όλα ο γράφων, είναι αυτόχθων.



Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Τρείς δημοτικοί σύμβουλοι

Υπάρχουν τρείς δημοτικοί σύμβουλοι του Δήμου Ναυπλιέων που κατά την διάρκεια της ψηφοφορίας του δημοτικού συμβουλίου για την καταδίκη της άγριας και πολιτικής δολοφονίας του Παύλου Φύσσα απουσίαζαν από την αίθουσα. Και δεν απουσίαζαν από την αρχή. Δεν είναι να πείς πως είχαν δουλειά οι άνθρωποι και απλά δεν ήρθαν. Έφυγαν λίγο πριν την ψηφοφορία. Απλά αποχώρησαν. Πήγαν για καφεδάκο τα παιδιά. Μπούχτησαν από τα πολλά συμβούλια που έχουν φάει στη μάπα, βαρέθηκαν και την έκαναν. 
Εγώ τώρα πρέπει να τους καταδικάσω; Να τους πω φασίστες, ακροδεξιούς, χρυσαυγίτες και τέτοια; Όχι, δεν θα το κάνω. Γιατί να το κάνω; Καταρχήν δεν ξέρω αν είναι όντως φασίστες, ακροδεξιοί και άλλα τέτοια οι άνθρωποι. Δεν ψήφισαν δα και όχι στην καταδίκη. Απλά έφυγαν. 
Αλλά ακόμη και να είναι και να πείς ότι έφυγαν από την αίθουσα για να μην φανερωθούν ανοιχτά στη κοινωνία ή να μην προδώσουν φασίστες ψηφοφόρους τους, εγώ γιατί να τους κράξω; Δημοκρατία δεν έχουμε; Δεν μπορεί κάποιος να έχει το δικαίωμα ελεύθερα να είναι φασίστας; 
Άλλωστε, όπως έμαθα, κάποιος από αυτούς τους τρείς, μόλις κατατέθηκε το ψήφισμα, ψέλλισε πως δεν είναι και τόσο σίγουρος για τον πολιτικό χαρακτήρα της δολοφονίας, πως μάλλον οπαδικό ήταν και πως θα περιμένει το πόρισμα της αστυνομίας για να σιγουρευτεί.
Ορίστε! Έχει δικαιολογία ο άνθρωπος. Δεν είναι σίγουρος. Και πολύ καλά κάνει. Και εγώ αν ήμουν στην υπεύθυνη θέση του αυτό θα έκανα. Όχι σαν τους άλλους τους συμβούλους που τελείως ανεύθυνα έτρεξαν να καταδικάσουν την πολιτική δολοφονία χωρίς να ξέρουν. Χωρίς στοιχεία και πορίσματα. 
Οπότε για να ξηγιόμαστε, μόλις η αστυνομία βγάλει επίσημα το πόρισμά της που θα περιγράφει όλη την πολιτική και εγκληματική δράση των δολοφόνων, τους πολιτικούς εντολείς τους, τον τρόπο δράσης τους και όλα τα σχετικά, αν οι τρείς υπεύθυνοι δημοτικοί σύμβουλοι δεν καταδικάσουν δημόσια την πολιτική δολοφονία, τότε θα τους ονοματίσω προσωπικά (δεν ξέρω αν το έχουν κάνει κάποιοι ήδη) και θα τους καλέσω δημόσια να παραδεχτούν την αλήθεια, πως δηλαδή ο Παύλος Φύσσας είναι ένας νέος ήρωας της πατρίδας μας. Ένας ήρωας που πάλεψε, αντιστάθηκε και θυσιάστηκε για να σώσει την κοπέλα και τους συντρόφους του από το δολοφονικό χέρι του φασισμού και του τυράννου. Ένας πραγματικός λεβέντης που κάνει όλους τους Έλληνες και τους αυτόχθονες ιθαγενείς μέσα σε αυτούς, υπερήφανους. Ένας αντιφασίστας εθνικός ήρωας. Σαν αυτούς που μας μάθαιναν στα σχολεία. Για να έχουν τα παιδιά της πόλης υγιή πρότυπα. 
Και αυτοί, έτσι δίκαιοι και υπεύθυνα σκεπτόμενοι που είναι,  οφείλουν να συμφωνήσουν και να το πράξουν. 
Μέχρι όμως να βγεί αυτή η επίσημη ανακοίνωση, ο καθένας μπορεί να κρατήσει τις δικαιολογίες του (εικόνα 1). 

1.γαύρος χούλιγκαν που σκοτώθηκε σε συμπλοκή
με παοκτζήδες στη θεσσαλονίκη. 

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Αλληλεγγύη στους αυτόχθονες αστυνομικούς

Τελικά αγαπημένοι μου αυτόχθονες ιθαγενείς ποιός νομίζετε πως είναι ο πιο αλληλέγγυος με το δράμα που βιώνουν οι αστυνομικοί της Αργολίδας; Ο Κωστούρος ή ο Γραμματικόπουλος; Εγώ πάντως πιστεύω ο Γραμματικόπουλος. Αυτός πρόλαβε και εξέδωσε πρώτος από τους δύο δελτίο τύπου και δάκρυσε η φύσις όλη με τον πόνο του αυτόχθονα αστυνομικού. Ο άλλος απλά ζήλεψε και βλέποντας αστυνομικά ψηφαλάκια να κατευθύνονται σε άλλες κάλπες, αντέδρασε και εξέδωσε την ίδια κιόλας μέρα μια αντίστοιχη δακρύβρεχτη ανακοίνωση. 
Η αλήθεια βέβαια είναι πως αυτός που συνέλαβε πρώτος την ιδέα να γαργαλίσει τα αυτιά των ταλαίπωρων χωροφυλάκων της περιοχής ήταν ένας υποψήφιος βουλευτής Αργολίδας με τους Καμμένους Έλληνες αλλά δυστυχώς μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή το όνομά του. 
Ο ξύπνιος Γραμματικόπουλος ακολούθησε κατευθείαν πιάνοντας στον αέρα το επικοινωνιακό κολπάκι και κατάφερε την πρώτη του καθαρή νίκη. 
Το ζητούμενο είναι βέβαια κατά πόσο έχεις το δικαίωμα να λες πως οι αστυνομικοί της περιοχής σου ζούνε ένα δράμα επειδή αναγκάζονται καθημερινά να μετακινούνται στην Κόρινθο για να φυλάνε μετανάστες και χωρίς να πληρώνονται οδοιπορικά και να μην λες πως το αληθινό δράμα το ζούν αυτοί που ζουν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης που μοιάζει στην καλύτερη περίπτωση με στάβλο. Θα μου πείς αυτοί δεν είναι δικοί μας, ούτε πρόκειται να μας ψηφίσουνε ποτέ οπότε στ' αρχίδια μας. Επιστρέφουμε λοιπόν στο μεγάλο δράμα των δικών μας  αστυνομικών και ψηφοφόρων.


Οι μαύροι οι αστυνομικοί! Εκεί που έκαναν όμορφα και ευγενικά τα αλκοτέστ τους στους υπερσύγχρονους δρόμους της Αργολίδας ξενιτεύτηκαν τώρα στην μακρινή και αφιλόξενη Κορινθία να φυλάνε αλλόθρησκους.  Πόσο καιρό έχω να δώ αυτόχθονα μπατσούλη να με σταματάει στον ΟΤΕ με αυτή τη γλυκειά φωνίτσα του, να μου μιλάει στον πληθυντικό και γεμάτος σεβασμό να μου ζητάει άδεια και δίπλωμα. Πόσο μου έχει λείψει αυτό το μελωδικό "φύσα ρε δυνατά ". 
Έχουν ερημώσει και οι δρόμοι της πόλης μας χωρίς αστυνομία. Δεν υπάρχει πλέον περιπολικό ούτε να μαρσάρει, ούτε να γκαζώσει χωρίς λόγο, ούτε να διπλοπαρκάρει στην Αμαλίας, ούτε να προσπεράσει στην διπλογραμμή της Ασκληπιού, ούτε καν να παρκάρει στη μέση του δρόμου στη Θανάσαινα και να κόψει όλη τη κυκλοφορία. Ερημιά.
Επίσης δεν έχουμε άνθρωπο να τσαμπουκαλευτεί με τα πιτσιρίκια που κάνουν μαλακίες με τα μηχανάκια. Έναν χριστιανό μπατσούλη  να τα βρίσει, να τα ειρωνευτεί, να κάνει τέλος πάντων ό,τι χρειάζεται για να συμμορφωθούν και να μάθουν σωστή συμπεριφορά. Έναν αληθινό Ράμπο. Πού 'ναι τος; Στην Κόρινθο σύντροφοι. Στην Κόρινθο. 
Άσε που αυξήθηκαν κατακόρυφα τα ναρκωτικά στη πόλη. Παντού βλέπεις πρεζάκια. Παιδιά φαντάσματα. Πού είναι ο παλιός καιρός που οι αστυνόμοι μας ήταν όλοι στα πόστα τους και δεν κουνιόταν φύλλο. Πού πιάνανε κάθε μέρα μεγαλεμπόρους και όλοι οι νέοι της πόλης ασχολούνταν με τον αθλητισμό, το πιάνο, το μπαλέτο και το κέντημα.
Επίσης έχουμε πέσει και σε σεξουαλισμό. Η στολή δίνει ένα κάποιο κύρος. Μια ομορφιά. Μια περηφάνια. Οι αστυνόμοι μας ήταν όλοι τους παίδαροι και τραβούσαν τα βλέμματα όλων των γυναικών. Τώρα; Έχουμε μείνει μόνοι μας με κάτι πυροσβέστες και κάτι σκόρπιους λιμενόμπατσους με ξενέρωτες στολές και τους μπλε λεβέντες μας τους βλέπουν μόνο τα συρματοπλέγματα. Πού είναι οι ωραίες εποχές που άραζαν οι αστυνομικοί μας στο Πι με τις μοτοσυκλέτες τους κρατώντας φραπεδιά στο ένα χέρι και τυρόπιτα στο άλλο και αναστέναζε από την ηδονή όλη η παραλία.
Το μεγάλο πλήγμα όμως της πόλης είναι η πτώση του συνδικαλιστικού κινήματος που είναι και της μοδός. Χωρίς τους αστυνομικούς στις πορείες και τα συλλαλητήρια οι πλατείες δεν γεμίζουν με τίποτα. Ο αγώνας της εργατιάς είναι πλέον έρημος χωρίς το αγωνιστικό φρόνημα των αυτοχθόνων αστυνομικών. Η μαχητικότητά τους, το ανυστερόβουλο πάθος τους για τα δικαιώματα όλων των εργαζομένων και των ανέργων, η αυτοθυσία τους και το πείσμα τους για δικαίωση έχει λείψει σε όλους τους ιθαγενείς που περιμένουν την επιστροφή τους στα συνδικαλιστικά τερέν σαν μάνα εξ'ουρανού.
Και η τραγική ειρωνεία ποιά είναι ξέρετε; Πώς όλο αυτό το κακό, αυτή η μαύρη προσφυγιά, αυτή η κατάρα και το δράμα των χωροφυλάκων μας, συνέπεσε με το άνοιγμα του πρώτου ντονατσάδικου της πόλης. Δεν είναι τραγικό σύντροφοι;

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Μια φοιτήτρια

Κοντεύει 9 το βράδυ μετά από μια σύντομη βόλτα στα στενά της πόλης τούτης και είναι από εκείνες τις μέρες που συνειδητοποιείς ότι το όμορφο και γραφικό Ανάπλι είναι απλά το όμορφο και γραφικό Ανάπλι. Τίποτα παραπάνω τίποτα λιγότερο. Όχι. Δεν έχει φοιτητική ζωή, όσο καλά και αν περνάμε με τα παρεάκια μας. Ξέρω ακούγεται κακό για τα ελάχιστα μαγαζιά που είναι «φίλοι» των φοιτητών αλλά είναι η αλήθεια. Έχω μπουχτήσει να βλέπω πασαρέλα με άτομα της σχολής να παρτάρουν μετά από βαθυστόχαστες πρόβες που τους ρίχνουν περισσότερο στη δηθενιά τους πασπαλισμένη με μπλε χρυσόσκονη. Έχω βαρεθεί να χτυπάμε κάρτα σε μαγαζιά και μετά από λογαριασμό των 15 ευρώ το άτομο να μην κερνάνε τίποτα οι καλοί και ευγενικοί πλην γύφτοι κωλοπλένηδες. Φίλε μαγαζάτορα ιθαγενή ξέρεις ΠΟΣΟ είναι 15 ευρώ για ένα φοιτητή μέσης οικογένειας; Αν το δεις επιφανειακά, 3-4 μακαρονάδες ή 3 πακέτα καπνού. Αν, όμως, το σκεφτείς καλύτερα είναι τα 15 ευρώ που επέλεξε να τα ακουμπήσει στο ΔΙΚΟ ΣΟΥ μαγαζί για λόγους μουσικής/ κεφιού/ ατμόσφαιρας/ ατόμων κτλ. και όχι στο φωτοτυπάδικο για να πάρει σημειώσεις –ναι, πληρώνουμε χρυσές τις σημειώσεις. Οπότε, ρε ΓΥΦΤΟ, κέρνα ένα ποτό! Δεν είναι όλοι πότες να σου σκάσουν πρώτα το 50ευρω, να πιουν 15 ποτά και μετά να τους κεράσεις ένα σφηνάκι. Αν είναι έτσι πιες το εσύ! Άσε που μετά από 15 ποτά κάποιοι δεν θυμούνται ούτε το όνομά τους. 


Μην το σκέφτεσαι πολύ, το χειμώνα, όσο λίγοι και αν είναι, οι φοιτητές εδώ είναι ένα σημαντικό νούμερο στα έσοδά σου και οφείλεις να το παραδεχτείς. Μην τους κλάνεις, λοιπόν, το καλοκαίρι, γιατί θα το κάνουν και αυτοί! 
Άλλη κορυφαία καραμέλα των ντόπιων δήθεν φίλων της τέχνης και της βαθειάς κουλτούρας είναι ότι οι φοιτητές δεν φαίνονται πουθενά και δεν οργανώνουν δράσεις ή παραστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι γίνονται κάποια πράγματα αλλά η εντύπωση του «παιδάκια είναι μωρέεε, νταξ, που να πάμε» μάλλον υπερισχύει στους κύκλους σου, βλάχο –και για να σε προλάβω, εσύ που σκέφτηκες ότι είμαι πρωτευουσιανάκι σου απαντάω εδώ, δεν είμαι. Όσα γίνονται, βέβαια, δεν έχουν πολιτική υπόσταση ή τουλάχιστον έτσι δείχνουν τα περισσότερα, αλλά ρε τραχανά, τι σε νοιάζει; Εδώ στο αντιρατσιστικό περνάς και στραβοκοιτάς άτομα που τα ξέρεις από μικρά λες και η δράση γίνεται στο τσιφλίκι σου. Μην νομίζεις ότι οι φοιτητές δεν ξέρουν πως αυτή η μπλε πανδαισία έξω από τη γραμματεία, που κάποιους μας κάνει να γελάμε κάθε Σεπτέμβρη, εσένα σε κάνει να χαίρεσαι. Εντάξει, κανείς δεν είναι τέλειος! Άλλοι είναι χοντροί, αδύνατοι, κουτσοί, στραβοί, εσύ είσαι ΝΔ. Δέχομαι το δικαίωμά σου στη βλακεία. 
Ας είναι καλά το θεατράκι του ΟΣΕ και κάποιες πλατείες που φιλοξενούν τις άφραγκες και μοναχικές νύχτες των φοιτητώνε, λοιπόν!

Μια φοιτήτρια

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Ο γεροναυπλιώτης

Παρασκευή, ώρα έκτη απογευματινή και ηλιόλουστη, στην οδό 25ης Μαρτίου στο Ναύπλιο, ένας γεροναυπλιώτης πραγματοποιεί την καθημερινή του βολταδούρα. Με την συνήθεια χρόνων στη πλάτη, ο γέρος περιπατεί από την πλευρά της Πυροσβεστικής υπό την σκιά των πεύκων και άλλων εγχώριων δεντρών που στολίζουν τους πρόποδες του κάστρου. 
Καλοστεκούμενος και ψηλός προχωρά αργά και μάλλον απολαυστικά χαζεύοντας κάθε πιθανή κίνηση οποιουδήποτε όντος, εμψύχου και αψύχου, που πέφτει στην αντίληψή του. Είναι η βόλτα του, ο αέρας του, η καθημερινή ενημέρωση του κόσμου του. Φοράει κοντομάνικο πουκαμισάκι λευκό με μπλέ ρίγες και παντελόνι παππουδίσιο γκριζέ υφασμάτινο σηκωμένο με ζώνη πάνω από τον αφαλό. Παππουτσάκι μοκασίνι κλασικό αλλά πατημένο από την πλευρά της φτέρνας για να θυμίζει το προσφιλές βάδισμα της σπιτικής παντούφλας. 
Ο γεροναυπλιώτης κάποια στιγμή, μέσα στην ηλιόλουστη δροσιά του, αντιλαμβάνεται πως ακριβώς απέναντι του, στο υπαίθριο θεατράκι του ΟΣΕ, υπάρχει μια δραστηριότητα ασυνήθιστη. Με το περίεργο και κουτσομπόλικο κεφάλι του αποφασίζει να περάσει το δρόμο και να πάει να δεί τί ακριβώς συμβαίνει.  Ενώ το αργό γεροντίσιο βάδισμά του δεν τον βολεύει για κάτι τέτοιο, η περιέργειά του δείχνει αγέρωχη. Αναμένοντας λοιπόν υπομονετικά να αδειάσει τελείως ο δρόμος από αυτοκίνητα, δίνει μιά δυνατή σπρωξιά στα ταλαιπωρημένα του γόνατα και νά σου τον να ξεπροβάλλει αθόρυβα και διακριτικά από τη μια πλευρά του θεάτρου. Χωρίς να το γνωρίζει γίνεται έτσι ο πρώτος επισκέπτης του Αντιφασιστικού-Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ που μόλις είχε ξεκινήσει. 


Ο "αντιφασίστας" γέρος με βήμα χελώνας προχωράει στη μέση της στρογγυλής ορχήστρας, κάθεται ακούνητος και παρατηρεί. Βλέπει νεαρούς να προσπαθούν να στήσουν παντού πανό, άλλους να προθερμαίνουν κάρβουνα σε ψησταριές, υπαίθρια μπαρ γεμάτα αναψυκτικά και μπύρες, μικρόφωνα, ηχεία, θεατρικά παιχνίδια, πιτσιρίκια να τρέχουν μανιασμένα σε όλο το χώρο, πάγκους γεμάτους βιβλία και φυλλάδια, γέλια, φωνές, κόσμο και λόγια. Ένα πλανόδιο τσίρκο λίγο πριν ανοίξει και επίσημα την αυλαία του. 
Το βλέμμα του θύμιζε πολύ παιδί μικρό. Σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τί έβλεπε. Σαν να έψαχνε να βρεί τί ακριβώς γινόταν.  Κάποιες φορές έδειχνε να το βρίσκει ενώ κάποιες άλλες χανόταν στο κενό και τα μάτια  του αποκτούσαν την άγνοια ενός μικρού μπόμπιρα που συναντά για πρώτη φορά ανέκφραστο κλόουν.
Aφού για κάμποση ώρα στάθηκε ακίνητος χωρίς να μπορεί να βγάλει συμπέρασμα ξεκίνησε την ηρωική έξοδο. Είχε περάσει και κάμποση ώρα και το γλυκό απογευματινό αεράκι γινόταν ολοένα και πιο επικίνδυνο για τις ευαίσθητες κλειδώσεις του. Όση ώρα αποχωρούσε αργά και βασανιστικά,  έριχνε τις τελευταίες απέλπιδες ματιές στο χώρο μέχρι που χάθηκε οριστικά από το προσκήνιο. 
Θα μπορούσε να πεί κάποιος πως ο γεροναυπλιώτης άνηκε στην απέναντι πλευρά. Πως δικαιώνοντας την γέρικη και συντηρητική του όψη αναπολούσε τόση ώρα τα όμορφα χρόνια των δύο δικτατοριών που είχαν περάσει από πάνω του. Εγώ δεν το νομίζω.
Πιο πολύ έμοιαζε με το συνηθισμένο βουβό πλήθος. Αυτό το είδος πολιτών που ευδοκιμεί παλαιόθεν και στη δική μας  πόλη. Αυτή τη σιωπή που επιβιώνει ανά τους αιώνες των αιώνων.  Αυτή που το ρεύμα πότε την πάει από εδώ και πότε την πάει από κεί. Αυτή που ακολουθεί πάντοτε αθόρυβα και για να νιώθει ασφάλεια τα πολλά φώτα και τη φασαρία, σαν το ψάρι που τρέχει πίσω από ένα τεράστιο δόλωμα και μόλις δεν το φτάσει ή φάει μόνο μια μικρή δαγκωματιά, περιμένει το επόμενο ρεύμα μήπως και χορτάσει. 
Ο γεροναυπλιώτης μας όμως το μόνο ρεύμα που είχε πια να περιμένει ήταν το φθινοπωρινό.  Γλυκό μεν, μα επίπονο γι αυτόν δε. Και κανείς δεν έμαθε σε πόσα και ποιά ρεύματα είχε αφήσει όλα αυτά τα χρόνια τη ζωή του. Σε κανέναν δεν μίλησε και κανείς δεν του μίλησε επίσης. Παίζει κιόλας να μην τον είδε και κανείς. Να ήταν για ώρα πολύ, αόρατος.
Αυτό το τελευταίο θα έλεγες πως είναι μια τέχνη εξόχως τοπική. Εξού κι η βεβαιότητα της καταγωγής.

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Εικόνες από έναν μελλοντικό προεκλογικό αγώνα

Με την ευκαιρία του ξεκατινιάσματος του Κωστούρου με τον Γραμματικόπουλο για τα τζάμια του 2ου νηπιαγωγείου Ναυπλίου οραματίστηκα ένα καθόλα απίθανο σενάριο της προεκλογικής τους κόντρας για το δημαρχιακό στέμμα.
Η ιστορία μας ξεκινάει έξω ακριβώς από το σπίτι της κυρά-Θοδώρας στη Πρόνοια Ναυπλίου. Εκεί βρίσκεται καμαρωτός καμαρωτός ένας κάδος σκουπιδιών του δοξασμένου μας Δήμου. Το σπίτι της κυρά-Θοδώρας βρίσκεται σε κομβικό σημείο του προσφυγικού οικισμού με αποτέλεσμα κάθε μεσημέρι ο κάδος να γεμίζει μέχρι απάνου Προνοιώτικα σκουπίδια. Η κυρά-Θοδώρα κλασική ναυπλιώτισσα και πονηρή, όποτε έβρισκε την ευκαιρία μετακινούσε τον κάδο λίγα μέτρα πιο πέρα για να γλιτώσει τις άσχημες μυρωδιές. Οι γειτόνοι όμως δεν ήσαν μαλάκες και επέστρεφαν τον κάδο ξανά πίσω στον ορισμένο του χώρο. Είδε κι απόειδε η κυρά-Θοδώρα η νοικοκυρά και έστειλε μια έγγραφη διαμαρτυρία στη τεχνική υπηρεσία του Δήμου με στόχο να φύγει μιά και καλή ο κάδος από τη γειτονιά. Ο Δήμος, όπως συνηθίζει τα τελευταία χρόνια και όχι μόνο, αγνόησε την επιστολή και το πρόβλημα συνεχιζόταν.
Η κυρά-Θοδώρα δεν ήταν καμιά περίεργη ούτε ιδιαιτέρως ιδιότροπη. Ήσυχος άνθρωπος και κουτσομπόλης μόνο για να περνάει η ώρα. Αλλά το κακό με τη μυρωδιά είχε παραγίνει και την είχε κάνει έξαλλη.
Μιά μέρα της προεκλογικής περιόδου πέρασε από το δρόμο για τις γνωστές προεκλογικές χαιρετούρες ο Χρήστος ο Γραμματικόπουλας. Η κυρά-Θοδώρα ήταν ψιλοκωστουρικιά λόγω του γαμπρού της και δεν ήθελε να τον χαιρετήσει. Ο κάδος όμως την ανάγκασε και βγήκε έξω. Μέσα στη χαιρετούρα άρχισε να εξηγεί στον λεβέντη μας το πρόβλημα. Ο λεβέντης μας που δεν ήθελε μέρες που ήτανε να χαλάσει ναυπλιώτικες καρδιές της υποσχέθηκε πως θα επιληφθεί ο ίδιος του θέματος. Η αλήθεια ήταν πως πέρα από την τυπική συγκατάβαση είχε βρεί μια καλή ευκαιρία να εκθέσει τον νυν Δήμαρχο στα μάτια όλου του κόσμου.
Έφερε λοιπόν έναν φωτογράφο, τράβηξε τον γεμάτο κάδο από διάφορες γωνίες και συνέταξε ένα πύρινο δελτίο τύπου που έλεγε:

"Aν ο κύριος Κωστούρος οραματίζεται για τη πόλη ένα μέλλον με τέτοιες εικόνες πλανάται πλάνην οικτρά. Ο λαός της περιοχής έχει και γνώση και κρίση και οι εποχές των παχυλών υποσχέσεων και των εύκολων συνθημάτων έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η μέρα πλησιάζει που ο ιστορικός μας Δήμος θα αλλάξει χέρια και θα αποκτήσει νέα οράματα. Τα οράματα που του αξίζουν και πρέπει να γίνουν πράξη πάση θυσία. Εμείς και θέλουμε και μπορούμε. Και ο κόσμος το γνωρίζει και δεν παρασύρεται πια από επικοινωνιακά κι ανούσια τερτίπια. Σύντομα οι πολίτες θα φωνάξουν με την ψήφο τους πως η πιο μαύρη περίοδος στην ιστορία της πόλης μας θα είναι πια παρελθόν"

Ναύπλιο Νέα Ελπίδα και από κάτω οι φωτογραφίες του Κάδου της κυρά-Θοδώρας. Ο Κωστούρος έξαλλος ανταποδίδει:

"Oι μικροπολιτικές σκοπιμότητες και ο λαικισμός οδήγησαν την πόλη στο μαρασμό και την παρακμή που είναι σήμερα. Πολιτικά ήθη και έθιμα σαν αυτά που κομίζει ο κύριος Γραμματικόπουλος δεν τιμούν τον ίδιο ούτε τους πολίτες της περιοχής και είναι ξεπερασμένα από τον ίδιο τον λαό. Η μεγάλη μας ευθύνη να οδηγήσουμε τον Δήμο στο μέλλον και τις προκλήσεις της εποχής δεν μας επιτρέπει να ασχολούμαστε με τα μικρόνοα παιχνίδια του κυρίου Γραμματικόπουλου και του επιτελείου του. Τον αφήνουμε στον κατήφορό του και κοιτάμε μόνο μπροστά!"

Κωστούρος Δημήτρης και τα μυαλά στα κάγκελα. Απάντηση Γραμματικόπουλα:

"Oι εικόνες μιλάνε από μόνες τους. Αν ο κύριος Κωστούρος νομίζει πως όλοι οι πολίτες είναι τυφλοί ή αγνοούν το τεράστιο ζήτημα της καθαριότητας και της υγιεινής τους, τότε δεν γνωρίζει σε ποιό Δήμο διατέλεσε για το σύντομο χρονικό διάστημα που του απομένει, δήμαρχος. Καληνύχτα σας κύριε Κωστούρε!"

Ναύπλιο, Νέα Ελπίδα και πόλεμος.


Ο Κωστούρος ανεβάζει στο προφίλ του στο facebook το υπαινικτικό τραγούδι του Αντύπα " Ζηλεύω πολύ" και από κάτω βάζει μια κίτρινη φατσούλα που βγάζει κοροιδευτικά την γλώσσα της. Από την τεχνική υπηρεσία του Δήμου δημοσιεύεται επιστολή πως ο κάδος της κυρά-Θεοδώρας μαζεύεται κάθε πρωί αλλά ένεκα του κομβικού του σημείου παραγεμίζει πολύ γρήγορα. Το ίδιο επιβεβαιώνει στο facebook σε σχόλιο κάτω από την ανάρτηση του Αντύπα γειτόνισσα του δρόμου, βαμμένη Κωστουρικιά, η κυρά Ευτέρπη. 
Ο Γραμματικόπουλος όμως αντεπιτίθεται ξεθάβοντας την επιστολή διαμαρτυρίας της κυρα-Θοδώρας στη τεχνική υπηρεσία. Του την βρήκε ένας δικός του που του υποσχέθηκε προαγωγή μόλις έρθει στα πράγματα. Με την επιστολή διαμαρτυρίας στα χέρια κατηγορεί τον Δήμαρχο για αδικαιολόγητη καθυστέρηση και αδιαφορία. 
Την λύση τελικά την έδωσε ο κυρ-Τάκης, σύζυγος κυρά-Θοδώρας. Ο κυρ-Τάκης ήταν πρώην Τσουρνικός και βαμμένος Τάκαρος. Μετά τη διάσπαση του συνδυασμού του Τάκαρου όμως, οι μισοί του αγαπημένοι πήγαν με τον Κωστούρο, οι άλλοι μισοί με τον Γραμματικόπουλα. Κλασικό θύμα επομένως ενδοδημαρχιακού εμφυλίου ο κυρ-Τάκης δεν ήξερε ποιόν να υποστηρίξει και τον έψελνε και διαρκώς και η γυναίκα του που δεν έπαιρνε θέση δημοσίως στο οικογενειακό τους πρόβλημα. Ο δύστυχος ο κυρ-Τάκης όμως δεν ήθελε να στεναχωρήσει κανέναν. Όλους τους αγαπούσε και με όλους ήθελε να τα έχει καλά. 
Τελικά βόλεψε μέσω ενός συμβούλου το μικρό του γιό σε κάτι πεντάμηνα του Δήμου και αποφάσισαν έτσι οικογενειακώς και ησύχως να μην συνεχίσουν άλλο την ιστορία. Άλλωστε η μυρωδιά του Κάδου σκέφτηκαν πως δεν ήταν δα και τόσο απαίσια. Θα την είχαν μάλλον συνηθίσει.
Ο κυρ-Τάκης βέβαια παρέμενε αναποφάσιστος. Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν το βόλεμα του γιού, η οικογενειακή γαλήνη και η σκέψη πως ο Δήμος είτε με τον έναν είτε με τον άλλον δήμαρχο, έχει λαμπρό μέλλον. 

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Αναρχικός αυτόχθων

(το κείμενο αναφέρεται σε συγκεκριμένα ανώνυμα άτομα του Ναυπλίου και σε καμία περίπτωση δεν θεωρεί πως αυτά τα άτομα εκφράζουν την ιστορία, τους αγώνες, την προσφορά και το πνεύμα του αναρχικού κινήματος)

Ξυπνάς μια ωραία πρωία στ' Ανάπλι έφηβος και έχεις πήξει από τη βαρεμάρα. Δεν έχεις απολύτως τίποτα να κάνεις (λογικό) μέχρι που σου περνάει από το μυαλό μια καταπληκτική ιδέα. Να γίνεις αναρχικός. Εξαιρετική επιλογή θα έλεγα. Ζείς μέσα σε ένα υπερσυντηρητικό κλουβί με γύρω γύρω θάλασσα, το αίμα σου βράζει για πρωτοπορία και δράση και ο τόπος σου ζητάει μια ελάχιστη ανανέωση μπας και γλιτώσει το τελειωτικό σάπισμα. 
Και τί καλύτερο από τον ιστορικό, φιλοσοφικό και πνευματικό κόσμο της άναρχης κοινωνίας. Της αυτοοργάνωσης, της εργατικής αυτοδιεύθυνσης, της κολεκτιβοποίησης, της αυτονομίας, της αντιεξουσίας, της αέναης αμφισβήτησης, της αλληλεγγύης, της ισότητας και τόσο άλλων υπέροχων ιδεών και εννοιών. 
Ξεκινάς λοιπόν από τα βασικά. Γκόντγουιν, Προυντόν, Μπακούνιν, Κροπότκιν και στο τσακίρ κέφι χτυπάς και έναν Κορνήλιο Καστοριάδη. Υπέροχοι άνθρωποι, μεγάλα μυαλά. Ανακατεύεις και λίγο Μαρξ, Γκράμσι και άλλους θεωρητικούς του σοσιαλισμού και το γλυκό δένει για τα καλά μέσα στο αναρχικό νεανικό κεφάλι σου. Και μετά;
Μετά φοιτητής. Καταλήψεις, πορείες, αγώνες, ιστορικά βιβλία, διαλέξεις, εκδηλώσεις, αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, αυτοδιαχειριζόμενα κυλικεία, ιατρεία, φαρμακεία, καφενεία και δεν συμμαζεύεται. Και μετά; 
Μετά φαντάρος εκτός αν καταφέρεις να μην υπηρετήσεις. Και μετά; 
Μετά πίσω στ' Ανάπλι. Στη μητέρα γή. Στο τόπο που σε ανέθρεψε, σε μεγάλωσε, σου πρόσφερε παιδικές μνήμες και αισθήματα και που τώρα πιά σε χρειάζεται όσο τίποτα άλλο. Πίσω λοιπόν στην αγαπημένη σου κοινότητα για να της μεταγγίσεις το φρέσκο και ζωντανό ελευθεριακό σου αίμα. Και τί κάνεις;
Μήπως στήνεις μαζί με τα φιλαράκια σου κάποιο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι που τόσο λείπει από τη φτωχή πολιτιστικά κοινότητά σου; Δεν το είδα πουθενά. Ούτε προβολές ταινιών είδα, ούτε παζάρια αλληλεγγύης, ούτε συνελεύσεις άστεγων συλλόγων και φορέων, ούτε συλλογικές κουζίνες, ούτε εκθέσεις έργων τέχνης, ούτε υπαίθριους καφενέδες ούτε τίποτα. 
Μήπως αντιμετωπίζεις με θάρρος και ηρωισμό τη φασιστική απειλή που επισκέφτηκε και τη πόλη σου; Δεν είδα κάποιο δίκτυο αλληλεγγύης πολιτών ανεξαρτήτως αίματος τώρα τελευταία. Ούτε αυτοοργανωμένους συλλόγους μεταναστών και μειονοτήτων παρατήρησα. 
Μήπως εντάσσεσαι σιωπηρά και εργατικά στις ήδη διαμορφωμένες δομές αλληλεγγύης της μικρής σου κοινότητας; Στη Πύλη Πολιτισμού για παράδειγμα; Στο κοινωνικό φροντιστήριο του Δήμου; Στο κοινωνικό φαρμακείο ίσως; Δεν σε είδα ούτε εκεί.
Μήπως οργανώνεις λαικές συνελεύσεις κωλοπλένηδων για να γίνουμε όλοι οι αυτόχθονες υπεύθυνοι της ζωής μας και των αποφάσεών μας; Μήπως παρεμβαίνεις ενεργά στα δημοτικά συμβούλια; Ούτε στη συνεδρίαση για την πώληση της Καραθώνας δεν σε είδα πάντως. 
Μήπως έχεις αράξει σπιτάκι σου και στήνεις ένα ωραίο, ελεύθερο και γαμάτο δίκτυο αντιπληροφόρησης  για την περιοχή σου; Ένα μπλοκ ανεξάρτητης και τοπικής ενημέρωσης με ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε πολίτη να παρεμβαίνει και να συνδιαμορφώνει τις ειδήσεις; Ομολογώ πως χαζεύω για ώρες στο δίκτυο αλλά τίποτα τέτοιο δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου. 
Μήπως μικρέ αυτόχθονα αναρχικέ  τελικά δεν είσαι πουθενά; Μήπως δεν κατοικείς καν εδώ και εγώ ψάχνω μέσα σε ψευδαισθήσεις να σε βρώ; Αποκλείεται.
Και λέω αποκλείεται γιατί σε είδανε. Και όχι μια φορά αλλά συνέχεια. 
Κάποιοι εναπομείναντες παλιοναυπλιώτες σε φωτογράφισαν κιόλας και μου έστειλαν τις φωτογραφίες να τις παρουσιάσω αποκλειστικά στο μπλοκ μου. Και θα το κάνω. Σήμερα θα μάθουν όλοι οι αυτόχθονες  πόσο μεγάλος μαλάκας είσαι. Πόσο αναρχικός του κώλου και του καναπέ. 
Γιατί μικρέ αυτόχθονα αναρχικέ, ενώ δεν είσαι πουθενά, έχεις πάει και έχεις μπαστακωθεί μόνιμα απέναντι ακριβώς από παλιοναυπλιώτικες πόρτες και παράθυρα μουτζουρώνοντας απλά και μόνο την ηχηρή απουσία σου. Βρωμίζοντας και μαυρίζοντας την ίδια σου τη κοινότητα. Και μάλιστα το πιο ιστορικό και όμορφο μέρος της. 
Γι αυτό ίσως δεν πολεμάς ουσιαστικά τους ντόπιους φασίστες παρά μόνο με μουτζούρες. Τους χρειάζεσαι μάλλον για να υπάρχεις μικρέ αυτόχθονα φασιστάκο. Κρίμα. Τελικά και εσύ τα ίδια μαύρα σκατά είσαι. Να ξέρεις πως στην ιδεατή κοινωνία σου, θα κατουράω κάθε πρωί την αυλή του σπιτιού σου. 












Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Περί Βλαχοδημάρχων λόγος

Δηλαδή συγνώμη. Είναι τυχαίο που μόλις η αυτού μεγαλειότητα της τελειότητας του κύριος Αλεξέι Τσιπρόφ αναφώνησε τον όρο "Βλαχοδήμαρχοι" να σηκώσει πρώτος τη μύγα, συγνώμη το γάντι, ο δήμαρχος του Άργους κύριος Καμπόσος; Aπό όλους τους δημάρχους της επικράτειας πρώτος ο κύριος Καμπόσος; Τυχαίο; Δεν νομίζω. 
Όχι βέβαια πως συμφωνώ με τον σύντροφο Αλέξη στους χαρακτηρισμούς του. Διαφωνώ καθέτως, οριζοντίως, πλαγίως και καθιστώς. Άλλο το ένα όμως και άλλο το άλλο.
Γιατί αν θέλει κάποιος πραγματικά να φέρει μια κάποια αλλαγή στον σάπιο και διεφθαρμένο κόσμο της τοπικής αυτοδιοικήσεως θα ήταν πιο λογικό αντί να ασχολείται με την σάπια κεφαλή, να ασχοληθεί με την σάπια βάση. Αντί λοιπόν να ασχολούμαστε με τους βλαχοδημάρχους ας ασχοληθούμε ευθέως και ειλικρινώς με τον βλαχόκοσμο που τους εκλέγει. Θα ήταν λέτε αντιδημοφιλές και αντιεπικοινωνιακό; Μπορεί. Αλλά θα ήταν σίγουρα επαναστατικό, ριζοσπαστικό και θα σηματοδοτούσε μια πνευματική και πολιτιστική πρόταση. 
Γιατί βλάχος δεν είναι σε καμία περίπτωση ο έχων βλάχικη καταγωγή. Ούτε βεβαίως αυτός που ζεί στα χωριά και ασχολείται με γίδια, πρόβατα και αγροτικές δουλειές. Η ελληνική γλώσσα επιβιώνει χιλιάδες χρόνια έχοντας την δυνατότητα να δημιουργεί καινούριες λέξεις και να επανανοηματοδοτεί παλιές. Όπως η λέξη βλάχος που εννοεί τώρα πια  τον αταίριαστο, τον κιτς, τον χαζομιμούμενο την αστική συμπεριφορά, τον απολίτιστο, τον κάγκουρα, τον κενό, τον τρεντομάλακα, τον κουτοπόνηρο, τον αρχοντοχωριάτη και όλα τα παρεμφερή. Οι βλάχοι είναι κρυμμένοι παντού. Λάθος, δεν είναι κρυμμένοι. Είναι εμφανέστατοι. Σε πόλεις και χωριά. Σε ραχούλες, λιβάδια και τσιμεντένιες πολυκατοικίες. Βρίσκονται πάνω σε γαιδούρια, μηχανάκια κι αυτοκίνητα, ενίοτε πολυτελείας. Διοικούν και διοικούνται. Οδηγούν και οδηγούνται.
Στην Αθήνα την πρωτεύουσα, οι βλάχοι ονομάζονται Τσιμεντόβλαχοι. Είναι αυτό το κοπάδι που καταλαμβάνει ανά περιόδους επαρχιακούς τόπους και τους μετατρέπει σε τσιφλίκι του. Εντός του άστεως κορνάρουν ασυστόλως, μουτζώνουν, σπρώχνονται σε ουρές, τσακώνονται με το παραμικρό σε λεωφορεία, τρόλευ και μετρό, πετάνε παντού σκουπίδια, απλώνουν τα σκατά των σκύλων τους σε όλα τα πεζοδρόμια, δηλητηριάζουν τα ζώα των άλλων, ακούνε και κάνουν μόδα κάθε σαχλοτράγουδο που τους πιπιλίζει τον εγκέφαλο, δεν χαιρετούν και περπατάνε πάντοτε κατηφείς και βιαστικοί.
Στο Ναύπλιο οι βλάχοι ονομάζονται μπουρτζόβλαχοι. Εκ του Μπουρτζίου ο λόγος. Είναι αυτό το είδος αυτοχθόνων που ενώ θεωρεί πως ο τόπος καταγωγής του είναι πόλη και όχι χωριό, η συμπεριφορά του και ο χαρακτήρας του δεν το αποδεικνύουν. Αντιθέτως. Φανερώνουν το ακριβώς αντίθετο. Είτε ζούν το αστικό παραμύθι της πρώτης πρωτεύουσας των κωλοπλυμμένων (βαυαροί γραφειοκράτες), αυτό το γονίδιο ψευτοαριστοκρατίας που κληρονομήθηκε σε κάμποσους ντόπιους ιθαγενείς είτε της πρωτεύουσας της Αργολίδας απλά, ζούν και αναπνέουν σε έναν μικρόκοσμο με σύνορα τη Δαλαμανάρα από τη μία και την Επίδαυρο από την άλλη. Σε έναν μικρόκοσμο κουτσομπολιού, ξερολίασης, καθημερινής μιζέριας, ανιστόρητης πολυλογίας, ημιμάθειας, μηδενικής ενεργητικότητας και αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Είναι το αργόσυρτο συντηρητικό προσκήνιο της πόλης. 
Στα γύρω χωριά, μιλάμε για τους Αργολιδιώτικα χωριά, οι βλάχοι ονομάζονται μπαστουνόβλαχοι, τσοπανόβλαχοι, τυρόβλαχοι και άλλα παρόμοια. Πρόκειται για το είδος που ονειρεύεται να ζήσει στη πόλη (Άργος, Ναύπλιο) και κυρίως να κυκλοφορήσει στη πόλη τις αργίες, τις γιορτές και τα Σάββατα. Είναι αυτοί οι μικρόνοες που θεωρούν το Ναύπλιο μια κοσμοπολίτικη πασαρέλα αφήνοντας τα χωριά τους να ερημώνουν με γκιόσα και γουρνοπούλα κάθε τρίτη και πέμπτη. Στήνουν και κανά πανηγύρι με γύφτικα τραγούδια κάθε καλοκαίρι και νομίζουν πως το έκαναν το χρέος τους στο τόπο τους.  Τις άλλες μέρες κατεβαίνουν στ' Ανάπλι συνήθως παρέα με όλο τους το σόι ή τη ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού τους, συνδυάζουν πάνω τους όλα τα χρώματα της ίριδας για να είναι trendy και φοράνε όλα τα ασημικά και τα χρυσά της μπιζουτέριας του πατρικού τους. Οι μουσικές τους επιλογές εκτείνονται από το σκυλοπόπ μέχρι τα σκυλάδικα. Οι πιο προχωρημένοι ακούνε και αρκουδιάρικα μπιτάκια της μοδός. 
Ένα κλασικό παράδειγμα βλαχιάς στη πόλη μας για να γίνω κατανοητός είναι η οδός Μπουμπουλίνας. Η πασαρέλα που λένε, ή αλλιώς βλάχικα. Γιατί τα λένε όμως βλάχικα; Μήπως επειδή εκεί συχνάζουν Βλάχοι στη καταγωγή; Όχι. Μήπως γιατί οι θαμώνες τους είναι κάτοικοι χωριών και όχι πόλης. Σαφώς και όχι. Οι θαμώνες τους είναι Αθηναίοι, Ναυπλιώτες, Αργείοι και κάτοικοι χωριών εξίσου. Τότε γιατί βλάχικα; 
Η απάντηση είναι απλή. Το μέρος κάποια στιγμή εξελίχθηκε σε trendy στέκι. Πολύχρωμα μαγαζάκια με κυριλέ καθίσματα, φουρφουλέ μαξιλάρια, μπιτάκια και σκυλοπόπια, θόρυβο και πασαρέλα τοπικής μόδας. Και όλα αυτά μπροστά στο λιμάνι μιας νεοκλασικής πόλης με γραφικά σπίτια και σοκάκια, με μεγάλη ιστορία και αισθητική αργών, λαικών κι απλών ρυθμών. Ο τέλειος αντιαισθητικός συνδυασμός. Ο ορισμός του κιτς. Κοινώς, του βλάχικου. Αναμενόμενο ήταν λοιπόν το μέρος να φιλοξενεί κυρίως Τσιμεντόβλαχους, Μπουρτζόβλαχους και Μπαστουνόβλαχους. Τους βλάχους δηλαδή από κάθε γεωγραφική τοποθεσία. 
Τέλος για να μην ξεχαστώ, στη μεγάλη λίστα των βλαχόκοσμου οφείλουμε να προσθέσουμε τους Ελληναράδες υπερπατριώτες. Είναι μεν φρέσκο αυγό αυτό αλλά για χρόνια επώαζε μέσα στις ψυχές του συλλογικού μας ασυνείδητου. Είναι αυτή η ανώτερη φυλή Ελλήνων που θεωρεί όλες τις άλλες ζώα, πιθήκους, μολυσμένους, άπιστους και χίλια δύο άλλα  ενώ η ίδια δεν ξέρει να διαβάζει, να γράφει, να μιλάει και γενικώς να συμπεριφέρεται ανθρωπίνως. Ζεί πάντοτε μέσα στο μίσος και την οργή, θεωρεί πως οι πάντες την κυνηγούν γιατί είναι ιερή, ζεί σε ένα φανταστικό και ψεύτικα φτιαγμένο παρελθόν χωρίς την παραμικρή δόση εθνικής αυτοκριτικής, πουλάει πόλεμο και θεωρεί όλους τους υπόλοιπους Έλληνες προδότες και πουλημένους.
Και η λίστα του βλαχόκοσμου δεν τελειώνει με τίποτα σύντροφοι αυτόχθονες ιθαγενείς. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς τους ουρακοτάγκους χούλιγκανς των γηπέδων, τους μανιακούς θρησκόληπτους του κατηχητικού, τους ομοφοβικούς, τους επιτηδευμένα κραγμένους γκέι, τις γυναίκες που βρίζουν και μιλάνε σαν νταλικέρισσες και όσους άλλους χωράει ο νούς σας και η χώρα σας.
Γι' αυτό λοιπόν σύντροφε Αλέξη τί νόημα έχει να ασχολούμαστε με τους βλαχοδημάρχους; Και να φύγουν όσοι είναι τέτοιοι τί θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικό; Θα μείνει μόνο ένα τεράστιο βλαχοπλήθος  ακυβέρνητο και χωρίς βλαχοδηγό. Η βλαχιά άλλωστε σύντροφε Αλέξη είναι ζήτημα  κυρίως και βασικώς οχλοκρατικό όπερ σημαίνει λαοφιλές. Και ζεί παντού. Στα σαλόνια και τ'αλώνια. Στις κορυφές και τους πρόποδες. Στα ρετιρέ και τα υπόγεια. Για να την ξεριζώσεις μόνο μια πνευματική και πολιτιστική επανάσταση θα μπορούσες να ξεκινήσεις. Θα ήταν ίσως ο μοναδικός εμφύλιος που θα άξιζε τον κόπο να συμμετέχει κάποιος. Όλα τα υπόλοιπα είναι σκέτα λόγια που αφορούνε  βλάχους και μόνο αυτούς.
Και τον δήμαρχο Άργους βεβαίως βεβαίως.



Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Η κυρία Αθηνά της οδού Μπουμπουλίνας

Καλοκαίρι. Μέσα της δεκαετίας του 2000. Η Ελλάδα και το Ναύπλιο βράζουν στο ζεστό ζουμί της εθνικοοικονομικής ευδαιμονίας. Μαγαζιά γεμάτα. Καφές, ποτό, φαγητό, όχι διαζευκτικά όπως σήμερα, όλα στο ίδιο βράδυ. Επίκεντρο της κλαρινογαμπρικής Ναυπλιώτικης νύχτας, η ημιαπαστράπτουσα πασσαρέλα της εποχής. Οδός Μπουμπουλίνας ή 'Αργείτικα' ή 'Βλάχικα'. Αβάκα, έκπλους, εν ζω, σείριος, πόρτο. Ειδικά το Αβάκα σε μεγάλες δόξες. Τραπέζια ρεζερβέ, κόσμος όρθιος στο περίμενε, τοπικές ντίβες ενδεδυμένες με χαρτοπετσέτα κοντοστέκονται. Ανδρικές παρέες χωρίς πολλές ελπίδες να γίνουν μικτές, με γυρισμένες τις καρέκλες προς το πέρασμα. Σαν θέατρο.
Κι εκεί που νομίζεις ότι η παράσταση είναι ημίγυμνη επιθεώρηση που περιοδεύει στην επαρχία, το σκηνικό αλλάζει. Γίνεται αρχαίο δράμα. Με ήρωες, κορύφωση και - βέβαια - απο μηχανής θεό. Ένας ψίθυρος απλώνεται και γίνεται βουή: βγαίνει ... βγαίνει ...
ΒΓΗΚΕ!
Από το μπαλκόνι πάνω από το σείριος, εμφανίζεται γιαγιά με νυχτικό και κουβά. Τα φλας των VGA καμερών του τότε ανάβουν σαν δαιμονισμένα. Το νερό της αγανακτισμένης γιαγιάς περιλούζει τους περαστικούς, πέρνοντας στιγμιαία εκδίκηση για τα ήσυχα Ναυπλιώτικα βράδια που ήταν πια παρελθόν ... Το πλήθος αλλαλάζει και παροτρύνει για ένα ακόμη κατάβρεγμα. 'Τι ήταν αυτό;' τολμώ να ψελλίσω. 'Μα καλά δεν το ξέρεις;' με επαναφέρουν στην τάξη. 'Κάθε βράδυ γίνεται'. Λίγα λεπτά μετά, ο ευχάριστος θόρυβος καταλαγιάζει.


Τιμή και δόξα στη γιαγιά που έριχνε νερά στη Πασαρέλα. Στη γριά προφήτισσα. Αυτή που ένεκα της συνήθειας είχε μάθει από μικρή να καταβρέχει τις λυσσασμένες γάτες για να ξεκουμπίζονται από τη γειτονιά. Τιμή και δόξα  στη γεροναυπλιώτισσα. Που έκανε μούσκεμα τις ορδές των βαρβάρων και ας της έδιναν λεφτά. Πολλά λεφτά. Ήταν βλέπεις η ιδιοκτήτρια όλου του κτιρίου. Και του καταστήματος φυσικά. Ε, και; Ας έφευγαν.
Οι ορδές όμως αλλάλαζαν στην εμφάνισή της και αυτή, από τον ψηλό θρόνο της μεγάλης σταρ, ίσως της μεγαλύτερης που πέρασε ποτέ από τα μέρη μας, με την υπεροπτική αύρα της πρωταγωνίστριας, ηρεμούσε τους δαίμονες της πόλης με λίγο αγιασμό.
Τώρα θα μας βλέπει από τα μπαλκόνια τ’ουρανού και θα γελάει. Θα πίνει καφεδάκο παρέα με τους παλιούς θαμώνες του Γιοτ Κλάμπ, του Σαν Ρόκκο, του πρώτου Σαβούρα, του Κάτσεχάμου, του Χουντάλα, του Έλατου, των καμπαρέ της δεκαετίας του 30 και των παλιών καφενέδων του δρόμου και θα καλαμπουρίζει  αυτή τώρα, την αυτόχθονή μας άγνοια. Κάθαρση.  


Μια συμπαραγωγή του palamidi.gr (Panos ΤheGrecian) και του palabourtzi.blogspot.gr (Mario Vagman)

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Κολοκοτρώνης μας μάρανε

Εδώ δεν έχουμε να φάμε, ο Κολοκοτρώνης μας μάρανε. Και όχι ο ίδιος. Να πείς πως ήτανε ο ίδιος αυτοπροσώπως ο γέρος του Μοριά, πάει κι έρχεται. Θα είχε μια κάποια αξία η παρουσία του. Θα τον βάζαμε ας πούμε να ποτίζει καθημερινά το πάρκο ή να ισιώνει τα μπέκ του Δήμου που βαράνε όλα στον γάμο του Καραγκιόζη και ποτίζουν τα τσιμέντα των δρόμων.
Να πείς πως ήτανε έστω κανά πεντοχίλιαρο με την αφεντομουτσουνάρα του πάνω, κάτι θα σήμαινε. Θα είχε μια αξία ανταλλακτική, συλλεκτική ή έστω συναισθηματική. 
Αλλά το άγαλμα; Τόσος χαμός για ένα άγαλμα;
Και δώσ' του το άγαλμα πέφτει, και δώσ' του το άγαλμα θέλει συντήρηση και νά σου πετιέται και ο άλλος που φωνάζει ντροπή, που δεν σεβόμαστε τα μνημεία και την ιστορία μας, που αφήνουμε ξεχασμένους τους ήρωες μας, τους εθνικούς ευεργέτες μας και άρες μάρες κουκουνάρες.


Εγώ λέω αν το αγαλματάκι τελικά καταρρεύσει, που το εύχομαι να πώ τη μαύρη αλήθεια μου, να μην το αφήσουμε ανεκμετάλλευτο.
Όπως διάβασα και στο τοπικό τύπο, η κατασκευή έχει μεγάλη ιστορία και το έργο είναι διεθνώς αναγνωρισμένο. Οι κουτόφραγκοι θα δώσουνε κάμποσα για να το αγοράσουν. Μην αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Θα είναι κρίμα κι άδικο. Ένα καρναβάλι θα μας το έβγαζε σίγουρα και με περίσσευμα μή σου πω για καθαροδευτέρα.. 
Όλες οι στολές των παιδιών θα ήταν εξασφαλισμένες. Πασχαλίτσες, πεταλουδίτσες, σούπερ ήρωες, νίντζα, χρυσαυγίτες, καουμπόηδες, πειρατές, όλες. Εκτός από τις βενετσιάνικες που τις έχουμε καβάτζα από την ενετοκρατία και τις άλλες του λαογραφικού. 
Θα εξασφαλίζαμε όλα τα γλυκά του καρναβαλιού, τις σοκολάτες, τα μαλλιά των γριών, τις μάσκες, τους αφρούς, τις σερπαντίνες, τους χαρτοπόλεμους, τα ρόπαλα και τις σφυρίχτρες. 
Για πρώτη φορά θα μπορούσαμε να έχουμε καρναβαλικά άρματα της προκοπής και ο καρνάβαλός μας να είναι ας πούμε ο Σαμαράς. Κάτι μεγαλοπρεπές τέλος πάντων και βασιλικό. Αληθινός Βασιλιάς Καρνάβαλος. 
Και το πιο σημαντικό είναι να μπορούσαμε να φέρναμε για τη μεγάλη καρναβαλική γιορτή της Κυριακής ένα μεγάλο πολιτιστικό όνομα. Τη Πάολα ή έστω την Άννα Βίσση. Και από άνδρες τον Οικονομόπουλο ή τον Νίνο. Και για άφτερ βεβαίως Γωγώ Τσάμπα και Σαφέτης. Έτσι για τη παράδοση και τη πολιτιστική μας κληρονομιά. Και θα πίναμε και ένα ποτηράκι στην υγειά του συγχωρεμένου του Θοδωρή. Θα ρίχναμε και μια γυροβολιά στη μνήμη του.
Και όσο για τα τέσσερα κανόνια που περιστοιχίζουν την βάση της κατασκευής, δεν θα τα πουλάγαμε κι αυτά, προς Θεού. Δεν είμαστε άπληστοι ούτε αχρείοι. Θα τα βάζαμε δίπλα από τα πέντε αδέλφια στη παραλία, απλωτά-απλωτά,  και θα είχαμε πλέον τα εννιά αδέλφια. 
Ένα μνημείο χάνεις, ένα μνημείο κερδίζεις. Fair enough!
Καλό μήνα!