"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Xoρωδία Συναγερμών και μια ιστορία πορνό του 60

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές είναι ξημερώματα Σαββάτου, 28 Σεπτεμβρίου του 2013, ώρα τρείς και κάτι μεταμεσονύχτια. Σκεφτόμουν να γράψω μια ιστορία, ένεκα έλλειψης τοπικής επικαιρότητας, που μου διηγιόταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου και αφορούσε κάποιες λεσβιάζουσες καλόγριες της περιοχής την δεκαετία του 60. Είχα όμως δίλημμα. Μήπως προκαλέσω υπερβολικά το θρησκευτικό αίσθημα των συμπολιτών μου, σκεφτόμουν. Μήπως θίξω τα θρησκευτικά πιστεύω των συντηρητικών αυτοχθόνων. Δεν είχα τέτοια πρόθεση βεβαίως. Και η ιστορία με τις λεσβιάζουσες καλόγριες είναι πέρα για πέρα αληθινή. Ούτε θεωρώ πως κάποιες αμαρτωλές και λεσβιάζουσες μοναχές ακυρώνουν μια ολόκληρη θρησκεία. Αλλά στο Ναύπλιο είμαστε, τα μυαλά των ανθρώπων ως γνωστόν δεν είναι και ιδιαιτέρως ανοιχτά οπότε αμφιταλαντευόμουν. 
Και εκεί που ήμουν έτοιμος να αυτολογοκριθώ, εκεί που πατούσα το backspace για να σβήσω τις πονηρές γραμμές, κόπηκε το ρεύμα. Όχι μόνο σε εμένα, αλλά στο μεγαλύτερο τμήμα της πόλης.  Ώρα 2 και κάτι μεταμεσονύχτια.  
Και έτσι ξαφνικά, μέσα στην φθινοπωρινή δροσιά της ναυπλιώτικης νύχτας, μέσα στο ρομαντικό και φοβιστικό σκότος τ' Αναπλιού, απλώθηκε ολούθε του Αργολικού κάμπου μια γλυκιά χορωδία δεκάδων, εκατοντάδων και ίσως χιλιάδων οικιακών συναγερμών.
Αυτά τα τεχνολογικά αηδόνια της ιδιοκτησιακής προστασίας έμειναν να τραγουδούν το τσιριχτό ατονάλ κομμάτι τους για μία ώρα περίπου όπου το φώς το αληθινό επανήλθε στις ψυχές και τα αυτιά όλων των αυτοχθόνων ξενύχτηδων.
Μιλάμε για πολλούς, πάρα πολλούς συναγερμούς σύντροφοι. Βγήκα ο έρμος στο μπαλκόνι μου να απολαύσω τα ελάχιστα λεπτά απόλυτου σκοταδιού, να κάνω τις παραδοσιακές σκέψεις πως θα ήταν ο κόσμος χωρίς ρεύμα και τεχνολογία, πώς ζούσανε παλιά και πως έβγαιναν οι ιστορίες με τα φαντάσματα και χρειαζόμουν ωτοασπίδες για να την παλέψω.
Και αφού τις φόρεσα τις ωτοασπίδες, γιατί είμαι ψυχάκιας, και ο ήχος έγινε σχετικά αχνός μέσα στον εγκέφαλό μου, φανταζόμουν ανθρωπάκια που τόσα χρόνια παρακαλούσαν και έγλειφαν βουλευτικά γραφεία, που ξεσκόνιζαν παππούτσια δημάρχων και άλλων επιφανών για μια δουλίτσα και ένα κομμάτι ψωμί, να κρύβονται τρεμάμενοι πίσω από πόρτες αγκαλιάζοντας τα προικιά και τα λούσα τους μπας και τους τα πάρουν.
Σιγά την περιουσία σύντροφοι! Σιγά την πολύτιμη κληρονομιά! Με μιά αλλαξιά βρακί έχουμε μείνει όλοι και δεν θέλουμε από ντροπή να το παραδεχτούμε. Δίνουμε κάθε μήνα σε φόρους, λογαριασμούς και δάνεια ατελείωτα ποσά, οι πάντες χρωστάνε στους πάντες, η πόλη σαπίζει εμπορικά και μείς φοβόμαστε μη μας κλέψουν το σπίτι και χάσουμε το τελευταίο περσικό χαλί που μας άφησε κληρονομιά η γιαγιά μας. Και τα χρυσαφικά μας τα έχουμε δώσει προ πολλού στα αρίθμητα ενεχυροδανειστήρια της πόλης για μια χούφτα ευρώ. Ή δεν τα έχουμε δώσει; Και τα ενεχυροδανειστήρια γιατί είναι τόσα πολλά και δεν κλείνουν τότε;
Αλλά ο κλασικός ο μαλάκας ο Ναυπλιώτης δεν βάζει μυαλό με τίποτα. Θα πληρώσει την εταιρεία συναγερμών για να νιώθει ήρεμος και να το παίζει και μούρη. Μπορεί να του κόβουν το ρεύμα, το νερό, να του παίρνει η τράπεζα το σπίτι αλλά ο συναγερμός συναγερμός.  Λες και οι διαρρήκτες δεν γνωρίζουν απέξω κι ανακατωτά την τεχνολογία συναγερμών και θα κωλώσουν σε κουμπάκια και ψηφιακά νούμερα. Έτσι για να μας χαλάσει με την βαβούρα του και τον μικροαστικό του φόβο την ειδυλλιακή διακοπή ρεύματος που πλέον σπάνια ζούμε.
Γι αυτό λοιπόν και γώ αποφάσισα να μην αλλάξω καθόλου την ιστορία μου και να την διηγηθώ όπως ακριβώς την ξέρω, αγνοώντας κάθε συντηρητικό αυτόχθονα κακομοίρη. Αγνοώντας και αυτόν και τις πανηλίθιες φοβίες του.
Όταν ήμουν μικρός λοιπόν και έκανα κοπάνες από το σχολείο, ο διευθυντής επειδή μου είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία ειδοποιούσε πάντοτε τους γονείς μου. Η μάνα μου, κλασική ελληνίδα μάνα, με έψελνε χωρίς να ρωτήσει ποτέ ούτε το γιατί ούτε το πως. Ο πατέρας μου όμως με έβαζε σε μία γωνία και με ρώταγε ήρεμα. Γιατί έκανες κοπάνα; Για να γλιτώσεις μάθημα; Είχες κάτι σημαντικό να κάνεις; Εγώ παιγμένο εφηβόπουλο που ήμουν, δεν του απάνταγα τίποτα. Και τότε αυτός, μου έλεγε κάθε φορά, μα κάθε φορά, την ίδια ναυπλιώτικη ιστορία για να με ορμηνέψει κωλοπλένικα.
Όταν ήταν στην ηλικία μου, δεκαετία του 60, αυτός και η παρέα του αλλά και όλα τα αγόρια του γυμνασίου αρρένων της εποχής,  έκαναν συχνά κοπάνες (σκασιαρχείο το λέγαν τότε) από τα μαθήματα του σχολείου. Ειδικά τις πρώτες ώρες. Οι κοπάνες όμως είχαν πάντοτε έναν σκοπό, δεν ήταν δηλαδή απλά για να χάσουνε μάθημα ( εδώ κολλάει το δίδαγμα), και ένα συγκεκριμένο μέρος. Την σπηλιά του δρόμου  Αρβανιτιάς-Καραθώνας. Η τοποθεσία δεν ήταν καθόλου τυχαία. Σε εκείνο το μέρος συνήθιζαν να αράζουν τα πρωινά κάποιες καλόγριες που μαζεύαν χόρτα, σαλιγκάρια και άλλα καλούδια από την γύρω περιοχή. Και αφού άραζαν στη σπηλιά για να ξαποστάσουν από την επίπονη εργασία, επιδίδονταν σε αχαλίνωτες ερωτικές περιπτύξεις αναμετάξυ των. Οι ξαναμμένες καλόγριες όμως δεν ήταν καθόλου μόνες τους. Παρέα τους, χωρίς βεβαίως να το γνωρίζουν, ήταν τα αυτόχθονα εφηβόπουλα της εποχής που τους έπαιρναν μάτι σε απόσταση ασφαλείας. Το μέρος είχε γίνει must και τα αγόρια μοίραζαν τις κοπάνες σε βάρδιες για να μπορούν να απολαύσουν όλοι το πικάντικο θέαμα.
Ω, ποία ντροπή  για την φιλήσυχη πόλη μας! Στο μπανιστήρι αναφέρομαι βεβαίως.

έργο του Μilo Manara 

2 σχόλια:

  1. Άρας Μάρας Κουκουνάρας30 Σεπτεμβρίου 2013 - 5:49 μ.μ.

    Αποκλείεται... τέτοιο πράγμα δε θα μπορούσε να το πει για την Αργολίδα ούτε ο Ηλίας Καννέλης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ο σημερινός συντηρητικός κωλοπλένης ενώ δεν του έχει απομείνει πλεον τίποτα(περουσιακό, εργασιακό,προοπτική και όνειρο) συνεχίζει να ακολουθεί ξεπεσμένους παρακμιακούς βουλευτές τύπου Μανιάτη που υπόσχεται ανάπτυξη χαλιλόπουλους και άλλους τέτοιους τύπους που δημιουργούν το καταλληλο φόντο σε μία χρεωκοπημένη χώρα της απελπισίας και των ενεχυροδανειστηρίων....

    ΑπάντησηΔιαγραφή