"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Οι δυο παλιοί συμμαθητές

Δύο αυτόχθονες Ναυπλιώτες, συμμαθητές παλιοί, περπατώντας στο εμπορικό πεζοδρόμιο της Άργους, πλησιάζουν ο ένας τον άλλον σε απόσταση τυπικής χαιρετούρας.


Και οι δύο έχουν αντιληφθεί την παρουσία του άλλου και το ενδεχόμενο συνάντησης αλλά και οι δύο επιθυμούν να την αποφύγουν. Είναι από τη μία που έχουν να τα πουν από καιρό,  μάλλον από την περίοδο του σχολείου, οπότε βαρεμάρα να προσπαθήσεις να εξηγήσεις την ζωή σου μέσα σε λίγα λεπτά και σε ένα άτομο που δεν σε ενδιαφέρει πια και τόσο, και από την άλλη δεν μπορούμε να πούμε πως είχαν από τότε και τις καλύτερες σχέσεις. Όχι πως είχαν τσακωθεί, αντιθέτως. Είχαν βρεθεί κάποτε με κοινές παρέες  αλλά μέχρι εκεί.  Ο καθείς την δουλίτσα του, την ζωή και φυσικά τον δικό του κοινωνικό κύκλο. Η κλασική σχέση μεταξύ των γνωστών μιας επαρχιακής πόλης.

Προσπάθησαν ματαίως να αποφύγουν το αντάμωμα  με τις κλασικές ναυπλιώτικες κινήσεις του στυλ "κοιτάω δήθεν μια βιτρίνα που με ενδιαφέρει πολύ" ή "προσποιούμαι πως με παίρνουν τηλέφωνο", αλλά δυστυχώς και για τους δύο δεν τα κατάφεραν. 

Ύστερα από χρόνια πολλά λοιπόν, οι δύο παλιοί συμμαθητές συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο καταμεσής της εμπορικής κίνησης της πόλης. Είναι και οι δύο άνεργοι. Παλιότερα είχαν μια δουλίτσα, βγάζαν ένα αξιοπρεπές μεροκαματάκι αλλά η κρίση τους έχει οδηγήσει στο εργασιακό ράφι εδώ και χρόνια. Την βγάζουν με ανασφάλιστα μικρομεροκάματα, χαρτζιλίκια και δανεικά. Τα ρούχα τους σινιέ αλλά αγορασμένα την περίοδο των καλών και παχιών αγελάδων και η διάθεσή τους αγγίζει πλέον τα όρια της ντροπής και της παντελούς έλλειψης αυτοεκτίμησης. 

Ζωγραφίζοντας στο πρόσωπό τους το δήθεν χαμόγελο της  ευτυχίας και του "όλα καλά" επιτέλους χαιρετιούνται. 

Έλα τί κάνεις; Καλά; Εσύ τί κάνεις; Χαθήκαμε. Περάσανε τα χρόνια. Φυσικά και πέρασαν. Εδώ; Ναύπλιο; Δεν σε έχω δεί. Δεν κυκλοφορώ και πολύ. Ξέρεις ήσυχα. Σπίτι. Και εγώ σπίτι. Το βαρέθηκα το έξω. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Από δουλειά; Όλο και κάτι γίνεται. Δεν λες που είμαστε στην επαρχία και δεν πεινάμε; Στην Αθήνα τρώγονται μεταξύ τους. Πού να βρούν φαγητό; Εδώ και να πεινάσεις, μαζεύεις που λέει ο λόγος χόρτα από το Παλαμήδι. Ναι, σίγουρα. Παντρεύτηκες; Μπά. Ούτε εγώ. Δύσκολες εποχές. Με τους γονείς μένεις; Με τους γονείς. Αλλά έχω αυτονομηθεί. Το έχω φτιάξει ωραίο. Να έχω την ησυχία μου. Και εγώ, πολύ γκρίνια. Όταν γερνάνε, είναι δύσκολο. Εμένα θα μου πείς; Λέω να φύγω. Να νοικιάσεις; Όχι έξω. Α! Και εγώ το σκέφτομαι. Το ψάχνω. Λέω για Καναδά. Καναδάς έχει κλείσει μάλλον. Δύσκολα. Έχω συγγενείς. Κανέναν άλλο βλέπεις; Βλέπω αλλά ξέρεις τώρα. Μπλέξαμε όλοι και χαθήκαμε. Σπούδασες; Στην Αθήνα. Εγώ Πάτρα. Και; Στρατός και εδώ. Τα γνωστά. Δεν βαριέσαι. Αν βγαίνει... Και εγώ αυτό λέω. Πού να πάς.  Όλο και κάτι θα γίνει. Χάρηκα που τα είπαμε. 

Με το βλέμμα μιας κάποιας ανακούφισης και της  απαλλαγής από βάρη τυπικά, όπως όταν φεύγεις από ένα βαρετό πάρτυ μεταξύ αγνώστων και ελάχιστων γνωστών, οι δυο παλιοί συμμαθητές έδιωξαν το στημένο χαμόγελο της επιτυχίας από το πρόσωπο, ξαναφόρεσαν τις συνηθισμένες τους ναυπλιώτικες φάτσες και ακολούθησαν αντίθετες πορείες. 

Ο ένας κατευθύνθηκε στη στάση του λεωφορείου με προορισμό τον ΟΑΕΔ για μια ακόμη άσκοπη ανανέωση της κάρτας ανεργίας του. Την δωδέκατη κατά σειρά.

Ο άλλος θα άφηνε το βιογραφικό του σε ένα κατάστημα στην Ενδεκάτη που ζητούσε κάποιον εργάτη αποθήκης για ημιαπασχόληση. 280 ευρώ και μισό ένσημο την ημέρα. 

Μέχρι το βράδυ θα σχολίαζε ο ένας τον άλλον αρνητικά σε κάποιον φίλο ή συγγενή, θα ανέλυε λεπτομερώς την κατάντια του για να νιώσει κάπως καλύτερα με τον εαυτό του και να καταφέρει να κοιμηθεί ένα βράδυ πιο ήσυχος.

Και η επόμενη μέρα θα ξημέρωνε για άλλη μια φορά απείραχτη.

video


1 σχόλιο:

  1. Αντικατοπτρισμός της ζοφερής πραγματικότητας..Μπορεί να είναι καταθλιπτικό αλλά έχει έναν υποδόρροιο συναισθηματισμό που είναι αρκετός να συγκινήσει κάποιον Ναυπλιώτη, ο οποίος λείπει αρκετό καιρό στο εξωτερικό..

    ΑπάντησηΔιαγραφή