"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Ο πορνόγερος της παλιάς πόλης

( Τα πρόσωπα της ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Αυτό μας έλειπε, να είχαν.)

Σύντομα θα ξημερώσει Κυριακή στο Ναύπλιο. Ο γέρος της παλιάς πόλης θα σηκωθεί από το άγριο χάραμα χωρίς ξυπνητήρι. Το βιολογικό του ρολόι έχει ρυθμιστεί απόλυτα και ειδικά τις Κυριακές ένεκα εκκλησίας.
Με αργά βήματα θα κατευθυνθεί στα ιδιαίτερα, θα κατεβάσει την ριγωτή πυτζαμούλα του και θα βγάλει έξω το μόνιμα πεσμένο θηρίο του με την κωδική ονομασία "Λαλάκης ο πρώην εξολοθρευτής". Θα σταθεί για μερικά λεπτά όρθιος μπροστά στη λεκάνη εξαιτίας της ουρητικής του χρονοκαθυστέρησης. Ο γέρος όμως δεν πτοείται. Αντίθετα δείχνει να το απολαμβάνει. Είναι η μόνη στιγμή που του θυμίζει την πάλαι ποτέ σεξουαλική του δραστηριότητα.
Έπειτα θα πάει στη κουζίνα για να ετοιμάσει το καφεδάκι του. Η γυναίκα του ακόμη κοιμάται. Το βιολογικό της ρολόι έχει ρυθμιστεί περίπου μία ώρα μετά. Χρόνος αρκετός για την απαραίτητη πρωινή ηρεμία του γέρου και την εσωτερική του γαλήνη χωρίς γκρίνιες και περιττές σκοτούρες.
Ταυτόχρονα με τον τούρκικο καφέ, ζεσταίνει ένα ακόμη δηλητηριασμένο κεφτεδάκι για τον σκύλο του γείτονα που δεν τον αφήνει τα βράδια να κοιμηθεί και κατουράει συνεχώς το σκαλοπάτι της εξώπορτας. Του έχει πετάξει καμιά δεκαριά μέχρι τώρα αλλά το μαλακισμένο έχει εκπαιδευτεί και δεν ζυγώνει ποτέ μεζέ που δεν προέρχεται από το αφεντικό του. Αυτή τη φορά όμως θα ρίξει στον κεφτέ extra σάλτσα από το ψητό της Παρασκευής και ελπίζει να τα καταφέρει.
Η επόμενη ώρα τον βρίσκει στο μισοσκόταδο σαλόνι να ρουφάει αργά δόσεις τούρκικης καφείνης. Στα κρυφά θα βγεί στο μικρό του μπαλκονάκι να τραβήξει και μερικές τζούρες καρέλι κασετίνα που κρύβει σε διάφορα άκυρα σημεία του σπιτιού. Μιά τσίχλα με γεύση μέντας με την δικαιολογία της βρώμικης αναπνοής λίγο πριν ξυπνήσει ο έλεγχος και όλα είναι έτοιμα.
Η γυναίκα ξυπνάει. Μετά την δική της επίσκεψη στα ιδιαίτερα, γκρινιάζει πως το σπίτι βρωμάει τσιγαρίλα και επιπλήττει νυσταγμένα τον ένοχο. Η παρατήρηση είναι ψαρωτική. Το έμπειρο θηλυκό ρίχνει άδεια για να πιάσει γεμάτα. Ο γέρος δεν τσιμπάει. Έχει εκπαιδευτεί. Χωρίς την παραμικρή ένδειξη ενοχής ξεπερνάει τον ύπουλο σκόπελο και της προτείνει να ετοιμαστεί γρήγορα για την εκκλησία. Το ίδιο κάνει και αυτός.
Φορώντας το καρό του σακάκι, τα καλά του παπούτσια και το σινιέ παντελονάκι που του είχε κάνει δώρο φίλος του αξιωματικός επί χούντας βγαίνει στη κοινωνία παρέα με την γυναίκα του και έναν δηλητηριασμένο κιοφτέ στη τσέπη. Τον ρίχνει σε μια γωνία του δρόμου γεμάτο θαρραλέα χορταράκια. Καλή κρυψώνα ομολογουμένως.
Κινούνται προς την εκκλησία με γοργά βήματα. Τώρα το γοργά όπως φαντάζεσθε είναι τρόπος του λέγειν. Σχετικά γρήγορα για την ηλικία τους σκεφτείτε. Θα κάνουν και μια στάση στο δρόμο να γκρινιάξουν για τις μουντζούρες των τοίχων, τα σκουπίδια στα πεζοδρόμια και τα σκαλιά, θα κουτσομπολέψουν την μισή γειτονιά, θα τσακωθούν και λίγο μεταξύ τους, θα θυμηθούν τα όμορφα χρόνια της τάξης και της πειθαρχίας, θα σιχτιρίσουν πάνω στον εμετό ενός ξενύχτη τεντυμπόι και θα μπούν στην εκκλησία με κατάνυξη και σκυμμένο κεφάλι.
Με το πέρας της λειτουργίας ο γέρος αφήνει την γυναίκα με τις φιλενάδες της να πάνε να απολαύσουν κάπου τον καφέ τους και ο ίδιος θα περπατήσει παρέα με δυό φίλους μέχρι τον Φάρο.
Έπειτα θα επιστρέψει βιαστικά στο σπίτι μόνος του, ώρα 12 περίπου μεσημβρινή. Είναι η ώρα που ξυπνούν οι φοιτήτριες στο απέναντι σπίτι και ο γέρος γουστάρει να τις κάνει χάζι.
Εκείνες είναι πρωτοετείς, αθώες και πρωτευουσιάνες και τα Σάββατα συνηθίζουν να το ρίχνουν έξω. Ειδικά το φθινόπωρο που ο καιρός είναι ακόμη γλυκός, κοιμούνται με ανοιχτά τα παράθυρα και το πρωινό τους ξύπνημα είναι γεμάτο εκπλήξεις.
Ο γέρος κρύβεται πίσω από την κουρτίνα και παρακολουθεί. Τα γυμνά τους βυζάκια του προκαλούν μελαγχολία αλλά το μάτι του δεν λέει να φύγει. Ενώ τραβάει ηδονικά τζούρες από καρέλι άφιλτρο, φαντάζεται το εφηβικό τους αιδοίο σερβιρισμένο σαν γλυκό του κουταλιού να το τρώει λαίμαργα σε μια μπουκιά. Τί άλλο θα μπορούσε να φανταστεί. Οι φοιτήτριες εντέλει ντύνονται και φεύγουν για μεσημεριανό καφέ στη πόλη και η παράσταση κάπου εδώ τελειώνει. 
Στη γωνία του δρόμου ο σκύλος του γείτονα ξεκίνησε τους σπασμούς και στη πόρτα  ακούγονται κλειδιά.  
Θα ακούσει γκρίνια και πάλι για την τσιγαρίλα και αυτή τη φορά δεν θα μπορέσει να πεί ψέμματα αλλά σκέφτεται πως άξιζε τον κόπο. Τουλάχιστον θα της πεί πως κατάφερε να σκοτώσει το σκυλί. Αυτό το τελευταίο θα την κάνει σίγουρα χαρούμενη και πολύ λιγότερο νευρική.

3 σχόλια:

  1. Ο καφές που πίνεται στην Ελλάδα ονομάζεται ελληνικός..αν πίνεται στην Τουρκία θα μπορούσαμε να τον πούμε Τουρκικό..ειδάλλως αναμένω από τούδε και εφεξής, την Σικελία να την αναφέρουμε ως μία επιλέον ελληνική περιφέρεια με περιφερειάρχη κτλ, την Μασσαλία ως πολιτισμική πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους κτλ κτλ//το σακάκι δωρίστηκε επί χούντας, σκοτώνει τον σκύλο και εν τέλει είναι και ενδυνάμει παιδόφιλος και σάτυρος..και δεξιός μπορεί να συνάγει κανείς εύκολα..την ίδια στιγμή οι αριστεροί κάνουν αγαθοεργίες..και περνάμε όλοι καλά και αυτοί καλύτερα..φαιδρό κείμενο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. φίλε, αν δεν τρολλάρεις, μη με ξαναδιαβάσεις.
      πρόσεχε. δεν σου λέω να μην σχολιάσεις αλλά να μην με ξαναδιαβάσεις. έχει διαφορά.

      Διαγραφή
  2. Εξαίσιο το κείμενο! Γάμησε το ανώνυμο τρολ

    ΑπάντησηΔιαγραφή