"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι σ’ ένα παράλληλο σύμπαν

Το Παλαμπούρτζι των Χριστουγέννων  Σ' ένα παράλληλο σύμπαν, στο Ναύπλιο χιονίζει. Και όταν λέμε χιονίζει, δεν εννοούμε αυτό το φλωροχιονόνερο που ρίχνει κάπου κάπου.

Ούτε το χιόνι που στέκεται μόνο για κανά δύωρο πάνω στα μπαμπρίζ των αυτοκινήτων και τα φύλλα των δέντρων μέχρι να το λιώσει γρήγορα η υγρασία. Όταν λέμε χιονίζει, μιλάμε για παχύ, άφθονο και ασταμάτητο χιόνι. Τόσο χιόνι που κάνει το Παλαμήδι να μοιάζει με έναν τεράστιο κουραμπιέ.

Έτσι και μόνο για να γιατρευτεί το παιδικό τραύμα των αυτοχθόνων ιθαγενών που κάθε χριστούγεννο, χιόνι άκουγαν και χιόνι δεν έβλεπαν. Μάλλον έβλεπαν αλλά σε χριστουγεννιάτικες κάρτες, τηλεοπτικά θεάματα και περιτυλίγματα χριστουγεννιάτικων δώρων. Κατά τα άλλα, η μοναδική πραγματικότητα της χριστουγεννιάτικής μας ατμόσφαιρας, αντί για χιόνι, γιομίζει με τη μυρωδάτη, γραφική και υγρή ομίχλη των πυρηνελουργείων της περιοχής που τώρα τελευταία ομοιάζει όλο και περισσότερο με νερουλή, αέρινη κι απείρως διαχεόμενη δημόσια τουαλέτα.

Σ' ένα παράλληλο συμπάν λοιπόν, χωρίς τεχνητές μυρωδιές, το Παλαμήδι είναι ένας τεράστιος χιονισμένος κουραμπιές που μέσα του ζουν κρυμμένοι όλο το χρόνο, οι αυτόχθονες καλικαντζάροι. Κρυμμένοι σε πέτρες, λαγούμια, μυστικές στοές και σπηλιές, οι καλικάντζαροι, αυτές τις τελευταίες μέρες του χρόνου, βγαίνουν από τις κρυψώνες τους και κατεβαίνουν στην πόλη για να καλικαντζαρίσουν τους ντόπιους.

Πρόκειται για ιδιαιτέρως επικίνδυνη ράτσα και πολύ δύσκολα αναγνωρίσιμη με την πρώτη ματιά. Καθώς στην όψη αλλά και στο ντύσιμο δεν διαφέρουν καθόλου από τους αυτόχθονες ιθαγενείς. Αναμειγνύονται με αυτόν τον τρόπο μέσα στο πλήθος και αναζητούν τα ανυποψίαστά θύματά τους. Με ύπουλα όπλα τον αυθόρμητό τους χαρακτήρα, την ενθουσιώδη και γιορτινή τους διάθεση, τα ειλικρινή και εξωστρεφή τους αισθήματα, το αληθινό τους χαμόγελο και την έλλειψη κάθε καχυποψίας, μυστικοπάθειας και πισώπλατου κοινωνικού σχολιασμού, καλικαντζαρίζουν το μυαλό του θύματος και του αλλάζουν τελείως την συμπεριφορά, τις σκέψεις και τις συνήθειες.

Δυστυχώς το καλικαντζάρισμα αναγνωρίζεται μόνο αμά τη εμφανίσει της ασθενείας του θύματος και μέχρι τα σήμερα δεν έχει βρεθεί γιατρειά.

Έτσι λοιπόν, σ' ένα παράλληλο σύμπαν, ο καλικαντζαροπαρμένος αυτόχθων ιθαγενής δεν κατεβάζει ποτέ τον διακόπτη των κουδουνιών του για να μην ακούσει τα πρωινά κάλαντα των πιτσιρικάδων. Δεν προσποιείται ποτέ τον χαρούμενο σαν κουρδισμένο ρομποτάκι, ούτε μοιράζει δώθε-κείθε, σε γνωστούς και αγνώστους με φορεμένο τυπικό χαμόγελο, εκατοντάδες χρόνια πολλά, καλά χριστούγεννα, ευτυχισμένο το νέο έτος και τα τοιαύτα για να καταντάει εκνευριστικός και να τον αποφεύγουμε όλοι στο δρόμο. Τα λέει μόνο εκεί που τα νιώθει πραγματικά. Ο καλικατζαροπαρμένος αυτόχθων δεν θυμάται την αλληλεγγύη και την προσφορά μόνο όταν του το θυμίζουν οι άλλοι. Μόνο αυτές τις μέρες δηλαδή που ο εγκέφαλός του παθαίνει ολική πλύση από τα σλόγκαν και τις ατάκες περί προσφοράς και αλληλοβοήθειας στον συνάνθρωπο που υποφέρει, λες και οι υπόλοιπες μέρες είναι μέρες παρτακισμού και αλληλοφαγωμάρας. Δεν οδηγεί σαν το μαλάκα για να βρεί μια καλή θέση πάρκινγκ, δεν τον ενδιαφέρει να παρκάρει κοντά στον όποιο στόχο γιατί προτιμά μια ήσυχη βόλτα στην στολισμένη και χιονισμένη πόλη. Δεν παθαίνει ποτέ ξαφνικά κι απότομα οικογενειοπληξία ούτε αγαπάει συγγενείς και γνωστούς που όλο τον υπόλοιπο χρόνο αγνοεί παντελώς την τύχη τους. Ο καλικαντζαροπαρμένος αυτόχθων δεν κάνει δώρα ανάλογα με το συμφέρον και το κέρδος που προσμένει ούτε με βάση τις δημόσιες σχέσεις που θέλει να αναπτύξει. Δεν παρασύρεται από το πλήθος που ψωνίζει σαν υπερκαταναλωτικά υπνωτισμένο γιατί ξέρει πως είναι μπατίρης και το πρώτο δεκαήμερο του νέου χρόνου δεν θα έχει φράγκα ούτε για τσίχλες. Δεν περιμένει την πρωτοχρονιά σαν άλλοθι για να τζογάρει ούτε ντύνεται γιορτινά για να τον δούν οι άλλοι, μόνο για να χαρεί ο ίδιος τη γιορτή, όπως γουστάρει.

Σ' ένα παράλληλο σύμπαν, ο καλικαντζαροπαρμένος αυτόχθων ιθαγενής, πιστεύει ακόμα στον Άγιο Βασίλη, δεν κερδίζει ποτέ το φλουρί και όταν τον πιάνουν τα μέσα του, χορεύει.





Καλή χρονιά σε όλους.



Κείμενο: Mario Vagman

Φωτογραφία: Γιάννης Ρεκούμης

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα που έπεσαν νωρίς…

Τοπική επικαιρότης ελαχίστη, μόνο από τη μακρινή Αθήνα και τις λοιπές μεγαλουπόλεις έρχονται μερικές ιαχές του εμφυλίου αλλά μετά την στροφή των Δερβενακίων, ευτυχώς επικρατεί σιωπή και παύουν και αυτές.


Τίποτα δεν ακούγεται στα μέρη μας κι εμείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, βαδίζουμε αμέριμνοι κι ολοταχώς προς τα Χριστουγέννα, μάλλον τα διανύουμε ήδη καθώς η πόλη διάλεξε και φέτος, ως πιθηκίζουσα κοινωνία που είναι, να ακολουθήσει την πανελλήνια και παγκόσμια μόδα του πρόωρου εορτασμού τους.

Είναι αυτή η νέα τάση που από τα τέλη Νοεμβρίου ή τις αρχές Δεκεμβρίου, ένα μήνα πριν την εορτή, ξεκινάν οι στολισμοί, οι ευχές, οι χριστουγεννιάτικες προσφορές των καταστημάτων, τα εορταστικά τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά και διαδικτυακά σποτς και όλα τα σχετικά.

Πρόκειται φυσικά για μια μόδα που πολλοί Ναυπλιώτες, τελείως άκριτα, σύρονται να ακολουθήσουν μη τυχόν και δεν θεωρηθούν μοντέρνοι. Γιατί μπορεί εκ φύσεως ο Ναυπλιεύς, ο αυτόχθων, να είναι συντηρητικός άνθρωπος, καχύποπτος και δύσκολος στις αλλαγές, αλλά σε ό,τι έχει να κάνει με την αγνή και παρθένα ανθρώπινη βλακεία, ακολουθεί με κλειστά μάτια. Ο Ναυπλιεύς πάνω από όλα είναι μοδάτος τυπάς.

Και εδώ δε μιλάμε για μια απλή μόδα. Ένα στυλ κουρέματος ας πούμε, ένα ρούχο ή ένα βιβλίο που πουλάει. Μιλάμε για κοτζάμ μετεξέλιξη του συστήματος ανθρώπινης αποβλάκωσης. Γίνεται να λείπει ο Ναυπλιώτης από ένα τέτοιο πανηγύρι;

Γίνεται να μην συμμετέχει όταν το οικονομικό σύστημα, επειδή δεν μπορεί πια να μας αναγκάσει να υπερκαταναλώσουμε προϊόντα, αφού μας άφησε άφραγκους και πένητες, μας βάζει να υπερκαταναλώνουμε ολόκληρες γιορτές και συναισθήματα, θέλοντας να μας κρατήσει ακόμα ηλίθιους; Γίνεται να μείνει αμέτοχος ο Ναυπλιεύς όταν μας διαστέλλουν εικονικά τον χρόνο της εορτής και μας δημιουργούν μαεστρικά την ψευδαίσθηση μιας μεγαλύτερης απόλαυσης; Γίνεται να μην θέλουμε να υπερκαταναλώνουμε τη χαρά μας την ίδια;

Αυτή η νέα φάση όμως της κλιμακούμενης ανοησίας δεν στηρίζεται μόνο στο ψυχολογικό κενό που άφησε μέσα μας η εποχή της υπερκατανάλωσης. Στηρίζεται στο γενικότερο θυμικό του ανθρώπου. Στη μεγάλη αγάπη του εν προκειμένω για αυτή τη γιορτή, την πιο λαοφιλή γιορτή ομολογουμένως σε όλον τον κόσμο, και στο παράλληλο μίσος του για τη μίζερη καθημερινότητα που περνάει.

Κι ενώ η αγάπη των Ναυπλιωτών για τα Χριστούγεννα είναι αδιαμφισβήτητη και πολύ λογική, απορείς τι ζόρι τραβάνε με την καθημερινότητά τους και τόσο βιαστικά λαχταρούν να απαλλαγούν από αυτήν.

Κάθεται δηλαδή ο μοδάτος Ναυπλιεύς, αυτός ο πιστός ακολουθητής όλων των μοντέρνων εξελίξεων πλην των ουσιαστικών, και πίνει τον καφέ του στη πλατεία Συντάγματος, αρχές Δεκέμβρη για παράδειγμα. Η φύσις όλη γύρω του, τεχνητή και φυσική, του προσφέρει απλόχερα παραδείσιες στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης. Και αυτός, σαν κάτοικος αγχώδους μεγαλούπολης ή παθητικός δέκτης των οθονών και των ήχων που τον περιβάλλουν, ονειρεύεται μόνο τα Χριστούγεννα. Θα πετάξει έτσι μέρες και μέρες από την καθημερινότητά του, χωρίς να σκεφτεί, χωρίς να τις ζήσει, έχοντας μόνο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του το χαζογελάκι μιας αυτοικανοποίησης για τη μεγάλη γιορτή που πλησιάζει.

Άγνωστο και αδιάφορο αν αυτός ο Ναυπλιεύς είναι μειοψηφία ή πλειοψηφία μέσα στην πόλη. Το σίγουρο είναι πως είναι βλαξ. Και ως βλαξ, απλώνει την ανίκητη βλακεία του ολούθε και τελικώς επικρατεί.

Και δεν επικρατεί αυτή του η βλακεία μονάχα για τα Χριστούγεννα. Αλλά για όλες τις γιορτές, τις αργίες, τις ημιαργίες, τα Σάββατα και τις Κυριακές. Σαν όλες οι άλλες μέρες να είναι παρενθέσεις. Να μην είναι για να τις ζήσουμε αλλά απλά να λειτουργούν ως διαλείμματα μέχρι την επόμενη γιορτή ή αργία.

Και όλα αυτά στο Ναύπλιο. Ούτε στη Νέα Υόρκη, ούτε στην Αθήνα, ούτε καν σε μια πυκνοκατοικημένη επαρχιακή πόλη του κόσμου που ο καθείς μπορεί να βαρέσει την καταθλιψάρα του μέσα στη γκριζωπή του πραγματικότητα. Όλα αυτά συμβαίνουν στο μικρό και γραφικό Αναπλάκι. Το χωριό μας. Το μέρος που διαλέξαμε να το κατοικήσουμε μόνιμα κυρίως για την απλή, λαϊκή, όμορφη και ανθρώπινη καθημερινότητά του.

Μπας και έχουμε χαζέψει τελείως;


Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης…

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα σε βλέπει στο δρόμο από μακριά και ύστερα θα κοιτάει αλλού για να μην αναγκαστεί να σε χαιρετήσει.

Ίσως αλλάζει και κατεύθυνση και κόβει απότομα πορεία στο πρώτο εμφανιζόμενο σοκάκι. Δήθεν μου και καλά. Λες και εσύ δεν είδες πως σε είδε. Λες και εσύ δεν έκανες το ίδιο. Μόνο αυτή η μοιραία και ακανόνιστη πορεία των κινούμενων σωμάτων μες το πλήθος, μόνο αυτή θα μπορέσει να σας φέρει, ως δυστύχημα, πρόσωπο με πρόσωπο. Και τότε θα ακουστεί αυτό το αμήχανο «επ», έπειτα μια χαιρετούρα τυπική, βιαστική και ο καθείς τον δρόμο του.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα παρκάρει το αυτοκίνητό του έξω ακριβώς από το σπίτι του. Ή όπου θέλει να πάει, ακριβώς έξω από εκεί θα το παρκάρει. Τουλάχιστον αυτό θα προσπαθεί μετά μανίας. Και θα γκρινιάζει ασύστολα όταν δεν τα καταφέρνει. Όταν κάποιος κερατάς του έχει πάρει την θέση. Την θέση που δικαιωματικά του ανήκει. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Το αυτοκίνητο θα είναι πια η δευτέρα φύσις του. Μόνο για κατούρημα δεν θα το παίρνει μαζί του. Αργίες, Σάββατα, γιορτές, λαικές αγορές, καθημερινές βολτίτσες στην πόλη, παντού και πάντα. Θα είναι πια αχώριστοι. Θα ξέρουνε μαζί όλα τα κόλπα του παρκαρίσματος και του διπλοπαρκαρίσματος. Είτε με αναμμένα αλάρμ ως άλλοθι κάποιας στιγμιαίας δουλειάς κάπου κοντά, ενός πετάγματος που λέμε παραδοσιακά εμείς οι ντόπιοι ή ακόμα και χωρίς αλάρμ, έτσι θρασύτατα και ωμά. Στη μέση του δρόμου. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα ξέρει τα πάντα για σένα. Όλο το γενεαλογικό σου δέντρο. Μπορεί να μην το ξέρεις εσύ ο ίδιος, αλλά αυτός θα το γνωρίζει. Και αν δεν το γνωρίζει, θα ρωτήσει και θα το μάθει. Και όχι μόνο αυτό αλλά ό,τι σε αφορά. Συνήθειες, στέκια, ρούχα, δουλειές, σχέσεις, χόμπυ, όλα. Δεν θα του ξεφεύγει τίποτα. Και μετά θα σε κουτσομπολεύει. Αφού πρώτα σε πεί, έτσι κι αλλιώς, μαλάκα. Γιατί όλοι εδώ, στα μάτια όλων των άλλων, μαλάκες είμαστε μεταξύ μας. Ανεξαρτήτως κριτηρίων, προσόντων και χαρακτηριστικών. Έτσι θα είσαι και εσύ γι' αυτόν. Ένας μαλάκας. Γιατί θα ναι και αυτός, ένας Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα πίνει πολύ καφέ. Πού θα τον χάνεις, πού θα τον βρίσκεις σε μια καφετέρια θα βολοδέρνει και θα πίνει καφέ. Στο μεσοδιάστημα κάθε ρουφηξιάς θα φιλοσοφεί για τη ζωή και θα είναι γνώστης και αναλυτής των πάντων. Δεν θα υπάρχει κλάδος της ανθρώπινης δραστηριότητας που δεν θα κατέχει και δεν θα έχει μια βέβαιη γνώμη. Μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια γνώσης και προπαντός εμπειρίας. Κανείς δεν θα τον φτάνει. Αλλά δυστυχώς θα έχει αδικηθεί από τη ζωή. Θα είναι ένα ταλέντο που ενώ μπορεί και ξέρει τα πάντα, έχει μείνει ανεκμετάλλευτο. Γιατί κάποια άσχημη μοίρα, μια απόφαση της τύχης που δεν έλεγχε και δεν μπορούσε με τίποτα να αλλάξει, του στέρησε τη δόξα και την καταξίωση. Και έτσι έμεινε εδώ, άσημος και μικρός, να τριγυρνά δώθε-κείθε  και να φωτίζει όλους εμάς τους αδαείς και, όπως προείπαμε, μαλάκες. Γιατί είναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα απολαμβάνει τα καλοκαιρινά του μπάνια παρέα με την μυρωδιά και τη θέα των σκουπιδιών που παράγουν οι συμπολίτες του. Θα τσακώνεται διαρκώς με τους γειτόνους του για τα κοινόχρηστα, τις θέσεις πάργκινγκ ή όποιο άλλο θέμα τον ενοχλεί κάθε λίγο και λιγάκι. Θα εκνευρίζεται με τα αδέσποτα της γειτονιάς του, με τα σκατά τους πάνω στα τσιμέντα και τα πεζοδρόμια γιατί αυτός, τα δικά του σκυλιά, επειδή είναι προσεκτικός, κύριος και καθαρός, τα βάζει να χέζουν στα τσιμέντα του απέναντι δρόμου. Θα σπρώχνει τον κάδο των σκουπιδιών που βρίσκεται στην οδό του όλο και πιο μακριά από την πόρτα του σπιτιού του και όλο και πιο κοντά στην πόρτα του διπλανού. Θα τηλεφωνεί συνέχεια στην τεχνική υπηρεσία του Δήμου απαιτώντας να αλλάξουν την σπασμένη λάμπα που έσπασαν τα παιδιά του. Θα σαμποτάρει το καρτοτηλέφωνο της γειτονιάς γιατί τον ενοχλούν και τον ξυπνάν οι μεσημεριανές συνομιλίες των αλλοδαπών. Θα καταναλώνει το κοινόχρηστο νερό της πολυκατοικίας του για να πλένει το λατρεμένο του αυτοκίνητο και θα στάζει αδιάφορα τα υγρά της σκουπιδοσακούλας του μέσα στο ασανσέρ. Η καλημέρα του θα είναι κοφτή, χωρίς χαμόγελο, σαν υπόχρεωση που πρέπει να σου αρκεί. Δεν σου χαρίζει άλλη. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα είναι περήφανος. Θα είναι κάτοικος της πρώτης πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους. Ένας πραγματικός μεγαλοαστός κουλτουριάρης, ένας αριστοκράτης ενός τόπου μεγάλης ιστορίας. Που δεν θα την γνωρίζει αλλά όλο θα ακούει γι αυτήν οπότε θα είναι σαν να την ξέρει. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα γίνει σχεδόν αθάνατος. Γιατί εδώ ο χρόνος, ο κάθε χρόνος μέσα στην ιστορική σαπουνόφουσκα της πόλης, προχωράει αργά, ύπουλα και βασανιστικά. Kαι συνεχώς επιστρέφει ως ίδιος. Όπως το κύμα που τρώει τα βράχια.

Γιατί είναι Ναυπλιώτης.


Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Aρχείο Κυριάκου Καλκάνη

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η γενιά των 30

Προφανώς η γενιά των τριαντάρηδων που ζούν στο Ναύπλιο, τριάντα συν, τριάντα πλην δεν έχει σημασία, έχει φάει κατάρα από το σύμπαν. Αν όχι κατάρα, τουλάχιστον φάσκελο.


Γιατί εκεί που πέρναγε ωραία και καλά τη ζωή της, εκεί που βόλταρε ησύχως και διακριτικώς, όπως μαθαίνουν και συνηθίζουν να βολτάρουν όλοι οι αυτόχθονες ιθαγενείς προκειμένου να μην ταράξουν τα χρηστά και υπνηλιακά νερά της πόλης, της έπεσε στο κεφάλι, ουρανοκατέβατος, ένας κουβάς γεμάτος σκατά.

Γιατί μόλις αυτή η δόλια γενιά αποφάσισε να ζήσει την ζωής της στην γενέτειρά της πόλη, εμφανίστηκε η οικονομική κρίση με όλα της τα παραλειπόμενα. Ανεργία, εξευτελιστικά ωράρια, καταπίεση εργαζομένων, ελάχιστα ή μηδενικά μεροκάματα, φιλιά σε κατουρημένες ποδιές για μια δουλίτσα και όλα τα σχετικά. Η κρίση ήρθε βέβαια για όλη τη χώρα αλλά οι Ναυπλιείς τριαντάρηδες έχουν έναν λόγο παραπάνω να νιώθουν γκαντέμηδες και δύσμοιροι.

Βλέπεις ένας από τους βασικούς λόγους που τους οδήγησε να μείνουν εδώ, πέρα από την ομορφιά της πόλης και την όποια συναισθηματική σύνδεση είχαν μαζί της, είναι το γεγονός πως το Ναύπλιο ενδείκνυται για οικογενειακές καταστάσεις. Είναι το απόλυτο προσόν του. Μικρό, πρακτικό και σχετικά ασφαλές εξασφαλίζει σε κάθε νέο το όνειρο μιας φιλήσυχης οικογενειακής ζωής και χορταστικά παιδικά χρόνια για τους απογόνους κάθε αυτόχθονα ιθαγενή.

Και μόλις το σκέφτηκαν από εδώ, το ζύγισαν από εκεί, και τελικά το αποφάσισαν να μείνουν, ήρθε η πουτάνα η κρίση και τότε, η περίπτωση της οικογένειας, της μοναδικής ίσως αιτίας που τους έπεισε να προσπαθήσουν να χτίσουν ένα μέλλον σε αυτόν τον τόπο, έγινε εφιάλτης.

Όσοι δεν είχαν, δεν μπορούν πια τόσο εύκολα να κάνουν και όσοι είχαν ήδη αποκτήσει, δυσκολεύονται να τη χαρούν και να τη θρέψουν.

Για τους δεύτερους, δεν γίνεται να γραφτούν πολλά. Τους αφήνουμε τους ανθρώπους μέσα στα άγχη τους, να τρέχουν πανικόβλητοι, σαν μηχανάκια παραγωγής, σαν τρελαμένοι, με το βλέμμα αυτό της απορίας για το πως στο διάολο έγιναν έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη και τους ευχόμαστε από τα βάθη της καρδιάς μας καλά κουράγια και καλή τύχη. Θα τα ξαναπούμε πάλι μαζί τους στην εθνική σύνταξη των 360 ευρώ. Αν υπάρχει βέβαια στο μέλλον και αυτή και το ευρώ μαζί της.

Η άλλη όμως κατηγορία τριαντάρηδων, οι άτεκνοι νέοι της πόλης, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν τον ορισμό της απελπισίας. Γιατί αυτοί που έχουν κάνει παιδιά, με το αγγούρι μονίμως τοποθετημένο οπισθίως, έχουν τουλάχιστον ένα στόχο στη ζωή τους και δεν τους μένει και χρόνος να σκεφτούν πολλά πράγματα. Οι άλλοι όμως, ζώντας σε μια κοινότητα που είναι δομημένη από την πρώτη κοινωνική βόλτα μέχρι την όποια γιορτή πάνω στα ήθη, τα έθιμα και την εκτόνωση της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας, κυκλοφορούν στην πιάτσα ως φαντάσματα, ως κομπάρσοι χωρίς ρόλο και σκοπό. Μέσα σε μια κοινωνία γερόντων, ψυχή τε και σώματι, βολοδέρνουν μάταια σε στέκια και δρόμους, αναζητώντας μια ικμάδα διασκέδασης. Η όποια ανανεωτική τους όρεξη και το φρέσκο μυαλό τους χάνεται μέσα στον ατελείωτο κατάλογο διαχρονικών δεδομένων, συνηθειών και τρόπων που η πόλη αρνείται πεισματικά να αλλάξει στο ελάχιστο. Όποιες εξαιρέσεις ανακαλύψει κανείς, απλά θα επιβεβαιώσουν τον κανόνα, μέχρι βεβαίως και αυτές οι εξαιρέσεις, χρόνο με το χρόνο, να κινδυνεύσουν να γίνουν χειρότερες και από τον ίδιο τον κανόνα καθώς η πόλη έχει την μαγική ικανότητα να σε απορροφά, να σε ρουφάει λίγο-λίγο στον μικρόκοσμο του ωχαδερφισμού και του συμβιβασμού της, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν τα βροντάνε από εδώ για να σηκωθούν να φύγουν. Πάσχουν από το μόνιμο σύνδρομο της φυγής, κλασική περίπτωση ψυχασθένειας μεγάλης μερίδας Ναυπλιωτών. Αυτή η ψυχοπάθεια ξεκινάει πολύ ύπουλα μετά ακριβώς από τα σχολικά χρόνια. Τα πρώτα της συμπτώματα εμφανίζονται με την ιδεοληψία που εμφανίζει ο άρρωστος πως είναι δήθεν τουρίστας στο Ναύπλιο. Περαστικός. Ο μόνιμός του τόπος είναι η φοιτητική του πόλη, ένα μέρος μακρινό που εργάζεται ή ο στρατός. Όταν τον πιάσουν τα 30 όμως και βρίσκεται αραχτός στα μέρη μας, η ιδεοληψία αυτή, η άρνηση παραδοχής της ναυπλιακής μονιμότητας, μετατρέπεται σε σύνδρομο φυγής. Συνεχώς φεύγει, μεταναστεύει, απομακρύνεται, τα παρατάει όλα και πάει να ζήσει την ευτυχία σε άλλη γη και σε άλλα μέρη αλλά διαρκώς βρίσκεται εδωχάμου, γύρω-γύρω. Πλήθος κόσμου, κυρίως νέων, κυκλοφορεί ανάμεσά μας και μας επαναλαμβάνει γραφικά την ίδια και την ίδια ιστορία φυγής. Πρόκειται φυσικά για ψυχοπαθολογική κατάσταση που θα μπορούσε να την αποκαλέσει ποιητικά κάποιος και σύνδρομο του βάλτου.

Η αλήθεια είναι πάντως πως αυτοί οι ονειροπαρμένοι νέοι, αν και αρκετά βλαμμένοι, είναι σαφέστατα πολύ καλύτεροι από την τρίτη και τελευταία κατηγορία τριαντάρηδων της πόλης, τα λεγόμενα και κομματοπρόβατα. Είναι οι γνωστοί βολεμένοι της περιοχής, φανεροί ή κρυφοί, είναι αυτοί που βρίσκονται στην ουρά των τοπικών μεγαλοπαραγόντων, δημοτικών, πολιτικών και άλλων, που δεν τους πιάνει καμία κρίση, δεν τους πιάνει κανένα απολύτως πρόβλημα γιατί είχαν την ωριμότητα να καταλάβουν από πολύ νωρίς την αξία του πελατειακού κράτους, των γνωριμιών και της κοινωνικής υποκρισίας που απαιτείται για να επιβιώσεις σε μια ξεπεσμένη πολιτεία. Ξεπερνώντας την γλίτσα που στάζει το μυαλό τους, τους ενίοτε γλοιώδεις τρόπους τους, την ένοχη σιωπή τους και την σοβαροφανή, στα όρια του γελοίου, όψη τους, είναι τα άτομα με το μεγαλύτερο ένστικτο επιβίωσης ανάμεσα σε όλους τους νέους ανθρώπους της Ναυπλίας. Αληθινά θηρία με πρόσωπα αγγέλου μέσα σε μια ζούγκλα που νομίζει πως είναι πόλη.

Αυτή είναι λοιπόν η γενιά των αυτόχθονων τριαντάρηδων. Αν και πρέπει να σημειωθεί εδώ πως κάθε διαχωρισμός και δη κοινωνικός, είναι σίγουρα και λίγο σχηματικός. Τα όρια δεν είναι ποτέ τόσο απόλυτα, ακριβή και καθορισμένα και οι εύκολες ταμπέλες οδηγούν συχνά σε λάθος συμπεράσματα. Κάθε νέος αυτόχθονας μπορεί να ανήκει σε μία, σε δύο ή και ακόμα σε τρείς κατηγορίες, ανάλογα με την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχηματισμών γύρω του. Μπορεί και κάποιοι να νιώθουν πως δεν ανήκουν σε καμία γιατί μέσα στο μυαλό τους κατηγοριοποιούν τα πρόσωπα και τα πράγματα με διαφορετική λογική και νοοτροπία ζωής.

Γι' αυτό, καλό θα ήταν να μην αναζητούνται ούτε να πολυαναφέρονται σε άρθρα και παρεμφερή κείμενα, αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους και κυρίως τους νέους, αλλά να δίνεται έμφαση μόνο σε αυτά που τους ενώνουν.

Και αν κάτι ενώνει τους αυτόχθονες ιθαγενείς, και ειδικά την γενιά των τριαντάρηδων της πόλης, είναι η βαθιά πλέον πεποίθηση όλων, πως τίποτα και ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξει σε αυτήν την βρεγμένη και μάταιη βαλκανική τους επαρχία.



Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: "Ο έρωτας στα χρόνια του μνημονίου" από τον ιστότοπο Plasticobilism

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Η Ναυπλιακή εξέγερση του καφενείου

Επετειακό Παλαμπούρτζι 

Ξημερώνει η 17η Νοέμβρη αύριο στην όμορφη πόλη μας και όλοι, μα όλοι οι αυτόχθονες ιθαγενείς ζούν ήδη μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς της γιορτινής της ατμόσφαιρας.



Όπως σε κάθε μίζερη και αραχνιασμένη επαρχία της χώρας, έτσι κι εδώ, οι κάτοικοι είναι συντονισμένοι, καλωδιωμένοι και τηλεφορτισμένοι με τις εξέλιξεις, τις πορείες, τα μπάχαλα και τα ξυλίκια που συμβαίνουν ή θα συμβούν σε άλλη γή και σε άλλα μέρη, στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στην πρωτεύουσα. Τα ελέη του πλούσιου θεάματος ενδέχεται φέτος να είναι πολλά είτε διαλέξει κάποιος την τηλεοπτική αποχαύνωση είτε το χάος των ιντερνετικών πληροφοριών. Σχόλια, ατάκες, αναρτήσεις και πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό είναι έτοιμο να ξεχυθεί μπροστά στους επαναστατικούς μας δέκτες συνοδεία καφέ και τσιγάρου και να μας κάνει να βροντοφωνάξουμε, χαμηλοφώνως όμως για να μην ενοχλήσουμε και τους γειτόνους: «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία».

Θα βγούν βέβαια και στους δρόμους κάποιοι λίγοι αυτόχθονες ιθαγενείς για να τηρήσουν το έθιμο της πορείας, αλλά προβλέπεται η συνάθροισή τους να μην αποτελέσει και κάποιο βαρύγδουπο γεγονός για την πόλη. Το Ναύπλιο άλλωστε δεν είχε ποτέ το χάρισμα της εξωτερίκευσης των συναισθημάτων και των διαθέσεων και δυστυχώς αυτό το κουσούρι τους πιάνει όλους, φιλοεπαναστάτες και μή.

Η πόλη όμως έτσι κι αλλιώς θα ζεί στους ρυθμούς της ημιαργίας. Αυτής της αναποφάσιστης κατάστασης της γιορτής ή της μη γιορτής που ισχύει για όλη τη χώρα, αυτό το ενοχικό σύνδρομο απέναντι στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, απέναντι σε κάθε επανάσταση και σε κάθε πιθανό ξεβόλεμα από την μικροαστική μας ραστώνη. Ραστώνη που το Ναύπλιο τηρεί και τιμά με θρησκευτική ευλάβεια εδώ και τουλάχιστον ενάμισο αιώνα.

Τουλάχιστον θα χαρούν οι αυτόχθονες μαθητές. Αυτή η ημιαργία τους βολεύει αρκετά. Μετά την πρόσφατη συμμετοχή τους στο πολύ πετυχημένο πανελλήνιο εκπαιδευτικό κίνημα που δεν κατάφερε απολύτως τίποτα, θα βρούν κάποιες ώρες να ξαποστάσουν από τις βαρετές σχολικές αίθουσες ακούγοντας την χιλιοπαιγμένη φωνή της συντρόφισσας Μαρίας Δαμανάκη από τον πειρατικό σταθμό του Πολυτεχνείου.

Όμως στο άκουσμά της φωνής της και μόνο, λόγω της μετέπειτα αμφιλεγόμενης πολιτικής της σταδιοδρομίας, αυτής και άλλων εξεγερμένων νεαρών της εποχής, θα ξυπνήσει μέσα από τον λήθαργο της ένοχης σιωπής, η φυλή των αντιφρονούντων.

Πρόκειται για μια φυλή που ευδοκιμεί με το κιλό στα μέρη μας. Είναι αυτή η γνωστή μερίδα κατοίκων που σιχαίνεται, απαξιώνει και κριτικάρει ό,τι έχει σχέση με την εξέγερση του Πολυτεχνείου εκτός βέβαια από την άγρια καταστολή του.

Τα μέλη αυτής της πολυπληθούς φυλής, αν και τους ενώνει η ίδια απέχθεια για την επέτειο, δεν έχουν ούτε την ίδια ηλικία ούτε φυσικά την ίδια αφετηρία σκέψης. Άλλος ακολουθεί τυφλά τα σοφά διδάγματα του πατέρα του. Άλλος βολεύτηκε επί χούντας σε μια θεσούλα. Άλλος έχασε μια γκόμενα στα νιάτα του επειδή δεν ήξερε να αναλύει «Το Κεφάλαιο» του Μαρξ. Άλλος έχασε μια θέση στο δημόσιο γιατί δεν άνηκε στην αριστερή κλαδική της δεκαετίας του 80. Άλλος είδε όλους τους φίλους επαναστάτες της γενιάς του να βολεύονται σε κρατικοδίαιτα πόστα. Άλλος είναι στρατόκαυλος, κομπλεξικός, μισάνθρωπος, αντιδημοκράτης και φιλοχουντικός. Ενώ δεν λείπουν και αυτοί που τότε φοβήθηκαν, δεν συμμετείχαν, και τα μετέπειτα χρόνια απαξίωσαν το γεγονός ως αυτοάμυνα για την ντροπή που ένιωθαν.

Όποιος όμως και να είναι ο λόγος, η φυλή των αντιφρονούντων χρησιμοποιεί από κοινού εδώ και δεκαετίες τα ίδια και τα ίδια ανυπόστατα, ημιμαθή και βλακώδη επιχειρήματα.

Μέσα στο Πολυτεχνείο δεν υπήρχαν νεκροί, λες και οι νεκροί την ίδια νύχτα, έξω και γύρω από το Πολυτεχνείο, υπολογίζονται για θύματα του πολέμου της Κορέας. Το Πολυτεχνείο δεν έδιωξε την χούντα, λες και αυτό το επιχείρημα καταργεί την πνιγμένη λαική βούληση που φανέρωσε η εξέγερση. Το Πολυτεχνείο δεν εξέφραζε την λαική βούληση γιατί έγινε από μια μερίδα της νεολαίας και μια χούφτα πολιτών, λες και την επόμενη χρονιά, στην ελεύθερη πια Ελλάδα, η πορεία για την εξέγερση και τους νεκρούς της δεν πλημμύρισε κυριολεκτικά όλη την Αθήνα, δείχνοντας με τον πιο δεικτικό τρόπο την αμέριστη συμπαράσταση σχεδόν όλων των Ελλήνων. Η γενιά του Πολυτεχνείου συμβιβάστηκε και βολεύτηκε σε πόστα, λες και μια χούφτα άνθρωποι που εξεγέρθηκαν, που ρίσκαραν την ίδια τους την ζωή και κάποιοι την έχασαν, αποτελούν ξαφνικά μια ολόκληρη γενιά ή φταίνε αυτοί που ανάμεσά τους υπήρξαν και οι όποιοι καιροσκόποι και πολιτικάντηδες ή φταίνε αυτοί που ένα σύνολο βουβών και συμβιβασμένων της εποχής ξεπλύθηκε αργότερα στα λουτρά της Μεταπολίτευσης και αυτοβαφτίστηκε ως άλλοθι «η γενιά του Πολυτεχνείου».

Κουραστικές όμως όλες αυτές οι αναλύσεις και οι ιστορίες του παρελθόντος. Ο καθένας άλλωστε έζησε, ζεί και θα ζεί με τους δικούς του ήρωες και είναι σχεδόν αδύνατο να τους αλλάξει. Αν κάτι έχει αξία πια σήμερα για εμάς, αν κάτι πραγματικά μπορεί να μας ενώσει και να μας κάνει να αντιδράσουμε συλλογικά και να εξεγερθούμε, όλοι εμείς οι Ναυπλιείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς που οραματιζόμαστε τόσο σοφά το μέλλον και διδασκόμαστε από το ίδιο και το ίδιο μας παρελθόν, είναι ένας κοινός αγώνας για την κατάργηση αυτής της αναποφάσιστης και ντροπαλής ημιαργίας και για την αντικατάστασή της με μια ολοκληρωμένη και γεμάτη με όλα της τα καλούδια αργία.

Ημιαργία σημαίνει μισή βόλτα σύντροφοι. Ημιαργία σημαίνει μισές δουλειές και μισός καφές. Για ποιό λόγο; Δηλαδή να μην μπορούμε να γιορτάσουμε, όπως κάθε εορτή, παραδοσιακά ως Ναυπλιείς; Και ειδικά φέτος που θα είχαμε και τριήμερο για να δουλέψουν και τα μαγαζιά μας, να κινηθεί τουριστικά η πόλη μας, είναι μια σκέτη καταστροφή.



Κείμενο: Mario Vagman

Φωτογραφία: John Winder

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Τα κομματικά κατοικίδια του δημοτικού συμβουλίου

Η αλήθεια είναι πως αν ο Αντωνάκης γίνει επίτιμος δημότης Ναυπλιέων, πολύ λίγους ανθρώπους ενδιαφέρει. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.



Πρόκειται για ένα γεγονός ασήμαντης πολιτικής αλλά και κοινωνικής αξίας. Οι αυτόχθονες ιθαγενείς, όπως όλοι οι Έλληνες, είναι βυθισμένοι στα προβλήματά τους και τις έγνοιες τους και αδιαφορούν πια για όλες τις κομματικές και πολιτικές φιέστες.

Ένας ασήμαντος πρωθυπουργός, παλαιοκομματικής κοπής, μια σκιά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας που η μελλοντική ιστορία θα τον αναφέρει στα ψιλά γράμματα και αν, χωρίς κανένα ουσιαστικό έργο και συμβολή, με λόγο διχαστικό, ενίοτε μάγκικο, βαρύ κι ασήκωτο, χωρίς κανένα περιεχόμενο και ώρες-ώρες γελοίο, γίνεται επίτιμος δημότης ενός Δήμου που αντιπροσωπεύει σε μικρογραφία μεν, στα άκρα δε, όλα τα κακώς κείμενα της νεοελληνικής παρακμής. Πελατειακό κράτος, κομματικές εξαρτήσεις, οικογενειοκρατία, διαμελισμένη κοινωνική συνοχή, πλήρως εξαρτώμενη τοπική αυτοδιοίκηση και τα σχετικά.

Οι μόνοι που ενδιαφέρονται για το γεγονός είναι οι φωτογραφιζόμενοι της μελλοντικής εκδήλωσης, τα κομματικά και πολιτικά στελεχάκια της μικρής μας επαρχίας, οι βοσκοί των προβάτων-ψηφοφόρων και της κομματικής συσπείρωσης εν όψει των βουλευτικών εκλογών και των αλισβερισιών, των χρισμάτων, των δημοσίων σχέσεων και όλων των φτηνών πολιτικών τακτικών που ακμάζουν στην περιοχή.

Και αν όλοι αυτοί οι παρακμάζοντες πολιτίσκοι έχουν ορκισμένους πολιτικούς αντιπάλους που διαφωνούν, που εναντιώνονται στις σαπισμένες πρακτικές τους, δυστυχώς για εμάς όλους, αυτοί οι δεύτεροι έχουν διαλέξει να τους μοιάσουν για να τους αντιμετωπίσουν.

Το πρόσφατο δημοτικό συμβούλιο που συζήτησε δήθεν για την ανακήρυξη του πρωθυπουργού σε επίτιμο δημότη, αυτό το θέατρο των προειλημμένων αποφάσεων και αντιπαραθέσεων, ήταν ενδεικτικό της κομματοκρατίας και του φτηνού πολιτικού λόγου που πλήττει σχεδόν όλους πια τους τοπικούς μας αντιπροσώπους. Και αυτό το στοιχείο ήταν το μόνο ενδιαφέρον.

Ο Δήμαρχος της πόλης, καθόλη τη διάρκεια της συζήτησης ήταν αμήχανος και πιεσμένος. Γνώριζε εξαρχής πως τα πολιτικά του επιχειρήματα ήταν λίγα και τα περισσότερα αστεία. Ο Πρωθυπουργός μας βοήθησε στην αναστήλωση του αγάλματος του Κολοκοτρώνη, στην ρουσφετολογική συνέχεια του στρατοπέδου και στο Λιμάνι που ακόμα δεν έχει γίνει. Στην ένδεια των επιχειρημάτων του προστέθηκε το επιχείρημα πως η αντιπολίτευση κατά την προηγούμενη θητεία του, ζήταγε την ρουσφετολογική βοήθεια του πρωθυπουργού οπότε δεν δικαιούται δια να διαφωνεί. Τα επιχειρήματά του ήταν τόσο φτωχά που αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει επιχείρημα που γράφτηκε στον τοπικό τύπο και ισχυριζόταν πως η πρότασή του δεν αποτελεί κομματική επιταγή καθώς συχνά στηρίζει ψηφίσματα άλλων κομματικών χώρων. Ήταν ξεκάθαρος ο φόβος του να αποκαλυφθεί το χρέος που οφείλει στην δήθεν ανεξάρτητη εκλογή του ενώ όταν πιεζόταν με κάποια σοβαρά επιχειρήματα έπαιζε αμήχανα με το κινητό του προφανώς Τέτρις ή κάποιο ενδιαφέρον παιχνιδάκι του facebook.

O Χρήστος Γραμματικόπουλος επιβεβαίωσε τον λόγο που ουδέποτε θα μπορέσει να γίνει δήμαρχος. Με έλλειψη πολιτικού θάρρους, έμεινε πιστός στις κομματικές του καταβολές ψελλίζοντας μια δικαιολογία περί άκαιρης στιγμής για την ανακήρυξη του Αντωνάκη σε επίτιμου δημότη, η οποία μόνο γέλια ή σαρκασμό προκαλεί σε όποιον σκεπτόμενο πολίτη. Σερνόμενος από την κομματική του γραμμή, δεν κατάφερε να υψώσει ανάστημα απέναντι στον πολιτικό του αντίπαλο που τελικά αυτός γευόταν και θα γεύεται την κομματική στήριξη.

Ο Παντελής Κοκκινόπουλος επιχειρηματολογώντας αντιμνημονιακά και συριζέικα, έδωσε βούτυρο στο ψωμί του Δημάρχου καθώς ήταν η μόνη θέση που μπορούσε να αντιμετωπίσει υποκρινόμενος τον ανεξάρτητο και υπερκομματικό και τον φορώντα την φανέλα της πόλης(όλα τα υπόλοιπα επιχειρήματα ο Δήμαρχος τα αγνόησε προκλητικά κάνοντας πως δεν τα άκουσε). Η προσέγγιση της ΑΥΡΑ δεν είχε τοπική αναφορά παρά μόνο θέσεις της κεντρικής πολιτικής σκηνής που προσπάθησαν ανεπιτυχώς να συνδεθούν με την τοπική πραγματικότητα και ακολούθησε έτσι την μονότονη γραμμή της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Παρουσιάστηκε σαν ένα μικρό ΚΚΕ που κολλάει την ίδια λύση, την ίδια ρητορεία σε όλα τα προβλήματα, πράγμα που αποδεικνύει πως η πρόσφατα δημιουργημένη παράταξη δεν έχει αποκτήσει ακόμα τον απαιτούμενο τοπικό βηματισμό της και τη ντόπια ανεξαρτησία της και αλιεύει απόψεις μόνο από την κεντρική κομματική γραμμή της.

Το ΚΚΕ, η δημοτική παράταξη Λαική Συσπείρωση, ήταν άφαντη. Έτσι δεν έπαιξε κανέναν απολύτως ρόλο στην εξέλιξη της συζήτησης. Και να ερχόταν βέβαια πάλι δεν θα έπαιζε. Η γνωστή κομματική κασετούλα του αντικαπιταλισμού, του διεθνούς κεφαλαίου, της εργατικής τάξης και άλλα παρεμφερή που δεν φέρνουν ποτέ κανένα αποτέλεσμα αλλά ταιριάζουν για να θεραπεύσουν κατά ΚΚΕ πάσαν νόσον και πάσαν μαλακία, δεν ακούστηκαν. Μας έλλειψε τα μάλα η παρουσία τους.

Υπήρχε βέβαια και η Άλλη Πρόταση, η μοναδική ανεξάρτητη δημοτική παράταξη, χωρίς όμως φυσική παρουσία. Η Μαργαρίτα Καραμολέγκου απουσίαζε αλλά διαβάστηκε μια επιστολή της. Λογική μεν επιστολή, αλλά δυστυχώς και ως συνήθως χωρίς να δεχτεί απάντηση ή κριτική. Επιστολή με το γνωστό ορθολογικό ύφος της παράταξης και με αποκλειστική τοπική προσέγγιση που όμως αγνοήθηκε παντελώς μέσα στο χάος της κουβέντας. Η Άλλη Πρόταση μοιάζει να συνομιλεί πια μόνο με το σταθερό, μικρό και ιντελεξουέλ κοινό της και έχει τεράστιο ζήτημα τακτικής και επικοινωνίας καθώς και οι ίδιοι οι πολιτικοί της αντίπαλοι και συνομιλητές περιφρονούν τις τοποθετήσεις της.

Και τέλος οι δημοτικοί σύμβουλοι. Πλην των δεδομένων αρνητών της αυτού μεγαλειότητας του Πρωθυπουργού και της υποτελικής επίτιμης δημότευσής του και του Παναγιώτη Μερμίγκη από την παράταξη του Γραμματικόπουλου, όλοι οι υπόλοιποι, βουβοί και άβουλοι, χωρίς να πάρουν ούτε μια στιγμή τον λόγο για να επιχειρηματολογήσουν για την ψήφο τους, μικροί και ελάχιστοι, χωρίς καν το θάρρος της γνώμης και των επιχειρημάτων που προφανώς δεν είχαν, ψέλλισαν το τελικό ναι και κάλυψαν τα νώτα τους για το μέλλον και την λαμπρή τους πολιτική καριέρα.

Το μόνο βέβαιο συμπέρασμα είναι πως υπάρχουν πια αυτόχθονες ιθαγενείς, λίγοι-πολλοί δεν έχει σημασία, που δυστυχώς δεν εκπροσωπούνται στο νέο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Ναυπλιέων. Μπορεί και ο Αντωνάκης, ως συνδημότης, να είναι ένας από αυτούς. Οποιοσδήποτε να ήταν στη θέση του άλλωστε, απλά θα διασκέδαζε με την κατάντια του.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Μερικοί μεταλλαγμένοι Ναυπλιώτες

Και είναι εκείνο το ύπουλο σημείο της ζωής που ο δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο, μέσα στην ησυχία της εκπαιδευτικής αποβλάκωσης, ξεστομίζει χωρίς συναίσθηση καμία, χωρίς αιδώ, πως εμείς, τα μικρά αυτόχθονα ιθαγενάκια, κατοικούμε στην ένδοξη πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους.


Η μεγάλη αποκάλυψη συμβαίνει συνήθως στο μάθημα της Ιστορίας και δη στο κεφάλαιο της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αν δεν το μάθουμε όμως από το δάσκαλο, ίσως κάποιος γονιός, συγγενής ή γειτόνας θα μας φανερώσει την καθοριστική για το μέλλον μας πληροφορία.

Και είναι τότε εκείνη η μοναδική στιγμή που μας σημαδεύει για πάντα και που καρφώνει μέσα στα βάθη της ασυνείδητης και τρυφερής μας σκέψης το μέγεθος της γαματοσύνης μας. Ύπουλα και κρυφά γιομίζουμε το παιδικό μας Είναι με το κύρος και την αίγλη του πρωτευουσιάνου. Όπως ακριβώς ο νεοέλληνας που συνδέει την ύπαρξή του με το αρχαίο παρελθόν και νομίζει πως τελείως αβίαστα ο Σωκράτης, ο Σοφοκλής, ο Πλάτωνας και όλοι οι αρχαίοι σοφοί είναι πρώτα του ξαδέρφια.

Κάπως έτσι λοιπόν φορτωθήκαμε σιγά σιγά αυτήν την υφέρπουσα αστική περηφάνια της παλιάς μας ιστορίας χωρίς βεβαίως να φτιάχνουμε καινούρια αλλά ούτε καν να γνωρίζουμε την ήδη υπάρχουσα. Η γνώση του μέσου Ναυπλιώτη για τον τόπο του φτάνει μέχρι το σημείο της δολοφονίας του Καποδίστρια, της φυλάκισης του Κολοκοτρώνη στο κάστρο με τα 999 σκαλιά που δεν είναι ούτε καν τόσα, στη πρώτη βουλή, στο πρώτο γυμνάσιο της Ελλάδας, στις φυλακές της Ακροναυπλίας και στην Αρβανιτιά που φιλοξένησε το αίμα των Αρβανιτών. Ό,τι δείχνουν οι ταμπέλες δηλαδή και τα λίγα πεταχτά λογάκια που πιάνει δώθε-κείθε. Παραμένει όμως ένας πρωτοπρωτευουσιάνος. Ένας αληθινός αστός που έχει κάνει συμβόλαιο με τη μοίρα να μην θεωρηθεί ποτέ χωριάτης.

Μέσα σε αυτήν ένδοξη ασυναρτησία κάναμε το πρώτο μας ταξίδι με τους γονείς ή το σχολείο στη νέα πρωτεύουσα, στας όμορφας Αθήνας, και ομολογουμένως ψαρώσαμε λιγάκι. Χιλιάδες αυτοκίνητα, λεωφορεία, τεράστιοι δρόμοι, παντού πολυόροφα τσιμέντα και άπειροι άνθρωποι, ανέκφραστοι να τρέχουν προς πάσα κατεύθυνση. Μέχρι τότε πιστεύαμε πως η Άργους ή η Ασκληπιού είναι ό,τι μεγαλύτερο υπήρχε σε δρόμο και όπως ήταν λογικό, σοκαριστήκαμε. Αλλά δεν πτοηθήκαμε ποτέ.

Ήρθε αργοτέρα η εφηβεία, η φοιτητική, στρατιωτική και ενήλικη ζωή και έδιωξε μια για πάντα την παιδική μας ανασφάλεια. Οι επισκέψεις μας στο μεγάλο άστυ έγιναν συχνότερες και πιο τακτικές με αποτελέσμα πλέον κάθε Ναυπλιώτης να ξέρει την Αθήνα απέξω κι ανακατωτά. Κάθε Ναυπλιώτης έχει να σου διηγηθεί ιστορίες, να σου περιγράψει δρόμους, ανθρώπους και καταστήματα λες και έχει μεγαλώσει εκεί. Δεν είναι λόγω της ιδιαίτερης ευφυίας του αλλά βλέπεις, αυτό το πρωτευουσιάνικο αίμα που έχει κληρονομήσει, του δημιουργεί μεγάλη οικειότητα με τις πρωτεύουσες. Και στο Παρίσι να τον πήγαινες, μέσα σε χρόνο ρεκόρ θα είχε προσαρμοστεί. Άσε που η Αθήνα είναι και δίπλα μας, όπως λέμε όλοι σαν σούπερ δικαιολογία. Ένα τσουπ κάνεις και βρέθηκες εκεί. Ουσιαστικά, προάστιό της είμαστε. Και μάλιστα τί προάαστιο! Το αγαπημένο της.

Γι' αυτόν τον λόγο και πολλοί αυτόχθονες ιθαγενείς την επιλέγουν χωρίς δισταγμό ως νέα πατρίδα για να περάσουν εκείθε το παραγωγικό στάδιο της ζωής τους. Μερικοί από αυτούς, οι πιο λαμπροί της αναπλιώτικης φυλής, έχουν δημιουργήσει το γνωστό είδος αυτοχθόνων, των λεγόμενων και μεταλλαγμένων, που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εργασίας τους μέσα στα αθηναικά νέφη, τσιμεντοβλαχοποιούνται απόλυτα και γίνονται αθηνάνθρωποι.

Που κατεβαίνουν στο Ναύπλιο για διακοπές, πάντα συνοδεία του υπόλοιπου κοπαδιού νεοπρωτευουσιάνων και έχουν ήδη αρχίσει να σχηματίζουν αυτή την ανέκφραστη γκριζωπή φάτσα του μετρό και του αστικού λεωφορείου. Αυτή τη σνομπ καγκουριά της ανασφάλειας και της φοβίας. Που είναι χαραγμένο όλο τους το πρόσωπο από την κλεισούρα του τσιμέντου και το τίποτα συμβαίνον στα πέριξ ανάκτορα των Αθηνών πέραν της αδιακόπου εργασίας των. Που θα κανονίσουν για καφέ ή ποτό στη παλιά πόλη μόνο τις ώρες και τις μέρες με τον περισσότερο κόσμο και την μεγαλύτερη κίνηση αυτοκινήτων. Που δεν αποχωρίζονται το αυτοκίνητό τους ούτε για να πεταχτούν μέχρι το περίπτερο για να πάρουν τσιγάρα. Που παλεύουν μέσα στην οδική αγένεια και το μπινελίκι για μια θέση πάρκινγκ στο λιμάνι. Που θα τους δείς να περιμένουν ατάραχοι στην ουρά ενός ασφυκτικά γεμάτου καταστήματος ενώ το ακριβώς δίπλα είναι μισοάδειο. Που θα σε βγάλουν έξω για να πείτε τα νέα σας, στο μαγαζί που παίζει πάντα την πιο δυνατή μουσική και που για να μιλήσεις πρέπει να φωνάζεις σαν τον καθυστερημένο. Και που τέλος, θα γυρίσουν πίσω στη νέα τους γή μόνο όταν το μελίσσι τους μεταδώσει σήμα μέσω των τσιμεντοκεραιών του για μαζική αποχώρηση και εθιμοτυπικό μποτιλιάρισμα στας Εθνικάς οδούς.

Έπειτα, μπορούμε επιτέλους ήσυχοι, να χαρούμε το χωριό μας.


Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: StamatisGR για την εφημερίδα Daily Telegraph

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Επιστολή στον πρωθυπουργό της χώρας

Πολυχρονεμένε μου αφέντη,

Με χείλη τρεμάμενα και με ανείπωτη περηφάνια πληροφορήθηκα μες την βδομάδα που μας πέρασε πως υπάρχει το ενδεχόμενο, κυκλοφορεί η φήμη, σήμανε επιτέλους η ώρα η γλυκιά, που θα σου προτείνουμε να γίνεις ένας επίτιμος αυτόχθονας ιθαγενής. Ένας επίτιμος εμείς.


Από την ώρα που άκουσα την χαρμόσυνη αυτή είδηση, προσεύχομαι κάθε ώρα και στιγμή στον Θεό, στον ίδιο Θεό που η αυτού μεγαλειότητα της τελειότητάς σου μιλάει απευθείας, και τον παρακαλάω κατά πρώτον να είναι αληθινή αυτή η φήμη και κατά δεύτερον να μην μας αρνηθείς και να μην μας περιφρονήσεις. Να δεχτείς έτσι μεγαλόψυχος που είσαι και κουβαρδάς, να γίνεις ένας από εμάς.

Μπορεί να είμαστε πια οι ερπόμενοι γεωσκώληκες της αργολικής γής αλλά να είσαι σίγουρος πως το παρελθόν μας και την ιστορία μας δεν την ξεχνάμε ποτέ. Θυμήσου μόνο πως μέσα από τα δικά μας χεράκια πέρασε πρώτα αυτό το εξαιρετικό δημιούργημα που τώρα διοικείς με σοφία και ευσπλαχνία και που λέγεται νεοελληνικό κράτος. Εμείς είμασταν αυτοί που το πλάσαμε πρώτοι, που τελειοποιήσαμε κάθε πιθανή κι απίθανη ανωμαλία του με ιδρώτα και αίμα, για να έρθεις εσύ, μετά από χρόνια πολλά, φερμένος από άλλη γή,  και πάνω του να χτίσεις μια νέα ελληνική αυτοκρατορία. Το πελατειακό κράτος λοιπόν που τόσο εύστροφα και αναπτυξιακά διαχειρίζεσαι σε πλείστες περιπτώσεις, όπως αυτή της Δημόσιας Τηλεόρασης, είναι κατά βάθος ένα δικό μας παιδί.

Επομένως Αντώνη, εμείς και εσύ, εσύ και εμείς, είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Έχουμε μια βαθιά και ουσιαστική ερωτική σχέση. Πώς αλλιώς; Αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι, όπως λέει και ο αγαπημένος σου ποιητής Οδυσσέας Ελύτης που πάνω του έχτισες μια λαμπρή καριέρα ενός πολιτικά και εθνικά διανοούμενου ανδρός.

Θεωρώντας πως εκφράζω την συντριπτική πλειοψηφία των ιθαγενών της πόλης, θέλω να σε ευχαριστήσω δημόσια για τις καθοριστικές παρεμβάσεις σου, που αποτελούν κοινό μυστικό αναμετάξυ μας,  για να διατηρήσουμε στη πόλη μας αυτό το τόσο χρήσιμο στρατόπεδο για την πατρίδα στη μέση του τίποτα. Γνωρίζουμε βέβαια πως στο συγκεκριμένο ζήτημα πρώτα προστάτεψες την μεσσήνια και πατρώα γή σου αλλά και εμάς στο τέλος δεν μας ξέχασες. Όπως δεν μας ξέχασες στο έργο του λιμανιού. Όλη η πόλη γνωρίζει πως εσύ πρόταξες τα στήθη σου για να ξεκινήσει το έργο και να γίνει το Ναύπλιο, από Νάπολι, Μονακό των Βαλκανίων.

Θέλουμε επίσης να σε ευχαριστήσουμε δημόσια για όλες τις Αναστάσεις που έχουμε περάσει μαζί στον Άγιο-Γεώργιο. Ελπίζουμε και ευχόμαστε μόνο, οι κατά καιρούς τοπικοί αρχόντοι και παράγοντες που σε περιστοίχιζαν, να έδειξαν επαρκώς την υποτέλεια και την δουλικότητά τους και να σε άφησαν ικανοποιημένο. Καλύτερους δυστυχώς δεν μπορούμε να βρούμε, αυτούς είχαμε, αυτούς βάλαμε.


Μη μας αρνηθείς Αντώνη. Σε θέλουμε συνδημότη μας. Θα σου δώσουμε στην ανάγκη και το χρυσό κλειδί της πόλης. Θα σου δώσουμε τις παραλίες, τα αρχαία και όλα μας τα οικόπεδα.  Ακόμα και τα κλειδιά των σπιτιών μας θα σου δώσουμε για να δεχτείς. Γιατί να τα πάρουν δηλαδή οι απρόσωπες τράπεζες και το κράτος και να μην προλάβουμε να τα χαρίσουμε σε ένα δικό μας παιδί;

Θυμάμαι τότε, πάει ένας χρόνος και κάτι, που είχες έρθει στο Βουλευτικό για να βγάλεις λόγο και για να μας βγάλεις επίσης από τη μίζερη κυριακάτικη καθημερινότητα της μικρής μας επαρχίας, για να έχουμε και εμείς οι φτωχοί κατιτίς να χαζεύουμε. Έστειλες λοιπόν στη παλιά μας πόλη για να μας διασκεδάσεις όλη την αστυνομική δύναμη της Πελοποννήσου δήθεν μου να σε περιφρουρεί και να κρατά την τάξη.

Και εδώ μου έρχονται τα λόγια του εθνικού και αγαπημένου σου ποιητή: « Όταν ακούς τάξη, ανθρωπινό κρέας μυρίζει».


Ο πάντα ταπεινός σου δούλος,
Μario Vagman

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Σοσιαλιστικά καρέ της μικρής μας πόλης

Κυρία περιοπής περιμένει στην ουρά Τράπεζας, περίπου 120 αχώνευτα νούμερα πίσω,  και στο πρόσωπό της είναι όλη την ώρα ζωγραφισμένη αυτή η κλασική και τόσο γνώριμη πια ελληνική νοσταλγία της ενδόξου εποχής του παλαιού ΠΑΣΟΚ.



Σκέφτεται εκείνες τις όμορφες μέρες της ζωής της που οι ουρές στις τράπεζες ήταν μόνο για τους πληβείους και όχι βεβαίως για υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, που με τις γνωριμίες τους κατάφερναν πάντα και εξυπηρετούνταν πλαγίως και αυτομάτως. Eίναι εκείνη η χρυσή περίοδος όπου οι πιτσιρικάδες κοπάναγαν τα τηλέφωνα στους τηλεφωνικούς θαλάμους του ΟΤΕ για να βγάλουν κανά νόμισμα.  Και φυσικά έβγαζαν το κατιτίς τους, το οποίο κατιτίς τους τρωγόταν πάντα στα ουφάδικα. Αν υπήρχε τώρα εκείνη η σουρεάλ εποχή, κάποιος υποδιευθυντής ή διευθυντής θα είχε τρέξει με πάθος και γλοιώδη ευγένεια να εξυπηρετήσει την κυρία, έξω βεβαίως από την λαουτζίστικη σειρά.

Όχι πως η κυρία ήταν κάποιο σημαίνον πρόσωπο αλλά ο σύζυγος ήταν. Από νωρίς στους σοσιαλιστικούς αγώνες της Αργολίδας, περάσε ευτυχώς γρήγορα από τις κλαδικές οργανώσεις του εργατικού όχλου της δεκαετίας του 80 και εισχώρησε ταχέως στην αστική κοινωνία του Ναυπλίου καθότι διέθετε την απαιτούμενη προοδευτική παιδεία για τα μεγάλα πόστα και την υψηλή καθοδήγηση.

Και, όπως είναι φυσικό, πίσω από έναν πετυχημένο άντρα και δή σοσιαλιστή εν Ελλάδι, κρύβεται πάντοτε μια γουστόζικη γυναίκα. Μια κυρία όχι μόνο περιοπής αλλά και καλλιέργειας αρμόζουσας με τις συνήθειες της μεσαιωνικής μας πόλης.

Έχει έρθει σήμερα στην Τράπεζα για ανάληψη μόνο ολίγων μετρητών. Και να ήθελε πολλών, δυστυχώς δεν μπορούσε. Το ταμιευτήριο της εδώ και μερικά χρόνια όλο και λιγοστεύει καθώς το τρένο του τρίτου δρόμου προς τον σοσιαλισμό έχει πουλήσει κάμποσα από τα πράσινα βαγόνια του και έχει πετάξει έξω και αυτήν και τον καλοπιασμένο σύζυγο. Ναυπλιώτες γάρ, όπερ σημαίνει χαμηλής πολιτικής εκτιμήσεως από το αθηναικό κομματικό κράτος. Επιβάτες έχουν παραμείνει μόνο λίγοι και εκλεκτοί. Οι απολύτως απαραίτητοι που λένε, τόσοι-όσοι χρειάζονται για να μπορέσουν να μοιραστούν τα λιγοστά λάφυρα που υπάρχουν στο τελευταίο δρομολόγιο.

Σκέφτεται λοιπόν μονάχη της και συλλογάει πως, έτσι πεταμένοι που είναι τώρα στα γεράματα, και αυτή και ο σύζυγος, μέσα στην πλέμπα της ναυπλιακής κοινωνίας και την καταφρόνια, στη λαϊκή ουρά του σισιτίου ολίγων μετρητών, δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν από το να αναζητήσουν νέους δρόμους που θα ξαναβόλεψουν τα προοδευτικά τους χαρίσματα και φυσικά τα άνεργα τέκνα τους.  Οι μνηστήρες πολλοί καθώς η πρόοδος κυκλοφορεί σε ποικίλες κυβερνητικές αποχρώσεις. Μέχρι να διαλέξουν όμως, πρέπει να σηκώσουν επειγόντως σήμερα το πρωί περί τα 300 ευρώ, γιατί οι λογαριασμοί τρέχουν αδυσώπητοι.

Έτσι φτάνει επιτέλους η ώρα της πληρωμής. Η κυρία πλησιάζει το ταμείο, βγάζει το βιβλιάριο από τη δερμάτινη και πανάκριβη τσάντα της, αγορασμένη  στα τέλη του προηγούμενου αιώνος, την περίοδο του σοσιαλιστικού εκσυγχρονισμού,  και ζητά από τη ταμία γεμάτη ντροπή και με βλέμμα κατεβασμένο, να κάνει ανάληψη του ευτελούς ποσού. Αυτό που την ενοχλεί  περισσότερο δεν είναι το μέγεθος του ποσού αλλά το γεγονός πως η ταμίας, για χρόνια γειτόνισσά της, θα δεί το χαμηλό υπόλοιπο του λογαριασμού της και θα την κουτσομπολέψει σε όλη τη γειτονιά.

Δεν είχε και άδικο. Η ταμίας ήταν μεν σοσιαλίστρια και του λόγου της, συνεπιβάτης για χρόνια στο τρένο της αλλαγής, αλλά με διαφορετικό εισιτήριο στη τσέπη. Η κυρία καθόταν πάντα πρώτη θέση ενώ η δόλια ταμίας λαϊκή απογευματινή.  Σαλόνια και εκδηλώσεις της υψηλής και ανεπαίσθητης διανόησης η κυρία, μπουζούκια, κλαρίνα, πιάτα και γαρούφαλλα η ταμίας. Φαγοπότια και συχνές συνευρέσεις με την νομεκλατούρα του κινήματος η μανδάμ, αφισοκόλληση, πορεία και διαδήλωση η εργατική τάξη. Όσο για την εποχή του γκλάμουρους σοσιαλισμού, ενώ η μιά οριστικοποιούσε την δυτικότροπή της αποχαύνωση, η άλλη την έβγαζε με reality shows και τηλεπαράθυρα μέχρι που από την πολύ κουλτούρα έγινε χρυσαυγίτισσα.

Το μόνο που τους ενώνει πια είναι η πλατεία Συντάγματος. Εκεί συχνάζουν και οι δυό όταν πίνουν τον καφέ τους. Στη γειτονιά ούτε καλημέρα δεν λένε. Εκεί στη πλατεία μόνο, αν τυχόν συναντηθούν κατά λάθος οι παρέες τους, ρίχνουν μια τυπική χαιρετούρα από τον υπερβάλλοντα ζήλο κοινωνικότητας που κυριεύει το μέρος. Μόνο στη πλατεία. Μέσα στο μοναδικό καζάνι της πόλης που βράζουν όλοι.



Κείμενο: Mario Vagman


Αφιερωμένο στη μεγάλη νίκη του λαού στις 18 του Οκτώβρη του 1981



Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ο Γκοντάρ, ο Spiderman, ο Τέτρις και άλλοι ματάκηδες

«Μας παίρνει μάτι όλο το Ναύπλιο, όλο το σύμπαν» φώναζε αισθησιακά νεαρός επιβήτορας και πρωταγωνιστής της χολιγουντιανής παραγωγής που γυρίστηκε κάποτε στα μέρη μας με τίτλο «το παλαμάρι του βαρκάρη».

Η ατάκα ξαναχρησιμοποιήθηκε αυτούσια στον πρώτο δίσκο των Ημισκουμπρίων στο κομμάτι «Τσόντα» και αποτελεί την μοναδική ιστορική καταγραφή μιας συνήθειας της πόλης που όλοι γνωρίζουν αλλά ελάχιστοι ομολογούν.


Αυτό συμβαίνει καθώς ελάχιστοι είναι εκείνοι που άσκησαν το χόμπι του ματάκια με τέτοιον επαγγελματισμό και μαεστρία που έγιναν δαχτυλοδεικτούμενοι μέσα στην ναυπλιακή κοινωνία. Μια κοινωνία όμως που διατηρούσε όλες εκείνες τις απαραίτητες συνθήκες που γεννάνε τέτοια φαινόμενα και τέτοιους ανθρώπους, ανώμαλους και διεστραμμένους για πολλούς ή αστείες και κωμικοτραγικές  φιγούρες για άλλους.

Είναι όλοι αυτοί που τα βράδια σχεδιάζαν και οργάνωναν εξορμήσεις στους γαμηστρώνες της πόλης, κατασκεύαζαν ή έβρισκαν έτοιμες κρυψώνες με μόνο στόχο την απόλαυση και το ερωτικό μασάζ των ματιών τους. Όλοι οι υπόλοιποι αυτόχθονες ιθαγενείς ασκήθηκαν επί τω έργω μόνο εκ παρεκτροπής. Ποιός ή ποιά δεν έχει κρυφακούσει ζευγάρι στο διπλανό διαμέρισμα ή σπίτι που οι ήχοι της συνευρέσεώς τους διαπερνάν τους τοίχους και τα ντουβάρια; Ποιός έφυγε από ένα τέτοιο συμβάν μη θεωρώντας το πρέπον; Ποιός ή ποιά απομακρύνθηκε από μια παραλία ή ερημιά όταν δίπλα του ένα ζευγάρι εκτελούσε την αναπαραγωγική διαδικασία; Κανείς.

Παλαιόθεν το ερασιτεχνικό μπανιστήρι αποτελούσε προνόμιο των έφηβων αγοριών κάτι που φαίνεται τελείως λογικό λόγω της περιέργειάς τους σε έναν καινούριο κόσμο που ανοίγεται μπροστά τους. Τι συμβαίνει όμως όταν αυτή η συνήθεια σε ακολουθεί και στα επόμενα χρόνια της ζωής σου; Η απάντηση είναι απλή. Γίνεσαι λαϊκός ήρωας και οι περιπέτειές σου, όταν και αν ανακαλύψουν τις μεθόδους σου ή είσαι τόσο κυνικός που τις αποκαλύψεις ο ίδιος, γίνονται λαϊκές προφορικές αφηγήσεις του άστεως και μύθοι.

Πρώτος μύθος της πόλης είναι ο επονομαζόμενος «Γκοντάρ». Λάτρης του κινηματογράφου και της μαγνητοσκόπησης έχει κινηματογραφίσει με τρόπο μαγικό όσα ζευγαράκια κατάφερε (και είναι πολλά) από την δεκαετία του 70 μέχρι τουλάχιστον τα μισά της δεκαετίας του 90. Έστηνε την κάμερά του σε ερημιές και παραλίες πάντοτε σε σημεία ικανοποιητικού φωτισμού, χωρίς βεβαίως να φαίνεται ο ίδιος, και αποθανάτιζε στο φακό τις ερωτικές περιπτύξεις τουριστών, Αθηναίων και αυτοχθόνων ιθαγενών. Ένα αρχειακό υλικό 30 περίπου χρόνων που αν προς Θεού κάποτε ανοίξει, κανείς δεν γνωρίζει τι πρόκειται να αποκαλύψει. Οι επιρροές του ήταν φυσικά ο ευρωπαικός κινηματογράφος με ιδιαίτερη αδυναμία στο γαλλικό νουάρ.

Ακολουθεί κατά πόδας ο λεγόμενος «Τέτρις» ή «Τζένγκας». Πρόκειται για τον πρώτο δημιουργό του παιχνιδιού Τέτρις πολύ πριν το ανακαλύψουν οι Ρώσοι κατασκευαστές ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Γιατί ο φίλος μας το δημιούργησε μόνο με φυσικές πετρούλες και βοτσαλάκια. Έστηνε το παρακολουθητήριό του από την Μυτίτσα της Αρβανιτιάς μέχρι το Νεράκι και όπου υπήρχαν ανοίγματα και χαραμάδες μεταξύ των βράχων δημιουργούσε εκεί υπέροχες κατασκευές από βότσαλα και πέτρες που ισορροπούσαν αρμονικά, αφήνοντας πάντα μια διακριτική τρυπούλα για να χαίρεται ο οφθαλμός του τα κάλλη της φύσεως. Με πατημασιές γάτας δεν τον έπαιρνες ποτέ χαμπάρι και αν υπήρχε μια περίπτωση να γλιτώσεις από τα μάτια του, έπρεπε να ανακαλύψεις την ιδιοφυή και πρωτοπόρα κατασκευή του μόνο με το φώς της ημέρας και φυσικά να την γκρεμίσεις. Μετά από μερικές μέρες όμως, πάλι θα την έβλεπες εκεί.

Τρίτος αλλά εξίσου αξιόλογος ματάκιας ήταν και ο Spiderman. Mε εκπληκτικές αναρρηχητικές δεξιότητες, σκαρφάλωνε μέχρι και στον δεύτερο όροφο νεοκλασικών σπιτιών της παλιάς πόλης και χάζευε αθόρυβα κυρίες να γδύνονται, να ντύνονται και φυσικά να συνουσιάζονται. Ακόμα δεν γνωρίζει κανείς τον τρόπο που κατάφερνε να σκαρφαλώνει εξού και το ψευδώνυμο. Η καριέρα του τελείωσε άδοξα στις αρχές της δεκαετίας του 90 όταν συνειδητοποίησε πως οι κυρίες της παλιάς πόλης ήταν πια, ως επί το πλείστον, γριές.

Άλλος ένας μεγάλος λαϊκός αγωνιστής ήταν «ο Βατραχάνθρωπος». Το σύστημά του απλό και πάντοτε αποτελεσματικό. Φόραγε την ωραία του στολή, τα βατραχοπεδιλάκια του και τον αναπνευστήρα και κολυμπούσε διακριτικώς και παραθαλλασίως μέχρι να πετύχει στην ακτή κάποιο ζεύγος σε τρυφερές στιγμές . Κινούταν κυρίως στην Αρβανιτιά αλλά όταν είχε ερημιά επισκεπτόταν και τις ακτές της Καραθώνας. Μόλις πετύχαινε κάποιο ζευγαράκι, έβγαζε το κεφάλι του στον αφρό της θαλάσσης και απολάμβανε το θέαμα κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ρομαντικός τύπος και αισθηματίας.

Αυτοί και δεκάδες άλλοι, ήρωες της πόλης, γνωστοί και άγνωστοι, μύθοι και πραγματικότητες,  κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ζούν δίπλα μας αλλά δυστυχώς δεν τυχαίνουν και της καλύτερης εκτιμήσεως από την πλειοψηφία των ιθαγενών. Τους λέμε ανώμαλους, σιχαμένους, βρωμερούς και άλλα παρόμοια. Γι αυτόν τον λόγο παραμένουν μες τα χρόνια βουβοί. Σαν να παραδέχονται και οι ίδιοι την αρρώστια τους. Τις ιστορίες τους τις γνωρίζουν μόνο στενοί φίλοι και όσοι κατά λάθος τους ανακάλυψαν.

Κρίμα πάντως. Θα μπορούσαμε να μαθαίναμε πολλά από τις διηγήσεις τους. Μας ξέρουν καλύτερα από τον καθένα. Ίσως αυτό είναι που μας ενοχλεί περισσότερο πάνω τους.


Κείμενο: Μario Vagman
Φωτογραφία: Από την ταινία «Έλα να αγαπηθούμε νταρλίνγκ (1984)»

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Τσιμεντοβλαχοποίηση

Σε μια πόλη σαν τη δική μας, που το μόνο που βλέπει μπροστά της είναι η τουριστική της ανάπτυξη, τα γιότ, τα λιμάνια, οι κρουαζιέρες, οι κρατήσεις και τα σχετικά, σε μια πόλη που το παραγόμενο πολιτιστικό προιόν της είναι είτε ανέκδοτο είτε δημιουργία όχι μιας συλλογικής συνείδησης αλλά ελαχίστων γραφικών, σε μια πόλη δημοσίων υπηρεσιών και υπαλλήλων, καριεριστών και ιματζοφορεμένων δικηγόρων, γιατρών κι αρχιτεκτόνων, οικογενειοκρατίας και καθωσπρεπισμού, σε μια πόλη με χαραγμένη πάνω της την πανέμορφη ταυτότητα μόνο των κατακτητών της, σε μια τέτοια πόλη, είναι λογικό κι επόμενο το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι όλο του πληθυσμού της, να επηρεάζεται αποκλειστικά και μόνο από τους επισκέπτες της.


Και οι επισκέπτες της τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια δεν είναι άλλοι παρά η αγαπημένη και φιλτάτη φυλή των Τσιμεντόβλαχων της Αττικής γής. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των Ευρωπαίων και άλλων παγκόσμιων φυλών, οι Τσιμεντόβλαχοι είναι αυτοί που μέχρι τώρα επικρατούν στα μέρη μας και τα σημάδια της επίδρασής τους πάνω στους αυτόχθονες ιθαγενείς είναι πλέον ξεκάθαρα όχι μόνο τις ημέρες που διαλέγουν μαζικά να βόσκουν τα χωράφια μας αλλά και τις άλλες, τις δικές μας μέρες.

Πέρα από τα αγχωμένα και γρήγορα περπατήματα των Ναυπλιωτών στα πεζοδρόμια, τα νευρικά και σπαστικά τους τικ στις ατελείωτες ουρές των τραπεζών και των σούπερ μάρκετ, τα λιγοστά καλημέρα των γειτόνων και τις αυξανόμενες διενέξεις αναμετάξυ των κατοίκων, το σημάδι που αποδεικνύει πως η κατάσταση είναι πλέον για χρόνια μη αναστρέψιμη είναι η μανιακή χρήση των αυτοκινήτων.

Ο τόπος όλος έχει γιομίσει αυτοκίνητα. Ο Ναυπλιώτης πια για να πάει μέχρι τη γωνία του σπιτιού του και να κατουρήσει χρησιμοποιεί αυτοκίνητο. Μια δίωρη πρωινή βολτούλα για πληρωμές λογαριασμών και λοιπών γραφειοκρατικών διαδικασιών έχει μετατραπεί σε θορυβώδες σαφάρι. Ο νούς του αυτόχθονα φουλάρει με λεβιέδες, γκάζια, διπλοπαρκαρίσματα, κορναρίσματα, θαμμένα πεζοδρόμια, σταματημένα αυτοκίνητα στη μέση μιας διασταύρωσης γιατί κανείς δεν γνωρίζει ποιός έχει προτεραιότητα, χαροπαλέματα από τους πάμπολλους Σουμάχερ του άστεως και φυσικά με το καινούριο λαικό παιχνίδι της πόλης, «βρές να παρκάρεις, αν μπορείς».

Το κεφάλι των αυτοχθόνων, με την επιστροφή στο σπίτι, έχει πάντα πλέον μέσα του αυτή τη βαβούρα και την κούραση που μυρίζει έντονα αθηναική συγκοινωνία.

Πιστεύω πως σε λίγο καιρό αυτά τα κοινόχρηστα ποδήλατα που βρίσκονται διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία της πόλης, θα στοιχειώσουν από τη βαρεμάρα. Δεν τα χρησιμοποιεί κανείς. Όσοι λίγοι γουστάρουν το ποδήλατο έχουν, και οι πολλοί που δεν έχουν, δεν γουστάρουν. Τόσο απλά.

Για να αποκτήσει ο Ναυπλιώτης τώρα πια, μετά την χρόνια επέλαση των βαρβάρων, ποδηλατική συνείδηση, χρειάζονται σκληρές πολιτικές και τακτικές.

Πρέπει το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλιέων να ψηφίσει ομόφωνα μια εικονική καταδίκη της χρήσης ποδηλάτου ως χρήση αντικοινωνική και να αποφασίσει πως θα τιμωρεί τους χρήστες με βαριά πρόστιμα. Όποιος και καλά συλληφθεί τρείς φορές να ποδηλατεί, θα γιαουρτώνεται δημόσια από το λαό και όλα τα ποδήλατα θα περιφρουρούνται από αστυνομικές δυνάμεις για να αποφεύγεται η χρήση τους μέχρι βέβαια την απανθράκωσή τους σε ειδική για την περίσταση υψικάμινο.

Τότε και μόνο τότε, αυτό το κωμικό πλάσμα που λέγεται Ναυπλιώτης, θα έκλεβε και θα καβάλαγε κρυφά μες τη νύχτα ποδήλατα, ωσάν να ήταν σακιά με απαγορευμένες πατάτες κλεισμένες και περιφρουρημένες στο Παλαμήδι.

Γιατί ο αυτόχθων, κατά βάθος, είναι μερακλής και του αρέσουν όλα ανεξαιρέτως τα απαγορευμένα. Αρκεί να μην το ξέρει κανείς.



Εις Μνήμην του Γιάννη Καποδίστρια.



Κείμενο: Μario Vagman
Φωτογραφία: Τέχνη δρόμου από τον Isaac Cordal

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Γράμμα στο Μητροπολίτη

Σεβασμιότατε Δέσποτα,

Είσαι καινούριος στα μέρη μας και πήρα το θάρρος να σου γράψω μερικές σκέψεις καθότι παλαιότερος στα πέριξ.



Ανήκω βλέπεις στη γενιά της πόλης που πρόλαβε να ζήσει την εβδομαδιαία κατήχηση έστω και για λίγο. Η γενιά αυτή μεγάλωσε πηγαίνοντας με το σχολείο για συχνή εξομολόγηση κι ακούγοντας αρκετές φορές τον παπά της ενορίας να της εξηγεί πως η θεωρία του Δαρβίνου, η εξέλιξη των ειδών, είναι μια σιωνιστική συνομωσία. Πως τα ζώα δεν έχουν  ψυχή, δεν έχουν αισθήματα και πως αποκλείεται να προήλθαμε από αυτά. Η γενιά αυτή πρόλαβε χριστιανικό συνδρομητικό περιοδικό να μοιράζεται από το σχολείο με θέματα του στυλ «η ροκ και τα αντιχριστιανικά της μηνύματα-πώς να τα αποφύγουμε». Γαλουγήθηκε ακούγοντας ενίοτε πως ο εφηβικός και συχνότατος αυνανισμός της οδηγεί στην ομοφυλοφιλία και σε άλλα αμαρτωλά πάθη. Πως τα εφηβικά σπυριά της είναι τα πρώτα συμπτώματα της αμαρτίας της.

Παρόλα αυτά συνέχισε να αμαρτάνει γεμάτη όμως πάντοτε υπόγειες τύψεις. Τύψεις με τις οποίες συνήθισε να ζεί μέχρι και σήμερα και που αφορούν πια περισσότερες πτυχές της ζωής της. Μια γενιά λοιπόν που ήθελε δεν ήθελε, η χριστιανική συνείδηση έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του ίδιου της του εαυτού. Αγάπη για τον συνάνθρωπο κι ευσπλαχνία από τη μία, κι από την άλλη ένα εκ γενετής αμάρτημα, ένα ελάττωμα κατασκευής που πάντοτε την έκανε συνειδητά να φταίει.

Κινούμενο ελάττωμα και του λόγου μου, διάβασα μέσα στην βδομάδα που πέρασε την επιστολή της Ιεράς Μητροπόλεως σχετικά με το μείζον ζήτημα του σισιτίου της Ευαγγελίστριας και την βρήκα, όπως και την ανθρώπινη φύση μου, γεμάτη προβλήματα.

Αρχικά γίνεται λόγος στην επιστολή περί της ανωνυμίας του διαδικτύου και τον τρόπο που διάφοροι πολίτες λασπολογούν και κρύβονται χρησιμοποιώντας την. Επιτρέψτε Δέσποτα να σας πω πως μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων δεν ταιριάζει σε κείμενο πνευματικού φορέα. Μπορεί να υπάρχουν στο διαδίκτυο κρυπτόμενοι εκ του πονηρού και του δόλου αλλά υπάρχουν και χιλιάδες άλλοι που νιώθουν ελεύθεροι να μιλήσουν μέσα σε μια ανελεύθερη κοινωνία. Αυτή την λεπτή γραμμή η Εκκλησία. ως ένας πνευματικός παράγοντας, οφείλει να τη δεί και να την αναγνωρίσει και όχι βεβαίως να την αφορίζει συνολικά υιοθετώντας την επιχειρηματολογία αυτών που σήμερα θέλουν να ελέγχουν κάθε μας κίνηση και σκέψη.

Αφού εξάρει και δικαίως η επιστολή την εξαετή δράση του ιερέα της Ευαγγελίστριας και των εθελοντών συμπολιτών μας αναφέρει σχετικά με το κλείσιμο του σισιτίου: «η Εκκλησία δεν είναι παράρτημα των Κοινωνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας». Φυσικά και η Εκκλησία ως θεσμικός φορέας δεν έχει καμία απολύτως νομική ή πολιτειακή υποχρέωση για την κοινωνική πρόνοια. Αυτό είναι σίγουρο. Ως φορέας όμως μιας θρησκείας και ενός κηρύγματος αγάπης και αλληλοβοήθειας, ενός κηρύγματος που συνοψίζεται σοφά στην ρήση «ο έχων δύο χιτώνες να δίνει τον έναν»  έχει και παραέχει. Δεν γίνεται η ίδια η Εκκλησία να αποτελεί εξαίρεση της θρησκείας που υπηρετεί. Κάτι τέτοιο θα την έκανε τελείως αναξιόπιστη.

Και δυστυχώς Δέσποτα την κάνει. Ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως μια ολόκληρη επιστολή αναλώνεται να δικαιολογήσει την θέση της Εκκλησίας, του ιερέα, του φιλόπτωχου ταμείου, να τα βάλει με τους καναπεδάκηδες και τους κριτές εξ απόστασεως, την Πολιτεία και κάποιους αόρατους εχθρούς και δεν ασχολείται πουθενά με τους εκατοντάδες άπορους συμπολίτες μας. Πουθενά.

Σου γράφω λοιπόν αυτές τις σκέψεις για να σε ενημερώσω πως δυστυχώς στη πόλη κυκλοφορεί πλέον πολύ δυνατά ο ψίθυρος πως όλα συνέβησαν για το κτίριο. Για την αύξηση της ιδιωτικής περιουσίας της Εκκλησίας. Υπάρχει κόσμος που μιλα πλέον ανοιχτά για αλληλεγγύη με ανταλλάγματα. Η δικαιολογία πως τα τρόφιμα δεν είναι ασφαλή δεν κάθεται καλά στην σκέψη του κόσμου. Ξέρεις πως λειτουργούν αυτά στα μέρη μας. Είτε ισχύουν είτε όχι, διαχέονται μέσα στο πλήθος και γίνονται νόμος μέσα στο μυαλό των κατοίκων. Και αν έχεις πολλούς θεοσεβούμενους ανθρώπους στον κύκλο σου, αυτούς που μεγάλωσαν μέσα στις εκκλησίες της πόλης και τις προσευχές, μην παρασυρθείς με αυτά που σου λένε. Δεν ισχύουν. Η εικόνα της Εκκλησίας έχει δεχτεί βαρύ πλήγμα μέσα στη κοινωνία των αυτοχθόνων ιθαγενών και πρέπει να κάνεις κάτι άμεσα δραστικό για να το επανορθώσεις.

Όπως λέει και η επιστολή, μια ζωντανή Εκκλησία με δυναμική παρουσία στον κόσμο, ανησυχεί κάποιους. Προτιμούν μια Εκκλησία ναρκωμένη, κάτι σαν νεκροταφείο. Τότε δεν την ενοχλεί κανείς. Μάλλον συνέβη το αντίθετο Δέσποτα. Μόλις η Εκκλησία ανακοίνωσε πως θα ναρκωθεί και θα παύσει να ταίζει ανθρώπους που έχουν ανάγκη, τότε ασχολήθηκαν όλοι.

Τότε φάνηκε πως υπάρχει κόσμος που ξέρει πως την χρειάζεται, δυνατή και δραστήρια, ή θα την χρειαστεί στο μέλλον. Μάλλον Δέσποτα δεν είναι όλες οι κριτικές ίδιες. Υπάρχουν και αυτές που θέλουν να βοηθήσουν και το κάνουν μόνο από αγάπη.  Αγάπη για την ίδια την Εκκλησία και την θρησκεία ή τον συνάνθρωπο, τον εαυτό και ίσως για αυτό το μακρινό κατηχητικό παρελθόν τους. Η νοσταλγία βλέπεις σε αυτό τον τόπο δεν έκανε ποτέ διακρίσεις αναμνήσεων.

Γι’ αυτό Δέσποτα κάνε κάτι γρήγορα. Κράτα στην ανάγκη κάποιο ποσοστό από τον δημόσιο μισθό των ιερέων της περιοχής και μοίρασέ τον σε όσους έχουν ανάγκη. Χρησιμοποίησε χρήματα από το παγκάρι των ενοριών. Υπάρχουν ενορίες που όλοι γνωρίζουμε πως είναι πολύ πλούσιες.  Ενίσχυσε τις δομές κοινωνικής αλληλεγγύης με όσα μέσα διαθέτεις και παράτησε τα ευχολόγια περί λύσης του προβλήματος που προέκυψε. Ένα κτίριο δεν πρόκειται να σώσει ούτε εμάς ούτε την αξιοπιστία της Εκκλησίας

Και παράτησε σε παρακαλώ την κριτική σου στην Πολιτεία. Τι περιμένεις δηλαδή από ανθρώπους που εκλέγονται με τη μέθοδο του ρουσφετιού, του πελατειακού κράτους και των σημαδεμένων ψηφοδελτίων; Δεν τα γνωρίζεις αυτά; Στο κάτω κάτω της γραφής επιλογή της Εκκλησίας είναι να συνοδοιπορεί με τέτοια Πολιτεία.

Αν επιθυμεί, ας διαχωριστεί.

Με τιμή,
το ανώνυμο Παλαμπούρτζι

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Οι σουπερμαρκετάδες είναι φίλοι μας

Μία από τις βασικές λατρευτικές ακολουθίες σε μορφή σχεδόν προσκυνήματος στην όμορφη και γραφική πόλη μας, μαζί με την ακολουθία του καφέ, των γιορτών και των πέριξ πανηγυριών, είναι και η Σαββατιάτικη επίσκεψη σύσσωμης της αυτόχθονης κοινότητας στα υπερσύγχρονα και υπερκαταναλωτικά σούπερ μάρκετ της περιοχής.

Το Σαββάτο το πρωί τ’Ανάπλι αναστενάζει. Μαζί με την λαική αγορά δημιουργείται παντού το αδιαχώρητο. Αυτοκίνητα, κορναρίσματα, παρκαρίσματα, φωνές πιτσιρίκων, τσιρίδες μανάδων, αγριοφωνάρες συζύγων, κουπόνια προσφορών, πορτ-μπαγκάζ που γεμίζουν τεράστιες νάυλον σακούλες και ατελείωτος συνωστισμός στις ουρές των ταμείων.

Και όλα αυτά για να γεμίσει το καλάθι του αυτόχθονα φτωχού. Καλάθι που για αδιευκρίνιστους  μέχρι σήμερα λόγους δεν βρίσκει ούτε μία ώρα μέσα στις υπέροχες καθημερινές μέρες της πόλης για να γεμίσει  με την ησυχία του αλλά προτιμά μόνο το κυκλοφοριακό και ανθρωπινό χάος του Σαββάτου. Λες και ζεί σε καμιά μεγαλούπολη με τεράστιες αποστάσεις και παντελή έλλειψη χρόνου στη διάθεσή του. Τέτοιες σκέψεις όμως αγγίζουν την έρευνα της ψυχολογίας, του συλλογικού ασυνείδητου, του όχλου και της προβατοποίησης με βελάσματα σε ήχους ρέγκε κλαρίνων και δεν είναι της παρούσης.

Της παρούσης είναι η ανάπτυξη των σούπερ μάρκετ της περιοχής που ζωή νά ‘χουν συνεχώς και αβγαταίνουν. Από όποιο μέρος της υφηλίου και να έρχονται. Είτε εσωτερικό είτε εξωτερικό μέρος. Εμείς δεν κάνουμε διακρίσεις. Δεν είμεθα ρατσιστές άλλωστε. Εμείς το γιαουρτάκι μας με προσφορά 20% έκπτωση θέλουμε, απορρυπαντικά με δώρο σφουγγαράκια, καμιά δεκαριά εταιρείες εμφιαλωμένων, καφέδες με γεύση μύγδαλο και γενικώς όλα τα καλούδια της δυτικής βιομηχανίας προιόντων, σε τιμές όμως πάντοτε προσιτές. Και τότε, όλοι οι καλοί σουπερμαρκετάδες του σύμπαντος κόσμου είναι καλοδεχούμενοι στο τόπο μας.

Εκτός όμως από τις τριακόσιες ογδόντα έξι μάρκες τυριών που μας προσφέρουν οι ευεργέτες σουπερμαρκετάδες και μας χαρίζουν έτσι απλόχερα την αληθινή ευτυχία στη ζωή, δίνουν και δουλίτσα, προσφέρουν και ψωμάκι στους αυτόχθονες ιθαγενείς. Δικά μας παιδιά, ντόπια και με σφραγίδα γνησιότητας φοράνε την χρωματιστή ποδίτσα τους και εργάζονται μέσα στους ναούς της κατανάλωσης της πόλης μας.

Επειδή όμως κάποιοι κακεντρεχείς θα πούν πως για να βρούν δουλίτσα αυτά τα πέντε, έξι ή δέκα παιδιά της πόλης, έκλεισαν αντίστοιχα κάποτε πέντε, έξι ή δέκα συνοικιακά παντοπωλεία για να μείνουν σήμερα ελάχιστα, να θυμίσω σε αυτούς τους αιωνίους γκρινιάρηδες πως πρώτον τα συνοικιακά παντοπωλεία δεν είχαν ποτέ χρωματιστές ποδίτσες παρά μόνο κάτι ολόλευκες που βρώμιζαν με το παραμικρό. Δεύτερον, σε αυτά τα μικρά καταστηματάκια δεν θα έβρισκες ποτέ τριακόσιες ογδόντα έξι μάρκες τυριών που φέρνουν την ευτυχία παρά μόνο τρία άντε τέσσερα είδη. Και τρίτον, οι τιμές των παντοπωλείων ήταν κατατί ανεβασμένες καθότι οι δόλιοι μπακάληδες δεν είχαν ποτέ την δυνατότητα της μονοπωλιακής χρήσης των τιμών όπως οι ευεργέτες σουπερμαρκετάδες μας.

Και αφού τους παρουσιάσεις αυτά τα ακλόνητα επιχειρήματα, οι κακεντρεχείς δεν θα σταματήσουν εκεί. Θα αρχίσουν να διαδίδουν φήμες και ψιθύρους που κυκλοφορούν στην πόλη για καταπίεση εργαζομένων και για άθλιες συνθήκες εργασίας. Θα θυμηθούν εκείνο το σούπερ μάρκετ που πλήρωνε τους εργαζομένους του με τρόφιμα αντί για χρήματα, θα σου πουν για πληρωμένα πεντάωρα που είναι στην ουσία οκτάωρα και δεκάωρα, θα σου πουν για ψυχολογική πίεση εργαζομένων, για βρισιές, για υποσχέσεις μπόνους μισθών χωρίς κανένα ποτέ αντίκρυσμα, για πρακτική εξάσκηση όλου του σύγχρονου μάνατζμεντ διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού πάνω στα σώματα και τα μυαλά δικών μας ανθρώπων, γειτόνων και φίλων που τους αφήνουν να ζούν ανάμεσά μας, μέσα στη μικρή μας κοινότητα, φορτωμένους με φόβους, ανασφάλειες, άγχη, νευρώσεις και μισθούς πείνας.

Δεν γνωρίζουμε βέβαια όλοι εμείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, πού και πώς συμβαίνουν όλα αυτά. Δεν γνωρίζουμε πού τα άκουσαν και πού τα είδαν. Εμείς  πρώτη φορά τα ακούμε και τα διαβάζουμε. Δεν έχουμε βλέπεις καμία γνώση ποιά υπερκαταστήματα το κάνουν για να μην ξαναπατήσουμε ποτέ το ποδάρι μας ούτε ποιά δεν το κάνουν για να τα επιβραβεύσουμε με την παρουσία μας και τα λεφτά μας. Ούτε που μας ενδιαφέρει.

Γιατί εδώ, στην ξεπεσμένη πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, στο βαλκανικό χωριουδάκι του ευρωπαικού νότου,  οι λέξεις «κοινωνική, πολιτική και καταναλωτική συνείδηση» είναι άγνωστες λέξεις ή συνυφασμένες με τη μαλακία. Δεν μας ενδιαφέρουν εδώ τέτοια ανούσια πράγματα. Εδώ μάθαμε από μικρά παιδιά να κοιτάμε την δουλίτσα μας, να βολευόμαστε όσο καλύτερα μπορούμε για την πάρτη μας και να μην μιλάμε. Μόνο με αυτόν τον τρόπο επιβιώνουμε.

Δεν θα βγάλουμε εμείς το φίδι από την τρύπα. Ούτε θα σώσουμε τον κόσμο. Ας το κάνουν άλλοι για εμάς. Οι αντιπρόσωποί μας. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, όταν και αν τους το επιτρέψουν τα κόμματα που τους διατάζουν. Οι επαναστάτες της πόλης που ζούν έναν αιώνα πίσω ή οι άλλοι, οι πιο εκσυγχρονισμένοι επαναστάτες που έχουν κολλήσει δυστυχώς και αυτοί μέσα στους συντηρητικούς και αργόστροφους ρυθμούς της. Τα εργατικά κέντρα που μοιράζουν πατάτες, μέλια και κρομμύδια. Οι ενώσεις καταναλωτών και πολιτών που είτε δεν υπάρχουν στα μέρη μας είτε προσφέρουν μια όμορφη διακόσμηση στον κόσμο των δεκάδων συλλόγων της περιοχής. Οι επόπτες εργασίας, αν ξεπιαστούν και αυτοί από το στασίδι στα γραφεία τους. Και τέλος οι τοπικοί μας άρχοντες, δημοτικοί και δημόσιοι, με την λαμπρή τους φωτογένεια, την εξαίρετη αοριστολογία και την αετίσια ματιά τους στο αύριο του τόπου.

-Γιαουρτάκι κανείς;
-Με 20% έκπτωση και χωρίς λιπαρά παρακαλώ.
-Πλάτς!



Kείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Μπακάλικο του 20ου αιώνα (1930-1981) στην οδό Σταικοπούλου, ένα εκ των δεκάδων μπακάλικων της παλιάς πόλης,  ιδιοκτησίας Δημητρίου Κωνσταντίνου (παρατσούκλι:Tσάκωνας). Στην φωτογραφία ο ίδιος. 

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Η φθινοπωρινή συνάντηση της κυρίας Ευδοκίας

Ένα απόγευμα καθημερινής, μάλλον Τετάρτης, απέναντι από το καφέ «Μαύρος Γάτος», στην οδό Εμμανουήλ Σωφρόνη, μια γιαγιά ξεπρόβαλλε από το παράθυρο του σπιτιού της θέλοντας να κάνει τον καθιερωμένο της απογευματινό περίπατο που ελέω γήρατος συμβαίνει πλέον μόνο με το νού και τα μάτια.

Η τοποθεσία άλλωστε ενδείκνυται για περιπάτους, έστω και νοητικούς. Αποτελούσε πάντοτε κομβικό σημείο της παλιάς πόλης και το τελευταίο διάστημα, με την βοήθεια των πολλών καταστημάτων που άνοιξαν επί του δρόμου, έγινε ακόμα πιο πολυσύχναστη.

Έτσι κι αλλιώς όμως, με λίγο, πολύ ή καθόλου κόσμο, η κυρία Ευδοκία θα έβγαινε κάθε μέρα στο παράθυρό της για να κάνει την βόλτα της. Για να κάνει αυτό που κάνει κάθε αυτόχθονας ιθαγενής περπατώντας. Να ξεχαστεί.

Εμφανίστηκε στη σκηνή σαν μικρό παιδί με μάτια γεμάτα απορία. Μόλις μυρίστηκε πολύ κόσμο χαράχτηκε στο πρόσωπό της αυτή η χαρά που συναντάς μόνο στους μεγάλους ανθρώπους της πόλης. Πρόκειται για μια περίεργη περηφάνια, ένα καμάρι που γεννιέται μέσα τους κάθε φορά που συνειδητοποιούν πως το Ναύπλιο είναι πόλος έλξης χιλιάδων επισκεπτών. Σαν μια επαναλαμβανόμενη μέσα στα χρόνια έξωθεν μαρτυρία της ομορφιάς του που τους δίνει διαρκώς μεγάλη ικανοποίηση. Και ίσως και μια επιβεβαίωση της απόφασής τους να περάσουν όλη τους τη ζωή σε αυτή τη μικρή πόλη. Λες και δεν ήταν ποτέ σίγουροι για την επιλογή τους.

Η κυρία Ευδοκία παρατηρούσε τους πάντες και τα πάντα αλλά δεν μιλούσε. Μόνο χαμογελούσε. Το χαμόγελό της ακολουθούσε από ψηλά κάθε περαστικό χωρίς ο ίδιος να μπορεί να το δεί. Το χαμόγελό της ήταν πότε εγκάρδιος χαιρετισμός και πότε ευχή αλλά δυστυχώς πάντοτε χωρίς ανταπόδοση. Πράγμα βέβαια που δεν έδειχνε καθόλου να την πτοεί.

Ξαφνικά, εκεί που η σκέψη της πήγαινε πέρα-δώθε μέσα στην οχλοβοή και την κίνηση,  παρατηρεί πως ακριβώς από κάτω από το παράθυρό της ήταν ξαπλωμένος και αραχτός ο γερό-Σπύρος. Το γνωστό αδέσποτο σκυλί της πόλης. Τότε, η κυρία Ευδοκία μίλησε.

Άρχισε να τον καλοπιάνει, να του γλυκομιλάει και να του ψιθυρίζει τα αγαπησιάρικα λόγια που λένε οι αληθινοί άνθρωποι στα ζώα. Ο Σπύρος στην αρχή την αγνοούσε σαν γνήσιο αρσενικό, συνηθισμένος χρόνια στα κοπλιμέντα των θηλυκών. Η κυρία Ευδοκία όμως επέμενε.

Με τα πολλά γλυκόλογα λοιπόν δεν άντεξε και αυτός κι υπέκυψε. Σηκώθηκε, τινάχτηκε, τεντώθηκε επιδεικτικά μπροστά της, έκανε μια γυροβολιά γύρω από την ουρά του και την κοίταξε. Έπειτα περπάτησε αργά μέχρι τη γωνία του δρόμου και χάθηκε από τον ορίζοντα.

Η κυρία Ευδοκία απέμεινε για λίγο να κοιτάει το κενό της απουσίας του με ζωγραφισμένο στα μάτια της ένα χαμόγελο προσμονής.

Ίσως της υποσχέθηκε πως την επόμενη μέρα θα ξαναπεράσει.



Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Aρχείο Κώστα Καράπαυλου

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες

Μας έπιασε ο Σεπτέμβρης με τις πρώτες ησυχίες του και τα σχολεία που επιτέλους ανοίγουν και μαντρώνουν πίσω από τα κάγκελα της γνώσης και των φροντιστηρίων την ηλιοκαμμένη μας πιτσιρικαρία.

Καλά χρυσά και άγια τα μαθητούδια της περιοχής αλλά νά ‘χουμε πια και μείς τις ήρεμες καθημερινές μας μέρες χωρίς την βοή, την τσιρίδα και τον πανικό που σέρνει στο διάβα της η σχολική μαρίδα.

Όσο γι αυτούς που ζουν κοντά σε σχολεία και δεν γλιτώνουν με τίποτα τον θόρυβο, ας ζητήσουν μείωση ενοικίου για ψυχική οδύνη ή ας μετακομίσουν. Ή ας απαγορευτεί το διάλλειμα στη τελική. Να μην σηκώνουν κεφάλι τα κακομαθημένα. Θα μάθουν και πιο εύκολα να γίνονται τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ που είναι και ο απώτερος στόχος της ελληνική εκπαιδεύσεως.

Τα σχολιαρόπαιδα πάντως τυχαίνουν μεγάλης εκτίμησης από τον κόσμο της Αργολίδος. Και δή τον πολιτικό. Ειδικά τα μαθητούδια που καταφέρνουν να πετύχουν στις Πανελλήνιες Εξετάσεις. Ουρά κάνουν οι επίσημοι για να τους συγχαρούν. Και να τα μπράβο, και να τα εύγε, και να σου οι λαμπροί οι δρόμοι που ανοίγονται, πετάνε και ένα ξεροκόματο κουράγιου στους αποτυχόντες και από δώ πάν κι οι άλλοι. Κουβέντα για τα φράγκα που σκάνε οι γονείς στο καρκίνωμα της ελληνικής εκπαίδευσης που λέγεται φροντιστήριο. Κουβέντα για τις περισσότερες ευκαιρίες του πλούσιου παιδιού από το φτωχό. Κουβέντα για το σάπιο σύστημα εκπαιδευτικής διδασκαλίας που επιβραβεύει παπαγάλους. Κουβέντα για λύσεις και μέτρα. Όλα καλά, όλα ωραία. Την αυτοπροβολή μας να κάνουμε μόνο και να δείξουμε ευαίσθητοι, περήφανοι και συγκινημένοι με το ετοιματζίδικο από την γραμματέα μας δελτίο τύπου.

Αλλά για ποιο λόγο να ασχοληθούν σοβαρά με την εκπαίδευση και την παιδεία; Πρώτον αν ασχοληθούν σοβαρά και μορφώσουν ανθρώπους όπως πρέπει, με κριτική σκέψη και όρεξη για γνώση, το πιο πιθανό είναι να μην τους ξαναψηφίσει κανείς. Οπότε για μαλάκες τους έχεις;

Επίσης υπάρχει ο κίνδυνος η μόρφωση να τους καταντήσει τίποτα γελοίους θολοκουλτουριαραίους που γκρινιάζουν με το παραμικρό, πουλάνε πνεύμα δώθε-κείθε, νομίζουν πως τα ξέρουν όλα και έρχονται ξαφνικά πίσω στο τόπο τους για να κριτικάρουν αφ’ υψηλού όλα τα κακώς κείμενα. Τους ενοχλούν τα 90ς party σε αρχαιολογικούς χώρους, τα υπέροχα παραδοσιακά και ελληνικότατα πανηγύρια των χωριών μας, οι συναυλίες εξαιρετικών κατασκευασμένων ειδώλων του κουτσομπολίστικου τύπου, τους ενοχλεί ακόμα και τίποτα απολύτως να μην συμβαίνει, πράγμα σύνηθες στα μέρη μας και καθόλου άσχημο. Και άλλα πολλά τους ενοχλούν βέβαια αυτούς τους αντικοινωνικούς τύπους αλλά δεν είναι της παρούσης.

Γιατί καλή και η μόρφωση σύντροφοι αυτόχθονες ιθαγενείς αλλά δεν πρέπει να καταντάει παραμόρφωση. Γιατί η αληθινή ζωή κρίνεται στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο και όχι πίσω από ακαδημαικές αίθουσες και πολυσέλιδα βιβλία.  Η αληθινή ζωή και γνώση βρίσκεται κοντά στο λαό που μοχθεί, τον σοφό λαό που όλα τα ξέρει και κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να τον κοροιδέψει και να τον εκμεταλλευτεί. Μα κανείς.

Ποιος ξέρει δηλαδή τί είναι σωστό και τί δεν είναι;

Ο βρωμιάρης ο θολοκουλτουριαραίος; Ο δήθεν επιστήμονας; Ο σπουδαγμένος στα ελληνικά πανεπιστήμια της διαφθοράς, της βίας και της ανομίας; Που πέρασε στις πανελλήνιες με τα λεφτάκια του μπαμπά και της μαμάς; Πού τα βρήκε όλα έτοιμα;

Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο όπου τα συγχαρητήρια των επισήμων και των αυλικών τους, παύουν. Εδώ είναι το σημείο που αποκαλύπτουν πως δόθηκαν και δίνονται πάντα υποκριτικά. Είναι εδώ που το λαμπρό μέλλον του κάθε «επιτυχόντα» και η επιστημονική του γνώση αξίζει μονάχα για την επικοινωνιακή τους αυταρέσκεια και μόλις ενοχλήσει την καθεστηκυία γραμμή τους τότε θυμούνται όλα τα κλισέ αρνητικά της εκπαιδευτικής του πορείας.

Όταν του εύχονταν λοιπόν νέους δρόμους ενοούσαν τους ίδιους ή αυτούς που ήδη είχαν μέσα στο κεφάλι τους.  Όταν του έλεγαν νέους κόσμους εννοούσαν τους άλλους, τους μακρυά από εδώ, και όχι τον τόπο του που αυτοί κάνουν κουμάντο. Και όταν του έλεγαν πως θα γίνει χρήσιμο και παραγωγικό μέλος της κοινωνίας εννοούσαν πως δεν πρόκειται ποτέ να τους ενοχλήσει σαν ένα καλοκουρδισμένο ρομπότ.

Γιατί ποιός είναι αυτός ο «επιτυχόντας» και τί ξέρει; Μια σκατούλα είναι που του έδωσαν κάποτε συγχαρητήρια και μάλλον το πήρε πάνω του.

Νέοι δρόμοι, νέα μυαλά και νέες νοοτροπίες υπάρχουν μόνο στα λόγια και στα δελτία τύπου αυτών που σέρνουν πίσω τους μια σιωπηρή και αποβλακωμένη πλειοψηφία.

Εδώ στα ανατολικά της Πελοποννήσου αυτός ο «επιτυχόντας» είναι περιττός. Δεν τον χρειάζεται κανείς. Ας κάνε τη δουλίτσα του ήσυχα κι ωραία, αν την βρεί και αυτή, ή ας σηκωθεί να φύγει.

Ας πάει για τρέλες στις Σεϋχέλλες!



Το κείμενο είναι αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά που έφυγαν για να βρούν μια καλύτερη τύχη και σε όσους παραμένουν ακόμα  κουτουλώντας κάθε μέρα το κεφάλι τους στον τοίχο

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Ναύπλιο, η πόλη του αντιέρωτα

Το βασικό μας πρόβλημα σύντροφοι και αυτό που προκαλεί σχεδόν όλα τα υπόλοιπα προβλήματα που ταλανίζουν τη ναυπλιώτικη ζωή μας είναι το σεξουαλικό.

Πρέπει επιτέλους να το παραδεχτούμε. Έχουμε σοβαρή, σοβαρότατη σεξουαλική κρίση στη πόλη μας. Και αυτό επηρεάζει άμεσα και τη ψυχή και το μυαλό μας. Η γενετήσια πράξη δεν αποτελεί εδώ και καιρό ούτε το φόρτε μας ούτε το σήμα κατατεθέν μας.

Είτε αυτή συμβαίνει, είτε δεν συμβαίνει πίσω από τους τοίχους των σπιτιών μας και τα πάμπολλα σημεία ξεμοναχιάσματος που προσφέρει η πόλη, η μυρωδιά και το χρώμα του έρωτα δεν στολίζουν πια τα εξωτερικά ανάκτορα της πόλεως. Το Ναύπλιο είναι πλέον ασεξουάλ.

Τα καμάκια που έσωζαν το πρεστίζ μας ανήκουν πια στο μακρινό παρελθόν. Τα ροζ σκάνδαλα που συνέβαιναν στις τουριστικές επαρχίες της πρωτευούσης και ομόρφαιναν τις ζωές μας έχουν χρόνια να ακουστούν. Τα ταρακουνημένα από σεξουαλική ηδονή αυτοκίνητα που συντρόφευαν τα ερημικά σημεία-γαμηστρώνες της πόλης είναι πλέον μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Λέγεται κιόλας πως οι λίγοι πιστοί του «έρωτος εντός αμαξιδίου» γνωρίζονται πλέον με τα μικρά τους ονόματα και ανταλλάσσουν ενίοτε και φιλοφρονήσεις ανάλογα με το κούνημα του κάρου. Μπουρδέλα επίσημα, ως γνωστόν, δεν έχουμε ενώ κάποια βραβεία περί του ρομαντισμού μας και της ερωτικής μας φύσεως δείχνουν να αφορούν κυρίως τα κατά καιρούς μουσαφίρια μας, παράνομα και μη παράνομα, παρά εμάς τους ίδιους, τους αυτόχθονες ιθαγενείς.

Πέρα όμως από αυτούς τους επιφανειακούς θα μπορούσε να πεί κάποιος λόγους, μια ματιά στην ανθρωπογεωγραφία της πόλης θα έπειθε και τον πιο άπιστο για την σεξουαλική κρίση που διέρχεται το Ναύπλιο.

Η πόλη κατ'ουσίαν γεροντοκρατείται. Σε όλους τους τομείς της ζωής. Η πλειοψηφία των κατοίκων ανήκουν στην ηλικία των –ήντα και άνω πράγμα που πέρα από την επιβολή αραχνιασμένων και βολεμένων εγκεφάλων πάνω στα γούστα μας, μειώνει δραματικά και τον μέσο όρο συχνής σεξουαλικής δράσης των αυτοχθόνων. Οι δόλιοι μεσήλικες και υπερήλικες εκτός από καμιά βολτίτσα μέχρι το Φάρο, ένα τσαγάκι του βουνού, λίγα και προσεγμένα τηγανητά για να μην ανέβει η χοληστερίνη, περιορισμένη ζάχαρη να μην αυξηθεί το ζάχαρο, κουβεντούλα με φίλους, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα, ρίχνουν και που και που, εντός ή εκτός γαμήλιας συμβίωσης, με φαρμακευτική ή μη βοήθεια, αναμετάξυ των ή με τη συνοδεία επί μισθώση κορασίδων, και ένα γρήγορο «μνημείο Φιλελλήλων» (σκεφτείτε το σχήμα του μνημείου) μόνο και μόνο για να θυμηθούνε τα περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίς.

Μετά την γεροντοκρατία ακολουθεί κατά πόδας η οικογενειοκρατία. Κλασική ελληνική οικογένεια με παιδιά εν Ναυπλίω. Από 30 ετών και άνωθεν με σκηνές απείρου κάλλους στο ενεργητικό της. Μια μαμά να τσιρίζει στο ατίθασο παιδάκι της στη μέση της Άργους με την υστερία χαραγμένη μέχρι και στις σόλες των φρεσκοαγορασμένων παππουτσιών της. Σεξουαλικώς χορτάτη; Αδύνατο. Ζευγάρια να τσακώνονται με ουρλιαχτά και στριγγλιές και να γίνονται ακουστικό θέαμα σε όλο το τετράγωνο. Σεξουαλικώς ενεργά; Μόνο για λόγους εκδίκησης. Ζευγάρια επίσης παντρεμένα, στα καφέ της Συντάγματος ή αλλού, να κάθονται στο ίδιο τραπέζι κοιτώντας το κενό, το τίποτα, χωρίς να ρίχνει ματιά ο ένας στον άλλον, χωρίς κανένα συναίσθημα και που και που κάποιος από τους δύο να φωνάζει στο μικρό παιδί που παίζει σε απόσταση για να σπάσει την αμηχανία της στιγμής. Την συνέχεια στο σπίτι την φαντάζεται κανείς μπροστά στην οθόνη μιας τηλεόρασης μέχρι τον ύπνο τον βαθύ και αν σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και συμβεί το μοιραίο, θα συμβεί μόνο για βιοσωματικούς λόγους, αν με εννοάτε. Για να φύγουν τα πρώτα, όπως έλεγαν οι παλιότεροι σοφοί της πόλεως.

Εκτός όμως από τις πλειοψηφίες, σεξουαλικά προβλήματα αντιμετωπίζουν δυστυχώς και οι μειοψηφίες.

Αν εξαιρέσεις τις ηλικίες από τα 18 ως τα 24 που είναι κατά κύριο λόγο φοιτητές και μοιράζουν την ερωτική τους αδρεναλίνη σε άλλη γή και σε άλλα μέρη, μας απομένει ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, από τα 24 μέχρι την εις γάμον κοινωνία, που αντιμετωπίζει πολλαπλά και σύνθετα προβλήματα.

Οι μεν γυναίκες αυτής της ηλικίας, λόγω ορμονικών ανακατατάξεων, μπαίνουν στους ρυθμούς να βρούν το μαλάκα της ζωής τους, τον σπερματοδότη και συνδιαμορφωτή των γονιδίων του μελλοντικού παιδιού τους. Η μητρική αυτή υστερία σοβαρεύει τις γυναίκες, τις κάνει πιο ανακριτικές, πιο δύσκολες και φυσικά πιο κυκλοθυμικές. Παράλληλα όμως το σώμα αναζητά διεξόδους ικανοποίησης οπότε όλες λίγο-πολύ αναζητούν και βρίσκουν κάποιες σταθερές φωλιές ερωτικής δράσεως μέχρι να βρεθεί ο Ένας.

Οι δε άντρες, ανώριμοι και παλιμπαιδίζοντες ως συνηθίζουν να είναι πάντα, αναζητούν τις ερωτικές τους περιπέτειες και αυτοί, αποφεύγοντας όμως όπως ο διάβολος το λιβάνι να θεωρηθούν ο Ένας.

Έτσι έχουμε μια κάπως δύσκολη επικοινωνία μεταξύ των δύο φύλων που περιορίζει σημαντικά την ερωτική τους συμπεριφορά και δράση. Αν το δίδυμο δεν οδηγηθεί σε γάμο κοινωνία, που είναι και ο στόχος της πόλης όλης λόγω της ανικανότητάς της να φανταστεί κάτι άλλο, θα έχουμε απλώς επιφανειακές ερωτικές στιγμές, στιγμές ανειλικρίνειας, υποκρισίας, ανασφάλειας και άλλων πολλών ψυχολογικών συμπτωμάτων εκατέρωθεν.

Και όλα αυτά σε μια πόλη που οι ομοφυλόφιλοί της, εκτός από ελάχιστους θαρραλέους, κρύβονται. Που το μεγαλύτερο μέρος της σεξουαλικής δραστηριότητας συμβαίνει τελικά στα κρυφά, ανάμεσα σε παράνομα αυτόχθονα ζευγάρια και σε γυναίκες ή και ακόμα άντρες, που φοβούνται τι θα πεί η κοινωνία και το θανατηφόρο κουτσομπολιό της γειτονιάς.

Σε μια πόλη που στα μαγαζιά της δεν χορεύει κανείς. Ή αν χορέψει, θα το κάνει με τη μέθοδο της αυτοπροβολής και της επίδειξης. Επιτηδευμένα και ποζέρικα. Χωρίς ίχνος αυθορμητισμού και χαλαρής άφεσης και διάθεσης. Αντιερωτικά και σαρκοβόρα. Ακατάλληλα δηλαδή προς σεξουαλική ολοκλήρωση.

Γιατί ο έρως, ως γνωστόν, για να είναι επιτυχής και να απλώσει στην ατμόσφαιρα τις ευεργετικές του επιδράσεις, χρειάζεται τη σάρκα αφελή και το πνεύμα καθαρό.

Και ενώ η μεν σάρξ, μέσα στην τουριστική παράκρουση, δείχνεται πια σαν γουρνοπούλα που πουλιέται με το κιλό, το δε πνεύμα έχει γεμίσει με πανηγυριώτικα κωλοβακτηρίδια.

Συμβαίνει δηλαδή αυτό το φαινόμενο όπου το πλούσιο λεξιλόγιό μας με την συχνή χρήση των λέξεων «γαμιέσαι», «σε γαμάω» και «άντε γαμήσου» ακούγεται περισσότερο σαν στέρηση ή ευχή και ο «μαλάκας» με την «πουτάνα» του σαν την πλέον βέβαιη και μοναδική μας πραγματικότητα.

Πράγμα όχι δα και τόσο κακό, αρκεί να μην υποκρινόμαστε το αντίθετο.


Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Η πραγματικότητα της σωβρακοφανέλας

Ήρθανε λοιπόν και τα στερνά και αυτού του καλοκαιριού και η πόλη θα αρχίσει σιγά σιγά να ξεπλένεται από τον τουριστικό χυλό που και φέτος με μεγάλη επιτυχία πασαλείφτηκε.



Το ειδικό ξέπλυμα γίνεται πάντα με νερό Αγιά-Μονής και με διαφόρων εταιρειών εμφιαλωμένα σκευάσματα καθότι το νερό μας, όταν και αν εδεήσει να τρέξει από τις βρύσες μας, αφήνει πάνω στο δέρμα μικρούς κόκκους λάσπης, ίσως και μερικών κουραδακίων,  που εμποδίζουν όσο να πείς μια πλήρη κάθαρση.

Κάθαρση που θεωρείται απαραίτητη ένεκα του Σεπτέμβρη που πλησιάζει ταχύς φέρνοντας μαζί του όλες του τις έγνοιες και αυτούς τους κυρίους και τις κυρίες με τα χοντρά πορτοφόλια που ονομάζονται «ποιοτικοί τουρίστες». Αυτοί δεν πιάνονται βέβαια για συνηθισμένοι ή κανονικοί τουρίστες. Είναι άλλο πράγμα. Άλλη κατηγορία. Είναι ήρεμοι και ήσυχοι, καλόβολοι κι ευγενικοί, φιλομαθείς και σπουδαγμένοι, και κυρίως και βασικώς πολύ λιγότεροι από τους καλοκαιρινούς ταλιμπανέζους. Αυτοί όμως έχουν το πολύ το χρήμα. Αυτούς πρέπει να προσέχουμε, όπως λένε και οι τουριστοδιαννοούμενοι της πόλης μας. Τώρα βέβαια γιατί ενώ πρέπει να προσέχουμε αυτούς, εμείς σε κάθε γιορταστική ευκαιρία  μοιάζουμε με καλοφωτισμένη στάνη που παρακαλά να γεμίσει με πρόβατα, δεν γνωρίζω.

Το καλοκαίρι αυτό πάντως δεν άφησε και πολλά πράγματα πίσω του ή για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς άφησε ακριβώς τα ίδια με κάθε χρονιά.

Ένας πεθαμένος πολιτιστικά τόπος ελαχίστων εξαιρέσεων και  μηδαμινών εμπνεύσεων, βουτηγμένος στη λήθη του καφέ, του πιοτού και της τοπικιστικής αυταρέσκειας που πηγάζει από τα όμορφα λόγια των πολλών αλλά πάντα φευγάτων επισκεπτών του.

Τι να πεί και το Άργος βέβαια, που αν δεν είχε αυτό το άγιο αρχαίο θέατρο που του φέρνει παραστάσεις από την πρωτεύουσα, οι κάτοικοί του θα παρακαλούσαν όλα τα τσίρκα της οικουμένης να κάνουν πέρασμα από τη πόλη τους για να δούν κάποιον κλόουν και να τον νομίζουν, μέσα στην πολιτιστική ανυπαρξία τους, για ήρωα του Αριστοφάνη.

Βέβαια και μείς, οι εκλεκτοί γειτόνοι του αρχαιότερου λαού της Ευρώπης, δεν απέχουμε και πολύ από μια τέτοια παραζάλη. Ήδη έχουν αρχίσει οι φορείς του πολιτισμού μας, ιδιωτικοί και δημοτικοί,  να θεωρούν πολιτισμό τον Μιχάλη-τέως ΟΤΕ και νυν Vodafone-Xατζηγιάννη. Πόσο να απέχει μια τέτοια θεώρηση με την περίπτωση του αριστοφανικού κλόουν… Φαντάζομαι, όχι και πολύ.

Ας ελπίσουμε τουλάχιστον πως ο Υπουργός του πολιτισμού μας κ. Ανδριανός, που εδώ και ένα δίμηνο έχει ανακοινώσει πως θα δρομολογήσει την αντικατάσταση των προβολέων του Παλαμηδιού, πιστός στην μέχρι τώρα πολιτική του ανικανότητα, δεν θα το πράξει και ίσως αφήσει και τους υπόλοιπους προβολείς να σβήσουν. Θα μας πιάσει τότε φθινόπωρο με σβηστό το κάστρο και γειωμένο μέσα μας το σκοτεινό αίσθημα της πόλης που η τουριστική σαπουνόπερα μας αποκρύπτει εντέχνως και πονηρώς.

Όσο  για τον έτερο υπουργό μας κ. Μανιάτη, που συνηθίζει να μην προσέχει που βάζει την υπογραφή του, τον διαβεβαιώνουμε πως πλέον κανένας αυτόχθων ιθαγενής δεν έχει πρόβλημα να πουληθεί η Καραθώνα. Όχι όλη όμως, αλλά μόνο ένα κομμάτι της. Αυτό που βρίσκεται μπροστά στο αλλεργιογόνο φύκι! Να ρθεί δηλαδή ο σωτήρας-επενδυτής, να μας πλερώσει, να χτίσει τας ξενοδοχειακάς του μονάδας και μπροστά στον αιγιαλό που πια θα του ανήκει, να τσουρουφλίζονται οι καθώς πρέπει πελάτες του από τις κοκκινίλες.  Εμείς θα καθόμαστε ανέμελοι στην απέναντι πλευρά, γελώντας με τους αναψοκοκκινισμένους φλώρους, κάτω από την υπέροχη χωματερή μας και θα απολαμβάνουμε την ελεύθερή μας αμμουδιά πετώντας γόπες και κάρβουνα δώθε-κείθε.

Κρίμα πάντως που δεν έχουμε τέτοιες ωραίες εικόνες στα greek-art καταστήματα της πόλης μας. Όλο μνημεία, γάργαρα νερά, γιασεμιά, βουκαμβίλιες και γραφικές στιγμές. Λίγες εικόνες όμως από τον εξαίσιο πολιτισμό της πεζής μας καθημερινότητας δεν θα έβλαπταν. Να έκανε ο τουρίστας τη βόλτα του στη παλιά πόλη για παράδειγμα και να χάζευε φωτογραφίες Ναυπλιωτών που θάβουν κρυφά κάρβουνα στην αμμουδιά της Καραθώνας. Ή γόπες. Ή να πέταγαν σκουπίδια στο βουναλάκι με τα μπάζα στην Αμαλίας καθώς λόγω των έργων μέσα στο κατακαλόκαιρο, οι περαστικοί έβλεπαν το σωρό με τα μπάζα και πρόσθεταν και αυτοί το κατιτίς τους, μάλλον για να συνεισφέρουν στην ποικιλία των ειδών. Ή ακόμα να έβλεπε ο τουρίστας την καλοφωτογραφισμένη φάτσα του Ναυπλιώτη την ώρα που προσπαθεί να παρκάρει πέρα στους πέρα κάμπους του πάρκινγκ της παραλίας με τέζα αμάξια Τσιμεντόβλαχων γύρω-γύρω και το μισό λιμάνι κλεισμένο για αδιευκρίνιστους λόγους. Ή έστω μια φώτο από τα καλοκαιρινά μας πανηγύρια βρε αδέρφε. Τη κυρά-Λίτσα του κυρ-Στάθη να χορεύει Γωγώ Τσαμπά με την κοιλιά τούρλα από τα ξύγκια και τα κρασά και να σέρνει πίσω της τα μικρά της τα παιδιά που διδάσκονται εκείνη την ώρα τους αρχαίους χορούς των ζουλού. Και τουλάχιστον μια φώτο από τα κλαμπέλια της περιοχής. Αυτές τις φωτεινές φωτογραφίες που γίνονται μόδα πλέον με τα χαμογελαστά πρόσωπα που περνάνε τόσο τέλεια και γαμάτα και την υπογραφή του καταστήματος από κάτω. Βάζουν και κάτι γελοίες λεζάντες όπως “the girl of the night” ή “the friends of the night”, τσιμπάνε οι μαλάκες, το ποστάρουν παντού και κάνουν και τσάμπα διαφήμιση στο τρεντοκατάστημα.

Η πιο αντιπροσωπευτική φωτογραφία του ντόπιου πολιτισμού μας πάντως, που απορώ πως κάποιο κατάστημα ειδών πολιτισμού δεν έχει σκεφτεί να πουλήσει, θα ήταν η κλασική καλοκαιρινή φωτογραφία του πενηντάρη και άνω, στο μπαλκόνι της πολυκατοικίας του, βλέποντας τηλεόραση και φορώντας την παραδοσιακή του σωβρακοφανέλα. Ένας ανεμιστήρας κάπου στο χώρο να ενισχύει το ελαφρύ αεράκι της βραδυάς, καρπουζάκι στο τραπέζι και μια ζωγραφισμένη χριστοπαναγία στα χείλη για μια μαλακία της γυναικός ή του μικρού του παιδιού. Που έγινε ή θα γίνει. Γιατί ο πενηντάρης με την σωβρακοφανέλα ξέρει για εσένα πριν από εσένα. Είναι ο ήν, ο ών και ο ερχόμενος. Ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Κατέχει πολιτική, αθλητικά, πολιτισμό, σεξ, παιδεία, αυτοκίνητα, μοτοσακό, πέδιλα, τσόκαρα, γεωργία, ψάρεμα, κτηνοτροφία, ψήσιμο, οινοποσία, μαγειρική, συνομωσία, διπλωματία και ζαχαροπλαστική. Κατέχει τα πάντα. Η γυμνή και αισθησιακή του σάρκα το μαρτυρά.  Ειδικά όταν ξύνει μοναδικά και σε κοινή θέα τα μεμέ του. Είναι ο απόλυτος γνώστης και διαμορφωτής της γύρω μας πραγματικότητας.

Προσκυνώ τη μεγαλειότητά του.



Κείμενο : Mario Vagman
Φωτογραφία : Δημήτρης Καλογερόπουλος



Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Διακοπές 2014

Το Παλαμπούρτζι μάζεψε όλες τις οικονομίες του έτους, τις μέτρησε καλά-καλά και αποφάσισε να πάει διακοπές  στο μακρινό, εξωτικό και ερωτικό Ναύπλιο. Έκλεισε και ένα υπέροχο δωμάτιο με θέα το λιμάνι της πόλης και σας αποχαιρετά.

Τα λέμε μετά τις 15 Αυγούστου...




Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Στις παιδικές μας τις χαρές

Η παιδική χαρά της παραλίας στο Φάρο είχε πέντε μόνο κατασκευές.



Πρώτη-πρώτη ήταν μια σιδερένια τραμπάλα με δύο ξύλινα καθίσματα. Η τραμπάλα από γεννησιμιού της δεν ήταν στεριωμένη. Αν ήθελες την σήκωνες και την έπαιρνες και σπίτι σου. Πράγμα που περιέργως δεν συνέβη ποτέ. Αντιθέτως την έβρισκες πάντα ακουμπησμένη πάνω στην σιδερένια βάση της ή τέλος πάντων κάπου εκεί γύρω. Σε αυτήν την τραμπάλα σπάνια έβλεπες δύο παιδιά να τραμπαλίζονται ήσυχα. Πότε ήταν τρία από τη μία και δύο από την άλλη κάνοντας κόντρες δύναμης ή παίζοντας τη γνωστή τραμπαλοφάρσα να σηκώνεται ο ένας στο πιο ψηλό σημείο της τραμπάλας και οι υπόλοιποι να φεύγουν απότομα από την θέση τους για να πέσει το θύμα με βία στο έδαφος. Και ενίοτε καρούμπαλα, μελανιές και τα σχετικά.

Ακριβώς δίπλα ήταν οι κούνιες των μεγάλων παιδιών. Οι δύο πρώτες ήταν της προκοπής. Ξύλινα καθίσματα βιδωμένα  σε χοντρές αλυσίδες και όλα μαζί στερεωμένα σε μια σιδερένια κατασκευή που όταν φιλοξενούσε πολύ κόσμο, από τέσσερα μέχρι οχτώ παιδιά,  λύγιζε από την πίεση, έτοιμη να σπάσει. Δεν έσπασε ποτέ και ζούμε ακόμα. Πάνω της είχε μια σκουριασμένη ταμπέλα η οποία έγραφε Λιμενικό Ταμείο. Οι αλυσίδες κάθε κούνιας ήταν μεν χοντρές  αλλά με μεγάλα ανοίγματα δε για να μπορείς να τις διπλώνεις στις κόχες της κούνιας και να ψηλώνεις την θέση της. Οι δύο επόμενες κούνιες ήταν πότε χαμηλές και πότε σπασμένες οπότε η μεγάλη μάχη δίνονταν πάντα για τις δύο πρώτες. Μια ουρά παιδιών να περιμένει με την σειρά να κουνηθεί με ανυπομονησία. Αγαπημένο παιχνίδι όλων ήταν τα συγκρουόμενα. Τα συγκρουόμενα είχαν πολύ απλούς κανόνες. Καθόσουν οριζόντια πάνω στη κούνια, συχνά και δύο άτομα, και κοπανιόσουν ανελέητα με την διπλανή κούνια μέχρι κάποιος να τραυματιστεί. Ατυχείς πάντοτε οι μεσαίες κούνιες που χτυπιόντουσαν από δυό πλευρές. Άλλο αγαπημένο παιχνίδι ήταν το άλμα. Έφτανες την κούνια μέχρι τον Θεό και έδινες ένα άλμα όσο πιο μακριά μπορούσες. Έβαζες σημάδι στο άπλετο χαλίκι που υπήρχε τότε και περίμενες κάποιον να σε ξεπεράσει. Καλό παιχνίδι αλλά συχνά το χρησιμοποιούσαν για να σου κλέψουν την σειρά.

Δίπλα από τις κούνιες των μεγάλων παιδιών υπήρχε το πιο άχρηστο, ξενέρωτο και εκνευριστικό γύρω-γύρω όλοι του κόσμου. Πολύ χαμηλό και με ελάχιστη δύναμη επιτάχυνσης για να σου προκαλέσει εκείνη την θαυμάσια παιδική ζαλάδα, δεν το χρησιμοποιούσε σχεδόν κανείς.  Μόνο κάτι μαμάδες το γύριζαν για τα πολύ μικρά μωρά τους ή τα κοριτσάκια που έτρωγαν πόρτα από τις κούνιες. Ανέβαιναν πάνω και ως συνήθως κουτσομπόλευαν.

Καμία σχέση με το γαμάτο γύρω-γύρω όλοι του πάρκου Καποδίστρια. Αυτό ήταν όντως δυνατό παιχνίδι. Ανέβαιναν πάνω όσοι περισσότεροι χωρούσαν, πιανόντουσαν από όπου έβρισκαν και κάποιος κάφρος τους γύριζε ασταμάτητα μέχρι να αρχίσει να ουρλιάζει και ο τελευταίος από την ζαλάδα. Μετά σταμάταγε απότομα και το πλήθος της μαρίδας κουτούλαγε για κάνα πεντάλεπτο από την θολούρα. Εκείνο το γύρω-γύρω όλοι θα μπορούσε να ονομαστεί και τσάμπα μαστούρα.

Η πιο ωραία κατασκευή όμως στο πάρκο Καποδίστρια ήταν οι κούνιες των μεγάλων παιδιών πίσω ακριβώς από τον ψηλότερο φοίνικα του πάρκου.  Την διαφορά φυσικά την έκανε ο φοίνικας. Όταν κουνιόσουν με δύναμη χάζευες από μπροστά και οριζόντια την κορυφή του, και τελείως παιδικά πάλευες να τον φτάσεις. Τα παιδιά έχαναν το μυαλό τους στη θέα του και άγνωστο μέχρι σήμερα τί όνειρα πέρναγαν από το κεφάλι τους τις ώρες που ανέμελα τον κυνηγούσαν.

Βραβείο όμως πρωτότυπης κούνιας παίρνουν χαλαρά οι κούνιες-πάπιες στην παιδική χαρά του Συνοικισμού. Τίποτα περισσότερο από κούνιες σε σχήμα παπιών αλλά αρκετό για να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση λούνα πάρκ μέσα στην παιδική φαντασία. Στη δε παιδική χαρά του Συνοικισμού υπήρχε και μια περίεργη κατασκευή ενός λαβυρίνθου από πλαστικά κουτιά, που το ένα οδηγούσε στο άλλο, εξαιρετικής πρωτοτυπίας αλλά και μπόλικου σκατού. Ανθρωπίνου ή ζωικού θα σας γελάσω.

Η καλύτερη, η πιο ψηλή, η πιο περιπετειώδης και η πιο σκουριασμένη τσουλήθρα, ήταν η τσουλήθρα στον Άι-Γιάννη, εκεί που βρίσκεται τώρα ο θερινός σινεμάς. Ας είναι καλά, όπου και αν βρίσκεται, ο Άγιος αντιτετανικός ορός. Έσωσε κόσμο τότε.

Η παραλία του Φάρου όμως  τσουλήθρα δεν είχε. Είχε ακόμα μια κατασκευή από κούνιες για μικρά παιδιά, αυτές με την αλυσιδίτσα προστασίας για να μην σκάσει με τα μούτρα το μικρό στο έδαφος και ακριβώς δίπλα μια τραμπάλα πάντα διαλυμένη, πεταμένη, σπασμένη, σαπισμένη ή και ακόμα εξαφανισμένη. Μια τραμπάλα με κανέναν λόγο ύπαρξης σε αυτήν τη ζωή.

Και ενώ η παιδική χαρά της παραλίας ήταν η μικρότερη και μάλλον η πιο ελλειπής της πόλης, είχε τα δικά της μοναδικά πλεονεκτήματα, ειδικά το καλοκαίρι.

Είχε καταρχήν αμέτρητο, ατελείωτο χαλίκι μέχρι το πεζούλι της παραλιακής περατζάδας. Χαλίκι παντός είδους. Χαλίκι για να πέφτεις, χαλίκι να λερώνεσαι, χαλίκι να σκάβεις και να φτιάχνεις βουνά και χαλίκι για να ρίχνεις στα κεφάλια των φίλων και εχθρών σου.

Είχε επίσης πάντα δίπλα, ένα καφενείο, ζαχαροπλαστείο ή ουζερί που απασχολούσε αμέτρητες ώρες τους γονείς για να σε αφήνουν ελεύθερο να αλωνίζεις.

Και τέλος είχε το ιπτάμενο δελφίνι. Γύρω στις 9 κάθε βράδυ του καλοκαιριού, εμφανίζοταν από την πλευρά του κόλπου, το ανυψωμένο flying dolphin που επέστρεφε από τις Σπέτσες. Με την εμφάνισή του ο θόρυβος της παραλίας καταλάγιαζε. Το βάδισμα των περιπατητών γινόταν πιο αργό, οι κουβέντες και οι φωνές γινόντουσαν ψίθυροι, οι κούνιες και οι τραμπάλες ίσα που λειτουργούσαν και όλοι χάζευαν το ιπτάμενο θηρίο που χαμήλωνε ταχύτητα και ύψος για να προσαράξει στο λιμάνι της πόλης. Με τον ήλιο κρυμμένο πίσω από τα βουνά της Τρίπολης και το Μπούρτζι σκεπασμένο από την όψη του δελφινιού ανάμεσα στους δύο Φάρους, σχηματίστηκε το φόντο της μόνης και αληθινής πατρίδας μας. Της πατρίδας των παιδικών μας χρόνων.

Έχουμε ακόμα ενός λεπτού σιγή μέχρι να εμφανιστεί στην ακτή το κύμα, το εκ του ιπταμένου σκάφους παραγώμενο, σαν σινιάλο για να ξεκινήσει και πάλι ο θόρυβος, οι φωνές και το παιχνίδι.

Ας αφιερώσουμε αυτό το λεπτό στα παιδιά της πόλης που φέτος, ελέω ευρωπαικής ενώσεως και ανικανότητας των διοικούντων, θα ζούν στη ξενιτιά.  


Κείμενο: Μario Vagman

Φωτογραφία : Nίκος Οικονομόπουλος