"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Ο Βασιλιάς Καρνάβαλος

«Μια γιορτή, και το καρναβάλι είναι γιορτή, είναι μια επιτρεπτή υπέρβαση που καταργεί κάθε απαγόρευση με απόλυτο τρόπο, είναι μια αταξία που καταργεί κάθε τάξη, ανατρέπει όλους τους κοινωνικούς φραγμούς, μέσα από μια ισχυρή αδελφοσύνη που αντιστέκεται σε μια κοινωνική τάξη που κατατάσσει τους ανθρώπους και τους χωρίζει»

Σίγμουντ Φρόυντ, «Τοτέμ και Ταμπού». 1913.

Δόξα των Θεώ Παναγία μου που επιτέλους έφτιαξε ο Άγιος Δήμος μας το νερό και από εψές το πρωί πίνουμε όλοι μα όλοι οι Ναυπλιείς νεράκι από την βρυσούλα του σπιτιού μας. Τέρμα πια οι χρονοβόρες και πανάκριβες διαδρομές των αυτοχθόνων στις πέριξ πηγές, τέρμα τα εμφιαλωμένα, τέρμα τα φίλτρα κι οι καημοί.

Δεν πίνεις νερό πλέον, πίνεις βελούδο που έλεγε και μια παλιότερη διαφήμιση. Βελούδο από τον τόπο σου κι ας είναι και λασπωμένο θα συμπλήρωνα εγώ.

Όχι τίποτα άλλο δηλαδή αλλά πλησιάζει και η ξέφρενη Αναπλιώτικη Αποκριά και δεν θα είχαμε τι να ποτίσουμε τους αγαπημένους και καλαίσθητους επισκέπτες μας.

Ύστερα δε και από την μεγάλη διαφημιστική καμπάνια του αντιπάλου και μοχθηρού Δήμου με την πανελλήνια πια επιτυχία «Η καρδιά μου στο Άργος χτυπά», το πλήγμα για την πόλη μας θα ήταν βαρύ κι ασήκωτο.

Δεν ξέρω αν το έχετε συνειδητοποιήσει σύντροφοι αυτόχθονες αλλά φέτος κινδυνεύουμε να ζήσουμε το πιο μοναχικό καρναβάλι της σύγχρονης και νεοτουριστικής μας ιστορίας.

Ο δαιμόνιος Καμπόσος, αντιαισθητικός μεν, ταιριαστός στην παρακμή της εποχής και την υποκουλτούρα της περιοχής δε, πρόκειται να τραβήξει όλα τα βλέμματα της ελίτ των καρναβαλικών επισκεπτών της Αργολίδος.

Βλαχοσόγια που κατεβαίνουν κοπαδικώς, μιμούμενα την οικογενειακή κτηνοτροφική τους παράδοση, αφήνοντας έρημα, μόνα κι ακοινώνητα τα πανέμορφα χωριουδάκια τους, γέροι, νέοι και παιδιά που τσιρίζουν ασυστόλως, μανάδες σε μόνιμη υστερική αφήγηση, καγκουραίοι έφηβοι, καγκουραίοι ενήλικες, γυναίκες ωσάν μπογιατισμένοι πολυέλαιοι, τα πιο απαίσια τραγούδια της χρονιάς και κυρίως και βασικώς, καταπιεσμένοι, γκριζωποί και αυτοκινητόμυαλοι Τσιμεντόβλαχοι.

Όλη αυτή η αφρόκρεμα της νεοελληνικής και αργολιδιώτικης κοινωνίας φέτος αλλάζει στέκι. Η καρδιά της στο Άργος χτυπά. Ο Βασιλιάς Καρνάβαλος ζεί πλέον εκεί και την περιμένει.


Ας προσευχηθούμε όλοι μαζί λοιπόν οι αυτόχθονες ιθαγενείς στην μεγαλειότητά Του για να τα καταφέρει.


Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Γράμμα στον Ευστάθιο Μπούκουρα

Ήταν χειμώνας θυμάμαι θαρρώ. Μέρα βροχερή και ήσυχη. Βραδάκι. Έφυγα από το σπίτι μου και πήγα μπροστά στην είσοδο του κολυμβητηρίου. Είχε συνάντηση το αντιφασιστικό-αντιρατσιστικό μέτωπο της περιοχής. Τότε, ήμουν ακόμα μέλος του. Δεν είχα ακόμα συνειδητοποιήσει πως ο μόνος λόγος υπάρξης του  ήσουν δυστυχώς εσύ και η παρέα σου. Τουλάχιστον κατά ένα μέρος του, όχι ίσως τόσο πλειοψηφικό, αλλά σίγουρα πιο θορυβώδες.

Ήταν τότε που οι αυτόχθονες σύντροφοι σου θα έκαναν εγκαίνια των γραφείων τους στον προσφυγικό συνοικισμό της Πρόνοιας και εσύ ήσουν ένας επίσημος καλεσμένος τους.

Μαζευτήκαμε που λες, τρείς μερούλες πριν το μεγαλειώδες γεγονός των εγκαινίων, για να αποφασίσουμε πως θα αντιδράσουμε, έστω συμβολικά, σε μια κίνηση που νιώθαμε και νιώθουμε ακόμα πως προσβάλλει την ίδια μας την πόλη.

Μόλις όμως έφτασα στο σημείο συνάντησης, εγώ αλλά και όλοι οι υπόλοιποι, είμασταν περικυκλωμένοι από όλες τις αστυνομικές δυνάμεις της περιοχής.

Περιπολικά έκανα βόλτες γύρω μας, ασφαλίτες ακροβολισμένοι σε όλες τις γωνίες, τζιπάκια και περιπολικά παρκαρισμένα παντού, ασύρματοι και φωνές.

Τρόμαξα.

Με την ανεκτικτόκτητα που με χαρακτηρίζει απέναντι στα όργανα του αστικού κράτους, όπως εύστοχα θα παρατηρούσαν οι πρώην σύντροφοί μου, πλησίασα τον πιο «συμπαθή» μπατσούλη που βρισκόταν κοντά μου και τον ρώτησα.

Προς τι όλος αυτός ο χαμός; Μας φοβάστε; Ακίνδυνοι άνθρωποι είμαστε, γέροι, νέοι, γυναίκες και άντρες, και κυρίως άοπλοι.

Αντιθέτως, ήταν η αποστομωτική του απάντηση. Ήρθαμε να σας προστατέψουμε. Έχει κατέβει ομάδα Κορινθίων με επικεφαλής τον βουλευτή Κορίνθου, οπλισμένη και πανέτοιμη να σας επιτεθεί.

Είχες έρθει επομένως εσύ σύντροφε Ευστάθιε. Τρείς μέρες πριν. Παρέα με τους φίλους σου. Έτοιμος και οργανωμένος να με σακατέψεις.

Ήρθες να δείρεις ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο εμένα. Έναν αυτόχθονα ιθαγενή. Μέσα στην ίδια μου την πόλη σύντροφε και γείτονα Κορίνθιε.

Οι μέρες πέρασαν, τα εγκαίνια σου έγιναν ομαλώς, εγώ αντέδρασα σε απόσταση ασφαλείας και περιφρουρούμενος από διπλή ζώνη ματατζήδων που με απέτρεψε από το να σε συναντήσω ή να με συναντήσεις κατά πρόσωπο.

Από τότε χαθήκαμε σύντροφε.

Σε καμάρωνα πού και που στην τηλεόραση και στη Βουλή και φαντασιωνόμουνα τι θα μπορούσε να συμβεί αν τότε συναντιόμασταν από κοντά.

Και μόλις πριν από μια εβδομάδα πληροφορήθηκα πως ξαναγύρισες στα μέρη μου.

Δεν ήρθες βέβαια για να πιείς το καφεδάκι σου. Ούτε να απολαύσεις την υπέροχη θέα της φιλόξενης πόλης μου. Ούτε και πάλι για να βιαιοπραγήσεις εναντίον ενός συμπατριώτη σου. Ήρθες λέει για να σωφρονιστείς.

Καλώς όρισες επομένως σύντροφε. Σε υποδέχομαι με ανοιχτές αγκάλες.

Μόνο που η μαγική μου πόλη, ένεκα αντιφασιστικής πλέον πενίας, βρήκε έναν άλλο παράξενο τρόπο για να σε υποδεχτεί και να σε καλωσορίσει.

Πλημμύρισε τον αέρα της με σκατά.

Σου εύχομαι ολόψυχα  καλή διαμονή σύντροφε.

φυλακές Ναυπλίου 1928


Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Η εκδίκηση του βάλτου-Ναυπλιώτικο Παραμύθι

Μια φορά κι ένα καιρό, δίπλα σε μια πόλη όμορφη και γραφική ζούσε ένας βάλτος. Ήσυχος καθώς στεκόταν και ακίνδυνος απολάμβανε τις ομορφιές της ζωής και της φύσης και φρόντιζε όσο μπορούσε τις παράγκες, τους φτωχούς ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά που είχαν εξαρτήσει την ζωή τους πάνω του.

Τα χρόνια περνούσαν και η πόλη μεγάλωνε. Οι καιροί άλλαξαν και οι αυτόχθονες ιθαγενείς της πόλης αποφάσισαν να διώξουν τον καλόβολο βάλτο. Τους έπιανε, είπαν, πολύ χώρο, χώρο πολύτιμο προς πάσαν αξιοποίηση. Μια και δυό άρχισαν να τον σκεπάζουν με χώμα και τσιμέντο. Τον έκαναν λοιπόν οικόπεδα, δρόμους, πολυκατοικίες, μεζονέτες και καταστήματα. Ο βάλτος χάθηκε από τα μάτια τους αλλά ζούσε ενεργός κάτω από τα πόδια τους. Αφελώς είχαν πιστέψει οι δυστυχείς αυτόχθονες πως τον είχαν διώξει από την γεωγραφία της πόλης τους.

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε μια πόλη όμορφη και γραφική βγαλμένη από τα πιο όμορφα παραμύθια της ανθρώπινης ιστορίας. Οι κάτοικοί της ένιωθαν περήφανοι για τον τόπο τους. Τον θαύμαζαν, τον επαινούσαν και τον βόλταραν συνεχώς.  Τον παλιό καιρό κιόλας, αυτή η ομορφιά έπαιζε καταλυτικό ρόλο και στις κοινωνικές τους σχέσεις. Μεγάλες παρέες, μεγάλες γειτονιές, κοινά γλέντια, κοινές ανάγκες και κοινές καρδιές. Με τον χρόνο όμως τα πράγματα ατόνισαν. Οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν, χωρίστηκαν και βούλιαξαν μέσα στα δικά τους ξεχωριστά προβλήματα. Απέμεινε μόνο να κυριαρχεί το μικροκουτσομπολιό, οι ανταγωνισμοί, οι ζήλιες και οι κοινωνικές φοβίες.

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας Δήμος. Ο Δήμος της όμορφης και γραφικής μας πόλης. Οι δημοτικοί του άρχοντες, νομίμως εκλεγμένοι και επιλεγμένοι από τους αυτόχθονες ιθαγενείς, είχαν σαν στόχο τους την ικανοποίηση των αναγκών της πόλης και φυσικά την όποια βελτίωσή της. Οι άρχοντες όμως αυτοί δεν είχαν εκλεγεί με βάση την πολιτική τους σκέψη, το οργανωτικό τους μυαλό και την διοικητική τους ικανότητα. Είχαν εκλεγεί με βάση τις δημόσιες σχέσεις. Την οικονομική τους ευρωστία. Την ρουσφετολογική τους δεινότητα. Την κομματική τους υποταγή και την επικοινωνιακή τους μάσκα. Οπότε ουδόλως ενδιαφέρθηκαν για τον αληθινό τους ρόλο.  Οι πολίτες από την άλλη, απόμακροι πια από τον κοινωνικό ιστό και την πολιτική ευθύνη, ακολουθούσαν σαν πρόβατα επί σφαγή τους εκάστοτε δημοτικούς ταγούς, ενίοτε ανίκανους κι άχρηστους.

Δεν άργησε επομένως ο καιρός, που ο γερό-βάλτος, ήσυχος κι υπομονετικός, σε μια στιγμή αδυναμίας, πάνω στη κορύφωση της κοινωνικής και πολιτικής μας παρακμής, αποφάσισε να πάρει την λάσπη του πίσω και να την στείλει μέσα στα ίδια μας τα σπίτια.

Αν ανοίξετε τις βρύσες σας θα τον ακούσετε πίσω από τα βρώμικα σιφόνια σας να γελάει ειρωνικά κάπου εκεί στο βάθος. Σκεπασμένος από τσιμέντα, χώματα, κουτσομπολίστικους ψιθύρους και ψεύτικα πολιτικά συνθήματα.


Γιατί ο βάλτος δεν έφυγε ποτέ. Απλά σαν όλους μας, δεν μιλούσε. 


Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Η αυτόχθονη Ράδιο Αρβύλα

Γιομάτος χριστουγεννιάτικη αγάπη και εορτινή θαλπωρή, γιομάτος κονσερβοποιημένες ευχές, θρησκευτικές υπερκαταναλώσεις,  τυπικά χαμόγελα και πρόσκαιρα κέφια, η επιστροφή στην μικροαστική καθημερινότητα της πόλης μου φαντάζει δύσκολη.

Παρασυρμένος λοιπόν από αυτό το συναίσθημα μεταφυσικής κατάνυξης των ημερών που προκαλεί σε όλους τους αυτόχθονες ιθαγενείς η ανάμνηση της γέννησης του Θεού, θα ξεκινήσω επιεικής και ήσυχος. Καλόβολος που λένε…

Λίγο πριν τις εορτές, μια παρέα αυτοχθόνων ιθαγενών μιας κάποιας ηλικίας, όχι πολύ μεγάλης αλλά αρκετής για να μπορέσει να συνειδητοποιήσει κάποιος πως η κοινωνία του Ναυπλίου είναι ένα θαυμάσιο πειραματόζωο, διαμήνυσε σε άτομο εξαιρετικής αφέλειας και ικανότητας αναμετάδοσης συνομοσιών και άλλων αβάσιμων θεωριών πως ένας πολύ πλούσιος ντόπιος παράγοντας επιθυμεί να αγοράσει την ομάδα της πόλης αλλά δεν του την δίνουν.

Γεννηθήτω ράδιο αρβύλα επομένως.

Μέσα σε λίγες μέρες, ο αφελής αυτόχθων αναμετάδοσε το νέο στους ανά τη πόλη συνομιλητές του και αυτοί με την σειρά τους την αναμετάδοσαν στους δικούς τους.

Μέσα σε λίγες μέρες όλη η πόλη, τουλάχιστον η φίλαθλη πόλη, γνώριζε την συγκλονιστική είδηση που θα άλλαζε το ρου της ποδοσφαιρικής μοίρας της πόλης και την έντυνε κάθε φορά και με νέα στοιχεία.

Το «χαλασμένο τηλέφωνο» απλώθηκε ολούθε μέχρι που εμφανίστηκαν και τρικάκια πεταμένα σε δρόμους και γειτονιές της πόλης γράφοντας το σύνθημα «……Θεέ, πάρε την ΠΑΕ».

Ας μην βιαστούμε όμως να θεωρήσουμε την κοινωνία μας υποανάπτυκτη επειδή μόνο και μόνο αναμεταδίδει κατά καιρούς χωρίς καμία απολύτως επεξεργασία τέτοιου είδους «ράδιο αρβύλες». Ούτε βεβαίως να την πούμε πνευματικώς καθυστερημένη και παντελώς προβατοποιημένη.
Ας δούμε την θετική πλευρά των γεγονότων. Χριστούγεννα είχαμε άλλωστε. Ας είμαστε λιγάκι συγκαταβατικοί.

Οπότε ας πούμε απλά πως η κοινωνία του Ναυπλίου και γενικώς η πόλη παραμένει πιστή στις ιστορικές της ρίζες και τις βαθιές της παραδόσεις. Συνεχίζει δηλαδή με πίστη και επιμονή που σκοτώνει κάθε αντίπαλο τις μεσσαιωνικές τις καταβολές. Αποτελεί άλλον έναν ακόμα κρίκο σύνδεσης  με το ιστορικό και ένδοξό μας παρελθόν. Περιμένοντας ίσως τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά να σηκωθεί και  να σκοτώσει κάποια μέρα  το Τέρας της Αρβανιτιάς*.

Είδατε; Με μια θετική ματιά, όλα έχουν τους λόγους τους. Όλα συμβαίνουν για έναν ιερό σκοπό. Το πνεύμα των Χριστουγέννων έκανε για άλλη μια φορά το θαύμα του.

Καλή Χρονιά σε όλους τους αυτόχθονες ιθαγενείς!





*Το τέρας της Αρβανιτιάς: Aστικοί μύθοι του Ναυπλίου. 29/11/13. palamidi.gr :


“…Το ‘τέρας’ της Αρβανιτιάς. Δεκαετία του 80. Περίπου στο σημείο που ξεκινάει σήμερα η διαδρομή για την Καραθώνα, ένας άγνωστος, απροσδιόριστος, ήχος επαναλαμβάνεται σε καθημερινή βάση. Προέρχεται από κάποιο σημείο στους πρόποδες του Παλαμηδίου. Καμία οπτική επαφή με την πηγή του. Η αχαλίνωτη ναυπλιώτικη φαντασία δεν άργησε να δημιουργήσει το μύθο: “υπάρχει τέρας στην Αρβανιτιά”! Δεκάδες οι ντόπιοι και ξένοι που συρρέουν σε καθημερινή βάση για να το αφουγκραστούν, ακολουθώντας τη χαρακτηριστική, χειροποίητη πινακίδα ”Προς Τέρας”. Μέχρι και πλανόδιοι μικροπωλητές εμφανίστηκαν κι έστησαν πάγκους με πασατέμπο και μαλλί της γριάς. Τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν απλά ένας μπούφος…