"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Αυτός.

Μία από τις πρώτες μου μνήμες, τόσο πρώτες που μικρός νόμιζα πως γεννήθηκα εκεί, ήταν ο γυναικωνίτης της Παναγίας.

Ήταν αρχές της δεκαετίας του 80 κι κόσμος έξω φυσούσε μια σοσιαλιστική παράκρουση που φυσικά  αγνοούσα. Καθισμένος στην πανέμορφη εκκλησία της μικρής μου πόλης, τη πιο βαριά και θρησκευτική του Ναυπλίου,  εγώ ατένιζα στριμωγμένος στα μετόπισθεν δεκάδες τραγουδιστούς κι όρθιους γυναικείους κώλους στη σειρά, που εξίσου αγνοούσα την αξία των.

Ήταν οι πρόβες της μεικτής χορωδίας Ναυπλίου. Πίσω-πίσω οι γυναίκες και μπροστά οι άντρες, ενός εκ των οποίων η βροντερή φωνή μου προκαλούσε φόβο.

Δεν ήταν όμως αυτός ο μεγαλύτερό μου φόβος. Υπήρχε κι άλλος. Χειρότερος. Κάπου στα μπροστά, εκεί που δεν τολμούσα να κοιτάξω και κρυβόμουν ανάμεσα στα σώματα, υπήρχε ένας  κύριος, που τον έλεγαν μαέστρο, με αυστηρή κι αγέλαστη όψη που όλο έβριζε. Ο μεγάλος μου παιδικός τρόμος που δεν ήθελα ποτέ να με κοιτάξει. Θα χεζόμουν σίγουρα πάνω μου.

Το κείμενο είναι αφιερωμένο σε αυτόν. Καθώς κατά την ταπεινή μου γνώμη, αυτός ο φαινομενικά αγέλαστος κύριος είναι η μεγαλύτερη προσωπικότητα της πόλης του 20ου αιώνα. Η αισθητική και μόνο της ύπαρξής του, χωρίς καν να λογαριάσουμε την δράση του, αποτελεί και αισθητική πια της πόλης όλης. Ναύπλιο χωρίς τον κύριο Βασίλειο Χαραμή δεν υπάρχει.

Φυσικά την αλήθεια την έμαθα, ή μάλλον την συνειδητοποίησα, όταν μεγάλωσα. Τότε που με έπαιρνε η μάνα μου στη χορωδία και με πέταγε στην ακρούλα μου, πίσω από γυναικείους κώλους που, όπως είπαμε, δυστυχώς δεν ήμουν στην ηλικία να εκτιμήσω, δεν καταλάβαινα και πολλά. Έπειτα όμως έζησα, όπως όλοι, με τον μύθο του. Δεκάδες αφηγήσεις γεγονότων, αφιερώματα, ιστορίες και κυρίως εντυπώσεις που μου άφηνε κάθε εμφάνισή του σε παρελάσεις, περιφορές επιταφίων και άλλες εκδηλώσεις στιφογύριζαν μέσα στο κεφάλι μου, με αποτέλεσμα ο γρίφος της στοιβαρής κι αγέρωγης παρουσίας του να λύνεται σιγά-σιγά.

Καταρχήν μιλάμε για έναν άνθρωπο που αγαπούσε την μουσική. Όταν λέμε την αγαπούσε, δεν μιλάμε για μια απλή αγάπη. Κάτι σαν χόμπυ ας πούμε. Μιλάμε για έρωτα ρομαντικού μυθιστορήματος κι ακόμα παραπάνω. Μιλάμε για αυταπάρνηση, αυτοθυσία και μέθη. Φαντάζομαι την μουσική μέσα στο κεφάλι του σαν την αγωνία του πρώτου ραντεβού με την γυναίκα της ζωής σου. Μάλλον του δεύτερου ραντεβού, όταν είσαι σίγουρος δηλαδή πως πρόκειται για την γυναίκα της ζωής σου. Κι αυτό γιατί δεν χωράει καμιά αμφιβολία πως η σχέση του κυρίου Χαραμή με την μουσική δεν γίνεται να μην έχει προέλθει από κεραυνοβόλο έρωτα.

Ένας άνθρωπος όμως σταθερών και ακλόνητων αξιών. Πολύ περισσότερο ακλόνητων και από το ίδιο το Ναύπλιο. Μια πόλη που δεν φημίζεται καθόλου για τους ανά εποχές μοντερνισμούς της . Εξ’ού και το αγέλαστο του πράγματος. Το αγέλαστο δεν ήταν φυσικά λόγω κακίας, αλλά φανέρωνε την ηρεμία της βεβαιότητας και την άμεση καταδίκη της όποιας παραφωνίας. Μουσικής και ηθικής παραφωνίας.

Εξ’ού και τα βρισίδια. Που γρήγορα όμως γινόντουσαν αγκαλιές και χαμόγελα. Ελέω τύψεων και μαλακής καρδιάς. Αυτός ο άνθρωπος-ώ του θαύματος- γέλαγε και χαμογελούσε. Και αγαπούσε τα παιδιά. Τους χάριζε αφιλοκερδώς μέχρι το τέλος της ζωής του, μουσική και πατρότητα.

Και αυστηρή επιτήρηση βεβαίως. Τότε, τα παλιά τα χρόνια, η χορωδία ήταν ένα μέσο συνάντησης των νέων. Ένας τρόπος φλερτ και κρυφών ματιών. Αν μια κοπέλα απλα σε κοίταγε, μέσα στους αέρινους ήχους των φωνών, σήμαινε πως σε ήθελε κιόλας. Φανταστείτε εποχή. Μαυρόασπρη. Γεμάτη χαμηλοβλεπούσες κοπέλες.

Κι αυτός, μαζί με την γυναίκα του την κυρία Ηρώ, ο επιβλέπων της τάξης και της ηθικής. Ο κηδεμόνας και προστάτης.

Δεν γνωρίζω όμως μαθητή του που να μην συγκινείται διηγούμενος ιστορίες που τον αφορούν.
Μια φυσιογνωμία αξέχαστη, ζωντανή και σεβάσμια. Με ένα και μόνο ελάττωμα για μερικούς. Για μένα όχι.

Δεν φρόντισε, μετά το πέρας μιας κάποιας ηλικίας, να αφήσει πίσω του έναν διάδοχο δικό του.

Προσωπικά κάτι τέτοιο δεν το θεωρώ ελάττωμα. Αντιθέτως. Θεωρώ πως είναι το πιο γήινο χαρακτηριστικό του. Αυτό που τον έκανε για λίγο, έναν από εμάς. Δηλαδή Ναυπλιώτη.

Η πόλη  σιχαίνεται τις διάδοχες καταστάσεις. Εξαντλείται στις μοναδικές.






*το κείμενο αυτό δεν θα γινόταν χωρίς την βοήθεια  των αφηγήσεων της μάνας μου, του πατέρα μου και του κυρίου με την βροντερή φωνή που μου προκαλούσε φόβο, κυρίου Γιώργου Καρατάσου. 

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Του Ευαγγελισμού

Ναύπλιο, δυό μέρες πριν την μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού. Τότε που ο άγγελος είπε τα καλά τα νέα. Τότε που το έθνος των Ελλήνων ξεσηκώθηκε και έγινε τα Ανάπλι μας η πρώτη πρωτεύουσα του ελευθέρου νεοελληνικού κρατιδίου. Τότε που εμείς οι ιθαγενείς, συναντήσαμε τους πολιτισμένους και μας δίδαξαν απλόχερα το επιμελές πλύσιμο των οπισθίων μας.


Άλλη μια χρονιά  λοιπόν πανηγυριού, γλεντιού, κρασιού, κρέατος, γουρνοπούλας κατά το πλείστον, αγορών και φυσικά χριστιανικού προσκυνήματος.

Τουλάχιστον έτσι την θυμάμαι εγώ. Και όπως μου περιγράφουν οι γνωστοί και φίλοι που συνεχίζουν να πηγαίνουν, έτσι είναι ακόμα.

Γιατί εγώ έχω χρόνια να πάω. Όχι μόνο εγώ. Πολύς κόσμος. Μπορεί να μην του φαίνεται μάλλον, μπορεί το πανηγύρι να δίνει την εντύπωση πως όλη πόλη βρίσκεται εκεί, αλλά αυτό το κακό έχει η κοσμοσυρροή και η βαβούρα. Σε αποπροσανατολίζει και χάνεις την κριτική σου σκέψη.

Γιατί όση πόλη βρίσκεται εκεί, άλλη τόση δεν βρίσκεται και ούτε πρόκειται να πάει. Και οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι.

Άλλος δεν μπορεί την φασαρία, την ορθοστασία και την κούραση. Άλλος δεν γουστάρει τα ψώνια ή δεν βρίσκει ποτέ κάτι χρήσιμο να αγοράσει. Άλλος βρίσκει μια καλή ευκαιρία για να αράξει σπίτι για ξεκούραση ή να την κάνει για πιο ήσυχα μέρη στα πέριξ. Άλλος θα προτιμήσει σταθερά μόνο την παλιά πόλη για να βγεί. Άλλος δεν πιστεύει. Κι όμως, υπάρχουν και αυτοί.

Άλλος βρίσκει την όλη φάση λιγάκι βλάχικη, πανηγυριτζίδικη που λένε ή για να το πούμε πιο κομψά, το τόσο έντονα ανατολίτικο στοιχείο του πέφτει βαρύ.

Θυμάμαι παλιά, εκτός από ανατολίτικο, το πανηγύρι εξέπεμπε και κάτι μεσσαιωνικό. Με το που άρχιζε η ανηφόρα της Βαγγελίστρας και τα πολλά φώτα  του πανηγυριού χάνονταν για λίγο μέχρι την Εκκλησία, εμφανίζοταν δεκάδες επαίτες με σοβαρά σωματικά προβλήματα ο καθένας,  και το σκηνικό θύμιζε κάτι από παρηκμασμένες πόλεις του μεσαίωνα. Πόλεις υγρές, σκοτεινές και πέτρινες, γεμάτες ταλαίπωρους, ανήμπορους κι ανάπηρους ανθρώπους που φωνάζουν μέσα στο πλήθος το πρόβλημα τους και ζητάνε ελεημοσύνη δίνοντας για αντάλλαγμα μια ευχή του Θεού. Και το πλήθος, ρίχνοντας τους από ντροπή και οίκτο κλεφτιές ματιές και κανά νόμισμα,  τελούσε με σοβαρότητα τα θρησκευτικά του καθήκοντα και προχωρούσε αγέρωχο.

Ευτυχώς έμαθα πως τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έχει βελτιωθεί αρκετά. Δεν είναι πως οι άνθρωποι έγιναν ξαφνικά καλά. Απλά δεν τους εμφανίζουν και τόσο.

Καλή βλέπεις η ελληνορθοδοξία, καλό το πανηγύρι, καλά τα ψώνια, τα κρέατα και τα κρασά αλλά όλα χρειάζονται πλέον και το κατάλληλο τουριστικό image. Δεν μπορεί άλλες δυστυχίες ο κόσμος να βλέπει. Δεν θέλει άλλο πόνο και οδύνη αυτές τις μέρες. Ο κόσμος θέλει να ξεσκάσει.

Και τώρα που είπα ελληνορθοδοξία, θυμήθηκα τον Χρήστο Γιανναρά που έλεγε πως το μεγαλύτερο σφάλμα της ελληνορθοδόξου παιδείας που επικράτησε μετά τον εμφύλιο ως και τα χρόνια της χούντας ήταν πως μετατράπηκε σε ιδεολογία. Έχασε δηλαδή την πνευματική της ουσία και έγινε φανατισμός.

Δεν ερχόσουνα ρε Γιανναρά να τα πείς αυτά τα ωραία λογάκια τόσα χρόνια στο Ναύπλιο;Μπάς και άλλαζε κάτι; Πού ζούμε ακόμα με βάση τις βουλές δήθεν και καλά διαρκώς μετανοούντων, εχόντων συνήθως μιας κάποιας ηλικίας; Πού έγινε το κεφάλι μας κουνουπίδι από το κατηχητικό; Ενημερώνω το απληροφόρητο πλήθος πως μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 80 υπήρχε οργανωμένο κατηχητικό στην πόλη. Όπερ σημαίνει πως αναμετάξυ μας ζεί πλήθος ανθρώπων πού την  έπαιζε στην εφηβεία γεμάτο τύψεις και ενοχές πως θα βγάλει σπυριά, θα πεθάνει νωρίς, θα γίνει gay και άλλες παρόμοιες αρλούμπες.

Πού έχουμε για παράδειγμα μια πανέμορφη καθολική εκκλησία στη πόλη και ελάχιστοι έχουμε κάνει την κίνηση να μπούμε μέσα; Λες και θα πάθουμε τίποτα;Να δούμε πως είναι βρε αδερφέ;.Να ζήσουμε μια διαφορετική θρησκευτική αίσθηση. Έναν άλλο διακοσμητικό τρόπο να προσεγγίσουμε το θείο.  Όχι για να αλλαξοπιστήσουμε. Προς Θεού! Έτσι για την εμπειρία.

Και αυτή η κακομοίρα, τόσες και τόσες βραδυνές παρέες έχει φιλοξενήσει στα σκαλιά της. Τόσα και τόσα ζευγαράκια έχει αναθρέψει.

Ένα από τα πιο hot μέρη της πόλης για χαμούρεμα. Τα βραδυνά σκαλάκια της Καθολικής. Το σχολείο των ντελικάτων εραστών της πόλης. Μέχρι να φτάσει ο αστυνόμος βέβαια και να σε διακόψει γιατί ενοχλείς την απέναντι γριά (ζηλιάρα) που δεν μπορεί να κοιμηθεί λέει αλλά κατά βάθος, το ξέρεις, πως σιχαίνεται απλά την ζωή.

Την Καθολική την θυμήθηκα αυτές τις μέρες διαβάζοντας πως θα τελέσει λειτουργία παραμονές του Ευαγγελισμού. Στις 24. Προς τιμήν της επετείου της ελληνικής επανάστασης και του φιλελληνισμού.

Το βρήκα πολύ γλυκό. Διακριτικά και ήσυχα, χωρίς να θέλει να ενοχλήσει στο ελάχιστο την ελληνορθόδοξη ιδεολογία μας, την πόση και την βρώση μας, υπενθυμίζει απλά πως υπάρχει και αυτή. Πως το ποίμνιό της είναι και αυτό κομμάτι της κοινωνίας που γιορτάζει μαζί μας.


Ίσως μια μέρα λοιπόν καταφέρω και την επισκεφτώ από μέσα. 

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Περί αντιαισθητικής ο Λόγος

Όπως λέγεται και ακούγεται από «ψαγμένους» τύπους που αναμασούν και παπαγαλίζουν ατάκες χωρίς να καταλαβαίνουν ουσιαστικά τί σημαίνουν, προκειμένου είτε να κάνουν εντύπωση είτε να ρίξουν στο κρεβάτι το αντικείμενο του πόθου τους, η αισθητική είναι η ηθική του μέλλοντος.



Πρόκειται για μια φράση λεκτικά εύκολη, σύντομη και με άμεσα αποτελέσματα εντυπωσιασμού.

Η ιστορία της όμως είναι σπουδαία και μόνο ως κάτι ρηχό δεν μπορεί να θεωρηθεί. Ξεκινάει από τον Σωκράτη που συνέδεε το όμορφο με το αγαθό και συνεχίζει χωρίς βεβαίως να σταματά  με τον γερμανό φιλόσοφο Νίτσε στον οποίο ανήκει αυτούσια η φράση.

Σε γενικές γραμμές η φράση σημαίνει πως η ομορφιά, η ολοκλήρωση και η καλαισθησία συμπίπτουν με την ηθική, την αγαθοεργία και την ωφελιμότητα. Το καλόν και το χρήσιμον που λένε.

Άρα, αν επιθυμούσε κάποιος να μελετήσει την μελλοντική ηθική ενός τόπου, την ηθική που διαμορφώνεται εν εξελίξη των ετών σε κάποια πόλη, την δική μας πόλη για παράδειγμα, δεν θα είχε παρά να παρατηρήσει γύρω του την αντίληψη της πόλης περί αισθητικής. Σε σχέση με το Ναύπλιο βεβαίως θα ήταν πιο εύκολο να ξεκινήσει την παρατήρησή του με την αντιαισθητική παρά την αισθητική. Τα παραδείγματα βλέπετε είναι περισσότερα.

Για τον αυτόχθονα ιθαγενή επομένως, σε μερικά χρόνια, η αρμονική συμβίωση μεταξύ των ανθρώπων και των σκουπιδιών θα είναι καθεστώς. Θα είναι κάτι τελείως φυσιολογικό, λογικό και κυρίως θεμιτό από την μεγαλύτερη μάζα πολιτών. Δεν είναι μόνο η συνήθεια της Καραθώνας που κολυμπά στα κωλοβακτηρίδια και στις οσμές της χωματερής. Δεν είναι ούτε καν η στάθμευση σκουπιδοφορτηγών δίπλα ακριβώς από τον βιότοπο στο δρόμο της Νέας Κίου. Είναι κυρίως που σε κάθε γωνία της πόλης που τα συνεργεία του Δήμου καθαρίζουν σπάνια ή σχεδόν ποτέ, όπως το Καρνάγιο, η Ακροναυπλία, ο δρόμος της Αρβανιτιάς-Καραθώνας και άλλα, φιλοξενούνται συχνά τόνοι μπουκαλιών, τσιγκακίων, χαρτιών και όλων των ειδών του σκουπιδουλικού. Ο Ναυπλιώτης πλέον βιώνει μια άριστη σχέση με τα σκουπίδια γιατί προφανώς τα νιώθει κομμάτι του εαυτού του και ίσως του πολιτισμού του. Είναι γι’ αυτόν αναμφισβήτητα κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο.

Με την σημαντική και πολύτιμη βοήθεια της αυξανόμενης παρουσίας σκουπιδιών ο Ναυπλιώτης θα βιώσει νέους δρόμους και στην οσφρητική του κουλτούρα. Δεν είναι όμως υπεύθυνα μόνο τα σκουπίδια γι’ αυτό. Είναι και η χρόνια εξάσκηση όλων των Ναυπλιωτών στις οσμές του λιμανιού. Είναι η λαδίλα που σκάει κάθε χειμώνα από το πυρηνελουργείο. Και είναι κυρίως η παντελής απουσία δημοτικών ουρητηρίων που μετατρέπει δεκάδες σημεία της πόλης σε εστίες αξιοθαύμαστης κατουρομυρωδικής ποικιλίας. Δεν πρέπει όμως να αποκλείσουμε από το πανόραμα οσφρητικού φεστιβάλ της πόλης, τις κουράδες των σκύλων, αδεσπότων και μη, όπως και των λίγων αστέγων της περιοχής ή των νταλικέρηδων στο πάρκιγνγκ της παραλίας. Συντελούν και αυτές, όσο να πείς, στην ηθική μας εξέλιξη.

Συνεχίζουμε με το νερό. Κάνοντας ένα τεράστιο άλμα προόδου και ηθικής εξέλιξης, το νερό για εμάς δεν θα είναι πλέον πηγή ζωής αλλά θανάτου. Επίσης θα αλλάξει και χρώμα. Τέρμα πια στην βαρετή και συνηθισμένη διαφάνεια. Τέρμα πια στη  έλλειψη χρώματος και την μονοτονία. Το νερό μας θα είναι κόκκινο, καφέ και γκρί. Θα κυκλοφορεί σε διάφορες αποχρώσεις και άπειρες γεύσεις! Όλα στη ζωή αλλάζουν. Γιατί όχι και το νερό μας;  Πέρα από όμορφο θα είναι και χρήσιμο. Θα σκοτώνει μύγες, κουνούπια και κατσαρίδες, θα φολιάζει ποντίκια, γατιά και σκυλιά και θα ξεραίνει ενοχλητικά φυτά και δέντρα.

Βελτιώσεις αναμένονται και στην καθημερινή μας παρουσία στη πόλη. Στη καθημερινή μας βόλτα. Ζωντάνια και ομορφιά στους δρόμους θα σημαίνει κορναρίσματα, διπλοπαρκαρίσματα, βρισιές και μούντζες. Θα σημαίνει τέρμα σκυλάδικο στα ηχεία με ανοιχτά παράθυρα και θορυβώδεις εξατμίσεις καγκουραίων. Η βόλτα με το ποδήλατο θα είναι extreme sport για λίγους και θαρραλέους που αναζητούν την περιπέτεια και το ρίσκο κάθε ώρα και στιγμή. Ο δρόμος χωρίς λακούβες, χωρίς συνεργεία του Δήμου να σκάβουν θα είναι κάτι αξιοπερίεργο και ίσως επίφοβο. Σίγουρα όχι κάτι όμορφο και χρήσιμο. Θα συνδέεται με την δημοτική αδράνεια και την πολιτική αδιαφορία.

Η διασκέδαση επίσης θα υποστεί σημαντικές αλλαγές. Δεν θα υπάρχει διασκέδαση χωρίς κώλους, βυζιά,  σκυλοτράγουδα, μαλακομπιτάκια, τρεντομαλλάκηδες, βλαχοκιτσάτους και κλαρινογαμπρούς βεβαίως βεβαίως. Διασκέδαση θα σημαίνει θόρυβος, στρίμωγμα, εντύπωση και τσάμπα μπανιστήρι. Θα σημαίνει εκτόνωση, αποθημένα και ουρλιαχτά.

Έτσι στρώνεται ο δρόμος για την πολιτισμική άνθηση. Για τα γραφικά μας τουρκοπανηγύρια που κάνουν τους ανθρώπους να θυμούνται τις ρίζες τους. Τις ρίζες του Νεάντερνταλ που κρύβουν βαθιά μέσα στο dna τους. Για τα υπέροχα αρχαιολογικά μας μνημεία που σαπίζουν. Που τα δέρνει αρμονικά ο αγέρας κι η βροχή. Το γκράφιτι και το σκουπίδι. Πολιτισμός των ερειπίων και βάλε. Νέα εποχή. Έτσι η δημοτική μας μπάντα θα μετατραπεί σε σύμβολο πρωτοπορίας και μεταμοντέρνας μουσικής. Έτσι θα μας επισκέπτεται ο κάθε αποτυχημένος αστέρας των Αθηνών και μείς θα του μοιράζουμε σαν ιθαγενείς μεροκάματα.

Και τέλος, έχουμε την πολιτική ανατροπή. Η εποχή της Μεταπολίτευσης είναι πια παρελθόν για εμάς. Ο καλός, ο χρήσιμος, ο πετυχημένος πολιτικός ταγός, άμα κλάσει, πρέπει να το κάνει δελτίο τύπου. Αλλιώς δεν είναι χρήσιμος. Ο λαός πρέπει να γνωρίζει τα πάντα. Όλα στο φώς. Και να βλέπει τη φάτσα του συχνά και παντού. Σε εγκαίνια, εκδηλώσεις, θείες λειτουργίες και δοξολογίες και πάει λέγοντας. Ο πολιτικός του μέλλοντός μας πρέπει να είναι κοντά στο λαό. Και ειδικά αν θέλει να είναι και δήμαρχος. Αν θέλει να είναι δήμαρχος πρέπει να έχει μαζί του πολύ κόσμο. Κόσμο που να βγάζει τη φάτσα του με τη σειρά και με δελτίο προτεραιότητας στα μουμουε της περιοχής. Σαν πασαρέλα χρησίμων και προσφερομένων για το καλό του τόπου.

Όπως καταλαβαίνετε σύντροφοι μια νέα εποχή γεννιέται. Η εποχή των ενοχλητικών εξαιρέσεων ολοένα και φθίνει. Ας τις αφήσουμε μόνες, έρμες και δυστυχείς στο μονοπάτι της απομόνωσης που μόνες τους διάλεξαν. Ένας ηθικός καινούριος κόσμος γεννιέται. Μέγας.



Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Η χριστιανή κουτσομπόλα

Αυτό τώρα το πράγμα που όλες σχεδόν οι μεγάλες κουτσομπόλες της πόλης μας να είναι και οι πιο πορωμένες χριστιανές πώς μπορεί να το εξηγήσει κάποιος;


Φυσικά το είδος αυτό, συνήθως κοντοπίθαρο και ντυμένο με τις κλασικές μακριές φούστες μέχρι τον αστράγαλο και κανά ταγεράκι στο πάνω μέρος μέχρι το λαιμό, που δεν μπορεί να κάνει σεξ ούτε στις φαντασιώσεις δεκατριάχρονου και καψωμένου εφήβου, αυτό λοιπόν το είδος δεν ευδοκιμεί μονάχα στην μικρή μας πόλη. Είναι χαρακτηριστικό όλης της νεοελληνικής επικράτειας. Όσο πιο μικρό το μέρος βέβαια, αντιστρόφως ανάλογο άρα και μεγαλύτερο είναι το εύρος της ακτίνας του κοινωνικού σχολιασμού της ντόπιας χριστιανής.

Έτσι λοιπόν και μείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, μικροί και πεταμένοι στην άκρη του κόσμου ως είμαστε, καλλιεργούμε σε πληθώρα αυτό το πασίγνωστο νεοελληνικό ανθρωποειδές.

Είναι εκεί που περπατάς αμέριμνος στο δρόμο σου χαζεύοντας το τίποτα, μαλάκες οδηγούς που έχουν δεί την Άργους Κηφισίας, τα λεφτά που χρωστάς παντού, τα λεφτά που δεν θα πάρεις ποτέ, την δουλειά που μάταια ψάχνεις, τις γυναίκες της πόλης που ξέρουν δυστυχώς όλες πια πόσο μαλάκας είσαι, τα χρήματα που τσεπώθηκαν για να κλείσει η γούβα του δρόμου και ως δια μαγείας αυτή δεν κλείνει ποτέ και άλλα άσχετα και σχετικά, μέχρι που θα εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά σου η κυρά τάδε γνωστή σου χριστιανοπούλα και θα ξεκινήσει την διακριτική της ανάκριση.

Εσύ στην αρχή ξενερώνεις αλλά οι πρώτες ερωτήσεις είναι εύκολα αντιμετωπίσιμες. Αν μη τι άλλο σε αυτή τη πόλη έχεις κάνει μπόλικη προπόνηση συναντώντας τυχαία αυτό το είδος. Η οικογένεια καλά, εσύ καλά, η γυναίκα σου καλά, παιδιά ακόμα δεν έχεις οπότε ο πρώτος γύρος συνομιλιών τελειώνει αναίμακτα και τυπικά. Εσύ φυσικά δεν ρωτάς απολύτως τίποτα. Κάνεις και αυτές τις μικρές κινήσεις φυγής προς την αντίθετη κατεύθυνση, δείχνεις πως βιάζεσαι αλλά από μέσα σου ξέρεις πως δεν γλιτώνεις και τόσο εύκολα. Δεν έχεις απέναντί σου έναν απλό συμμαθητή ή έναν γνωστό. Τα φτηνά σου κόλπα εδώ δεν πιάνουν. Είσαι μέσα στη φωλιά του θηρίου.

Αγνοώντας επομένως την δήθεν επείγουσα εργασία σου, η χριστιανή κουτσομπόλα εισέρχεται στον δεύτερο γύρο συνομιλιών που έχει να κάνει με την οικονομική σου κατάσταση. Δουλεύεις; Δεν δουλεύεις ο μαύρος. Και τι θα πείς; Μεροκάματα θα πείς. Από εδώ και από εκεί. Και η γυναίκα σου το ίδιο. Ένα σπιτάκι έχετε ωραίο και μικρό και το κουτσοσυντηρείτε. Τότε θα ανακαλύψεις πως όλα τα συγγενικά πρόσωπα της κουτσομπόλας είναι βολεμένα κάπου καλά. Θες ανήψια, παιδιά ή εγγόνια; Όλα έχουνε τύχη βουνό. Λεφτά πολλά, δουλειές σταθερές, παιδιά πανέμορφα, γάμους ευτυχισμένους και με προικιά πολλά. Το δυστυχές για σένα είναι πως κάποιους από αυτούς που αναφέρει, τους τρισευτυχισμένους και υπερκωλόφαρδους, τους ξέρεις καλά και μόνο τυχερούς δεν μπορείς να τους πείς. Άλλος είναι τοξικομανής, άλλη μια ανηψιά της είναι επί χρήμασι εκδιδόμενη και πάει λέγοντας. Αλλά δεν μπορείς να μιλήσεις. Πρώτον γιατί δεν θες να ανοίξεις κουβέντα και δεύτερον γιατί δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Η κυρία κουτσομπόλα απλά θέλει να σου σπάσει τα νεύρα και να σου γαμήσει την ψυχολογία. Το ξέρεις ήδη.

Η κουβέντα θα κλείσει με δική της πρωτοβουλία βεβαίως θάβοντας μερικούς κατοίκους της πόλης που της έχουνε μπεί στο μάτι. Γειτόνους, μαγαζάτορες, κοινούς γνωστούς, δημοτικούς συμβούλους, όλο και κάποιους θα βρεί να θάψει. Όσο τους θάβει και εσύ μένεις σιωπηλός, γνέφοντας μόνο συγκαταβατικά με ένα τυπικό χαμογελάκι σαν το μαλάκα, η κουτσομπόλα σε τσεκάρει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Όχι πως δεν το έκανε τόση ώρα αλλά αυτή τη στιγμή ολοκληρώνει το update.
Kαι μόλις το ολοκληρώσει, μόλις αποκτήσει μια καινούρια ανανεωμένη εικόνα για το πρόσωπό σου και βρεί το νέο αδύνατο σημείο σου, θα σε αποχαιρετήσει με μια ερώτηση που θα σε φέρει πάντα σε δύσκολη θέση. Κάνε το σταυρό σου, απάντα όπως μπορείς καλύτερα, αποχαιρέτα τη και καλό δρόμο.

Το ερώτημα όμως παραμένει αναπάντητο. Γιατί αυτό το είδος να είναι συνήθως χριστιανή και μάλιστα φανατική; Γιατί να είναι πρώτη στη νηστεία, πρώτη στα τρισάγια και στα νεκροταφεία, πρώτη στις γονυκλισίες της Μεγάλης Πέμπτης και σε όλες τις αγιαστούρες; Γιατί να την ακούς πάντα να λέει πρώτη χρόνια πολλά, πρώτα ο Θεός, αμήν Παναγίτσα μου και άλλα παρόμοια; Τι δουλειά έχει η θρησκεία της αγάπης, της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης με αυτόν τον οδοστρωτήρα κακίας, ζήλειας, κουτοπονηριάς και αμάθειας;

Η απάντηση είναι απλή.

Το συγκεκριμένο είδος δεν είναι χριστιανή. Τουλάχιστον όχι τόσο όσο δείχνει. Είναι απλά καθώς πρέπει. Ωσάν μεγίστη κουτσομπόλα που είναι, το πρώτο που επιθυμεί είναι να μην είναι η ίδια αντικείμενο κουτσομπολιού. Γνωρίζοντας επίσης πως κάθε της κίνηση και λέξη δίνει αφορμή για σχόλια, γιατί έτσι σκέφτεται η ίδια, προσπαθεί υπερβολικά να είναι όσο καθώς πρέπει, τυπική και επιφανειακή γίνεται. Μεγαλωμένη σε μια συντηρητική και ψευτοαστική κοινωνία, όπως η δική μας, έχει συνδυάσει την χριστιανική πίστη με το πρέπον, το αρμόζον και το κοινωνικά αποδεκτό.
Ο χριστιανισμός για αυτήν είναι σαν το σεμνό ταγιέρ της και τη μακριά φούστα της μέχρι τον αστράγαλο. Ο χριστιανισμός γι αυτήν ισοδυναμεί με μια πλουσιοπάροχη δουλειά, έναν γάμο, ένα παιδί και μπόλικη προίκα. Όλα όσα πρέπει να γίνουν για να είμαστε κανονικοί. Η θρησκευτική της συνείδηση φτάνει δηλαδή μέχρι το επίπεδο του κοινωνικού φαίνεσθαι και κάθεται εκεί μανιακά.

Εξαιτίας αυτής της μανίας είναι και η πνευματική ταγός του τόπου. Ο κοινωνικός και πνευματικός του καθοδηγητής. Η αρχηγός. Το τέλειο πρότυπο ιδεών, ηθών, εθίμων, αντιλήψεων και συμπεριφορών.

Η πιο δυστυχής ύπαρξη της πόλης.

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Ο κύριος Μασκαράς

Ο κύριος αυτός/κάθε πρωί κάνει το λουτρό του/μέσα στα νερά της νεκρής θάλασσας/έπειτα φορεί ένα πικρό χαμόγελο/για τη δουλειά και για τους πελάτες

(Β'.Ψυχολογία, Γιώργος Σεφέρης)



Ξημερώνει Κυριακή της Ναυπλιώτικης Αποκριάς καλοί μου Ναυπλιώται και λοιποί Αργολιδέοι. Η κορύφωση των εορταστικών εκδηλώσεων του ιστορικού και ενδόξου Δήμου μας έφτασε. Ο ξέφρενος Διόνυσος, θέμα της φετινής μας και πολύ επετυχημένης ομολογουμένως καμπάνιας, σκοπεύει σήμερα να ξεχυθεί στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλεως χωρίς να δείξει κανένα έλεος. Το κέφι αναμένεται να φτάσει στο κόκκινο και γιατί όχι να  το ξεπεράσει. Άλλωστε πολύ συχνά συμβαίνει κάτι τέτοιο στη πόλη μας. Δεν συμβαίνει; Ειδικά μια μέρα σαν κι αυτή. Που κάθε ηθική αναστολή, κάθε κοινωνική καταπίεση και κάθε συμβιβασμός πάει περίπατο και όλοι μας βγαίνουμε μια και μοναδική φορά έξω στη κοινωνία με το αληθινό μας πρόσωπο.

Μια μέρα λοιπόν αλλιώτικη από τις άλλες. Ίσως η καλύτερη μέρα του χρόνου για τον κύριο Μασκαρά.

Ξενυχτισμένος από το βράδυ του Σαββάτου, αλκοολαίματος και μπιτομανής ως είναι, θα σηκωθεί μάλλον αργά. Μετά το μεσημέρι. Θα φτιάξει έναν καφέ δυνατό  για να πάρει δύναμη, θα χαζέψει τα τελευταία νέα μπροστά στο πισί δίνοντας έμφαση σε ζητήματα σεξουαλικού προβληματισμού και θα ξεκινήσει σιγά σιγά να ετοιμάζεται γεμάτος ενθουσιασμό για την μεγάλη έξοδο του Αναπλιού.

Ο κύριος Μασκαράς δεν χρειάζεται πολλά φρουφρού σήμερα. Η μέρα είναι ιδανική για λίγα φτιασίδια. Ένα απλό ρούχο και μια μάσκα στο πρόσωπο. Μια μάσκα είναι αρκετή για να απαλλαχθεί επιτέλους από αυτό το ψεύτικο χαμόγελο που σούρνει όλο τον υπόλοιπο χρόνο δώθε κείθε. Το χαμόγελο της μάσκας του άλλωστε του το αντικαθιστά τέλεια. V for Vendetta. Tί καλύτερο;

Με το που βγαίνει από την πόρτα του σπιτιού του, νά σου ο γείτονας. Καλημέρα. Χρόνια πολλά. Χρόνια πολλά ανταπαντά απαθώς, παρασυρμένος από τον πρώτο ενθουσιασμό της φορεμένης μάσκας ενώ ταυτόχρονα χαζεύει, δίπλα ακριβώς από τα ανυποψίαστα μάτια του εκνευριστικού γείτονα, τα ηδονικά  βυζάκια της νεαράς συζύγου του.

Πολύ μαλάκας ο γείτονας. Πέρα που δεν έχει καταλάβει εδώ και καιρό το κέρατο που τρώει ενώ βοά όλη η πόλη, το παίζει και σπαστικός οικογενειάρχης και πάτερ φαμίλιας της πολυκατοικίας. Τσακώνεται διαρκώς για τα σκουπίδια, την σωστή τήρηση της κοινής ησυχίας, τα κοινόχρηστα, τα πάρκινγκ και ό,τι άλλο του βαρέσει στο κεφάλι. Το παίζει συνετός και σώφρων. Όλοι όμως τον αντιμετωπίζουν με ένα ήπιο χαμογελάκι οίκτου που μερικές φορές ακουμπά τα όρια της ειρωνείας. Ψηφοφόρος της Έλσας για χρόνια, καλά να πάθει στη τελική.

Σήμερα θα κατέβει  στη πόλη με τα πόδια  ο κύριος Μασκαράς. Δεν είναι κανάς μαλάκας. Ξέρει τι τον περιμένει. Τέτοια μέρα νιώθεις πως τα αυτοκίνητα είναι τόσα πολλά που σκαρφαλώνουν στην πλάτη σου. Βέβαια η διαδρομή έχει και την πλάκα της. Με κρυμμένες τις κινήσεις του στόματος, ελέω μάσκας βεβαίως βεβαίως,  μπορεί να ψιθυρίσει από κοντά όσες χριστοπαναγίες θέλει στους ανεκδιήγητους Τσιμεντόβλαχους χωρίς να τον περνάνε για τρελό. Μπορεί επίσης να σχολιάζει ελεύθερα το αργοκίνητο κοπάδι οικογενειών, σογιών και χωριών ολόκληρων που θα κατευθύνεται στη παλιά πόλη. Μπορεί να πλησιάζει χωρίς αναστολές όμορφες κυρίες και να απολαμβάνει για όσο θέλει, από πίσω και από μπροστά, τα σωματικά τους κάλλη. Αν του έρθει, θα πεί και τίποτα. Μαλακία, ξεμαλακία, δεν θα μάθει κανείς ποιος είναι. Και μπορεί να του κάτσει και καμιά εύκολη χαμηλοβλεπούσα της περιοχής.

Έπειτα θα πάει να βρεί την παρέα που έχει κάτσει ήδη για καφέ από νωρίς για να προλάβει στασίδι. Σε κομβικό σημείο πάντα. Βλάχικα, μεγάλος δρόμος, πλατεία συντάγματος. Λόγω των έργων στην Αμαλίας ενδέχεται φέτος μεγαλύτερο στριμωξίδι αυτοκινήτων αλλά κυρίως ανθρωπίνων μαζών. Οπότε ο κύριος Μασκαράς, όπου και να καθίσει, θα έχει πολλούς τόνους ανθρώπινης σάρκας για παρατήρηση και αέναο κοινωνικό σχολιασμό. Γνωστούς, συμμαθητές, γκόμενες, τουρίστες, κωλόβλαχους, κυράτσες, γριές, ενοχλητικά σκατόπαιδα, τα πάντα. Η κουβέντα θα ξεκινήσει με τις σωστές αναλογίες του γυναικείου σώματος, θα συνεχίσει με τους βολεμένους γνωστούς που το παίζουν ιστορία ενώ έχουν φιλήσει κατουρημένες ποδιές για ένα κομμάτι ψωμί, για τους βλάχους που παρατούν τα χωριουδάκια τους για να το παίξουν πρωτευουσιάνοι, για αυτές που δεν μας έκατσαν και φυσικά είναι πουτάνες και θα καταλήξει με το ντέρμπι αιωνίων που ξεκινά σε λιγάκι.

Πραγματικά πολύς κόσμος. Τσάμπα όλη η καμπάνια της γείτονος πόλης με αυτό το εξαιρετικό βιντεάκι και το τρομερό χίτ. Η καρδιά μου στο Άργος χτυπά και μαλακίες. Η καρδιά σου μπορεί να χτυπά στο Άργος φίλε μου, αλλά δυστυχώς πίνει καφέ στο Ναύπλιο.

Ευτυχώς σκέφτεται ο κύριος Μασκαράς την ώρα που καίγεται ο Καρνάβαλος. Ευτυχώς που μερικά πράγματα δεν δείχνουν να αλλάζουν με τίποτα. Τ’ Ανάπλι είναι σταθερή αξία. Σαν τα σεμεδάκια της προγιαγιάς του που του τα άφησε κληρονομιά και προίκα η συγχωρεμένη η μάνα του.

Και μετά Οnirama. Άρτος και θεάματα. Έτσι για να δούμε και μείς οι επαρχιώται ένα πρωτευουσιάνικο συγκρότημα. Να νιώσουμε πως πήγαμε σε μια συναυλία τηλεαστέρων. Να νιώσουμε μοντέρνοι.

Το βραδάκι ξύδια κάπου που να χωράει το μασκοφόρο του χαμόγελο. Μέσα στο θολωμένο ανθρωπομποτιλιάρισμα της ξέφρενης αποκριάς θα τον βρεί το υγρό ξημέρωμα.

Οδεύοντας βιαστικά προς το σπίτι, κάπου στην Ενδεκάτη, στο παγκάκι των παππούδων απέναντι από το προποτζίδικο, θα συναντήσει τον γερό-Διόνυσο ρακένδυτο να του σιγοτραγουδά : «φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις, φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις, φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις, κάτω απ’ τη μάσκα που φοράς, κάτω απ’ τη μάσκα που φοράς»

Ωραίος μασκαράς θα σκεφτεί αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν η γιορτή τελείωσε. Θα βγάλει τη μάσκα του και θα τον χαιρετήσει.



(Το κείμενο γράφτηκε ημέρα Παρασκευή. Αν κάποια γεγονότα ή περιστατικά της ιστορίας δεν πραγματοποιηθούν λόγω βροχόπτωσης, υπομονή. Όλος ο αιώνας μπροστά μας είναι.)