"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Πολιτική του καναπέ

Καθήμενος στον αναπαυτικό καναπεδάκο μου, αυτόν που ζεσταίνω ως γνήσιο τέκνο του τόπου μου χρόνια και χρόνια, νιώθω πανέτοιμος. Έχω παραγγείλει τις πίτσες μου, τα γυροπίτια μου, τα αναψυκτικά και τα πατατάκια μου και ετοιμάζομαι να παρακολουθήσω την μεγάλη, την τρισμέγιστη προεκλογική μάχη για την κατάκτηση του δημαρχιακού στέμματος της πόλης.

Δεν νοείται βεβαίως ναυπλιώτικη παρακολούθηση προεκλογικού αγώνα εκ του καναπέως ή του καφενείου χωρίς να πετάξεις και εσύ την μαλακία σου. Μπορεί να μην γνωρίζεις ούτε τα σύνορα του Δήμου σου. Μπορεί να μην έχεις ασχοληθεί με οποιοδήποτε δημοτικό ζήτημα από τις προηγούμενες εκλογές. Μπορεί να θεωρείς πως η Πρόνοια με τον Συνοικισμό βγάζουν δήμαρχο και να ζείς καμιά εικοσαριά χρόνια πίσω από τις καλλικρατικές εξελίξεις.  Παρόλα αυτά, αν βρεθείς σε παρέα που συζητάει τα δημοτικά, για να το παίξεις κάποιος ή να μην σε πούνε βλάκα, κάτι θα πείς. Θα έχεις μια πρόταση για τις λάμπες, τα σκουπίδια ή το νερό για παράδειγμα, θα ξέρεις κανά κρυφό γκάλοπ, θα πείς κανα παραπολιτικό νέο ή κάποιο κουτσομπολιό για έναν υποψήφιο. Κάτι θα πείς. Η μαλακία θα ειπωθεί έτσι κι αλλιώς. Αυτός είναι ο νόμος, η βαθιά μας πολιτική συνείδηση και το προεκλογικό μας έθιμο. Και πρέπει να τηρείται με αυτόχθονη ευλάβεια.

Της πόλης μου παιδί και εγώ, δεν μπορώ παρά να τηρήσω το έθιμο.

Ο Δήμος Ναυπλιέων λοιπόν είναι θα λέγαμε ένα ζωντανός οργανισμός.  Και όπως κάθε ζωντανός οργανισμός έχει μέσα του το γονίδιο της εξέλιξης. Ο δικός μας οργανισμός βέβαια το έχει  πολύ καλά κρυμμένο αυτό το γονίδιο. Τόσο που σε κάνει να αμφιβάλλεις αν όντως υπάρχει. Ακόμα και να υπάρχει, λες δεν μπορεί. Θα έχει  μουχλιάσει με τόση ακινησία. Θα είναι ένα άνεργο γονίδιο, σαν κι εσένα, που θα περιμένει το πλήρωμα του χρόνου για να εξαφανιστεί. Να το αποβάλει η φύση από μόνη της. Να του πεί, φίλε, δεν χωράς στην Αργολίδα. Δεν έχει άλλη εξέλιξη εδώ. Δρόμο.

Κάτι δηλαδή σαν την σκωληκοειδής απόφυση.

Κανείς δεν ξέρει όμως στ’ αλήθεια. Και όσο ζείς, ελπίζεις. Ελπίζεις να υπάρχει κάπου. Και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να προσπαθείς  συνεχώς μπας και το ενεργοποιήσεις. Και πως ενεργοποιείς την εξέλιξη στην φύση; Με δύο τρόπους. Με καρδιά και μυαλό. 

Από μυαλό δυστυχώς μπατάραμε. Δεν τρέφουμε ελπίδες. Βλέπεις το μυαλό ενός Δήμου δεν είναι τίποτα άλλο παρά το μυαλό των πολιτών του.

Καταλαβαίνεις…Τζίφος η δουλειά.

 Αν περιμένεις δηλαδή να ενεργοποιήσεις γονίδιο εξέλιξης με την βοήθεια του μυαλού των αυτοχθόνων ιθαγενών, καλύτερα να περιμένεις το άγαλμα της ελευθερίας να αντικαθιστά το Μπούρτζι. Έργο Τατούλη θα είναι φαντάζομαι. Μέσω ΕΣΠΑ πάντοτε.

Πάμε στην καρδιά.
Η καρδιά είναι μία και είναι τελείως αφημένη στην τύχη της. Την πνίγει η αδιαφορία. Πάσχει από οξεία ταχυκαρδία, βρίσκεται στην τσίτα και μοιράζει αίμα δώθε κείθε άναρχα και αναποτελεσματικά.

Η καρδιά του Δήμου είναι το Παλιό Ναύπλιο. Το μέρος που του δίνει ρυθμό.

Και όταν αυτό το μέρος δεν είναι κοινότητα, καθημερινότητα και γειτονιά παρά τουριστικές υπηρεσίες και μόνο, τότε ξεκινάει το πρόβλημα. Τότε ο τουρίστας καθορίζει την πόλη, και όχι η πόλη τον τουρίστα της. Τότε χάνεται σιγά σιγά κάθε ιδιαιτερότητά της και καταντά νεκρό μουσειακό είδος. Τότε το γρήγορο χρήμα θολώνει την ατμόσφαιρα. Τότε εξαφανίζεται ολοκληρωτικά από την περιοχή η δυνατότητα αποφάσεων. Μεταφέρεται στην Αθήνα, στην Τρίπολη, στις Βρυξέλλες ή σε μεγάλα τουριστικά πρακτορεία.

Τότε αυτή η πάσχουσα να προλάβει τις εξελίξεις καρδιά, η αγχωτική, για να επιβιώσει, προτιμά να κρατά το περισσότερο αίμα για τον εαυτό της. Και αυτό που περισσεύει να το μοιράζει ελαττωματικά.

Οπότε φτάνουμε και στο ρεζουμέ.

Το παλιό Ναύπλιο πρέπει να επανακατοικηθεί. Να αποκτήσει κατοίκους μπόλικους, γειτονιές και ανάγκες.Να ξαναχτιστούν γκρεμισμένα κτίρια και να κατοικηθούν ερημωμένα.  Θες με επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις και προγράμματα ΕΣΠΑ; Θες με έξτρα κίνητρα γι αυτούς που θα επιλέξουν να ζήσουν στη παλιά πόλη; Τρόποι βρίσκονται. Θέληση να υπάρχει.

Έπειτα  θα αποκτά σιγά σιγά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις βασικών αναγκών και μεταποίησης. Μανάβικα, μπακάλικα και μαστοριλίκια. Καθότι θα υπάρχει ζήτηση. Καθότι θα υπάρχει γειτονιά. Ένας καθημερινός και ζωντανός τόπος επομένως. Γεμάτος φώτα σε κάθε γωνιά, φωνές και ενέργεια.

Και τέλος, θα έρθει κι ο τουρίστας να αφήσει τα ωραία του φραγκάκια. Ποιός δεν θα ερχόταν σε έναν τέτοιο παράδεισο;

Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα έρθει παρέα με το κοπάδι του. Δεν θα έρθει σαν κατακτητής-στρατός των στημένων και πλυμμένων μας οπισθίων. Δεν θα έρθει να συναντήσει επαίτες της φαρδιάς του τσέπης.  Θα έρθει να ζήσει ήρεμα και πολιτισμένα τους ρυθμούς και την ζωή των αυτοχθόνων. Να περιδιαβεί τα σοκάκια τους, να περπατήσει τα αρχαία τους, να αγναντέψει την διαρκή ιστορία τους, να πιει τα ποτά τους και τους καφέδες τους, να φάει και να φχαριστηθεί.

Και επειδή σε μια τέτοια πόλη, όπως είπαμε, δεν θα χωράνε κοπάδια, αγέλες και άλλα βοοειδή, η περισσευούμενη μάζα τουριστοφραγκάτων, που αναμένεται αρκετή, θα διαμοιράζεται αναλόγως και στις ομορφιές του υπόλοιπου Δήμου. Βουνίσιες, θαλασσινές και καμπίσιες ομορφιές.  Η αισθητική και λειτουργική επίδραση της παλιάς πόλης θα  είναι άλλωστε καταλυτική και θα φροντίσει να αναδείξουν και αυτές τα δικά τους πλεονεκτήματα. Πρώτον θα αυξήσει τον ανταγωνισμό, την υγιή άμιλλα μεταξύ των περιοχών και επίσης οι νέοι ρυθμοί της παλιάς πόλης θα εμποδίζουν την κατά κύματα προσέλευση σε αυτήν των πέριξ κατοίκων. Θα τους κρατήσουν  στα μέρη τους και τις κοινότητές τους. Πού θα πάει; Κάποια στιγμή θα τις φροντίσουν.

Ουφ. Την είπα κι εγώ την μαλακία μου. Ησυχία τώρα. Ξεκινάει το σόου…


Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Η κτητική μας αντωνυμία


Το βασικό πρόβλημα της πόλης είναι η υπερβολική χρήση κτητικών αντωνυμιών. Αυτή η λυσσασμένη ιδιοκτησιακή διάθεση του κάθε Ναυπλιώτη με τα πράγματα που του περικυκλώνουν την ζωή.


Μια διάθεση που ξεκινάει με τις ρομαντικού τύπου αναφορές όπως η γειτονιά μου, ο δρόμος μου, το στέκι μου, το σχολείο μου, η παραλίτσα μου και άλλα παρόμοια για να καταλήξει στο εγωπαθές και ατομοκεντρικό πάρκινγκ μου, διαμέρισμά μου, χωράφι μου, αυλή μου μέχρι και δημοτικό κάδο σκουπιδιών μου και ας είναι  τοποθετημένος στην άλλη άκρη του δρόμου.

Οι νοικιάρηδες στις ναυπλιώτικες πολυκατοικίες θα με καταλάβουν. Η συμπεριφορά των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων απέναντί τους φτάνει μερικές φορές τα όρια του παραλόγου. Οι ιδιοκτήτες νιώθουν συχνά πως μέχρι και τα κουμπιά του ανελκυστήρα της πολυκατοικίας τους ανήκουν προσωπικά. Ακόμα και η θέα του μπαλκονιού σου είναι δικιά τους και σου κάνουν χάρη που την απολαμβάνεις. Η λέξη κοινόχρηστο αφορά μόνο αυτούς ενώ εσύ, ο ταπεινός και κατατρεγμένος νοικιάρης, ο χωρίς ιδιοκτησία ανθρωπίσκος, θα πάρεις μερίδιο κοινόχρηστων χώρων μόνο εκεί που περισσεύει ή περιφρονείται από τους κτήτορες του οικοδομήματος που αρκετές φορές θεωρούν τους εαυτούς τους και κτήτορες του δημοσίου δρόμου μπροστά από την πολυκατοικία Τους.

Δεν θα ήταν βεβαίως δυνατόν ένα παγκόσμιο σύστημα ιδιοκτησιακής αποβλάκωσης να άφηνε το μικρό και απολίτιστο Ναύπλιο ανεπηρέαστο. Ειδικά αν σκεφτείς κανείς πως σε αυτήν την άκρη του κόσμου καταφθάνουν γρηγορότερα τα απόνερα και τα απόβλητα του παγκόσμιου πολιτισμού μέσω θαλάσσης παρά οι όποιες πρωτοποριακές ανά εποχή ιδιαιτερότητες μέσω ξηράς ή αέρος.

Με λίγα λόγια είναι απολύτως κατανοητό πως αυτή η μικρή, όμορφη και γραφική κοινότητα έχει παρατήσει εδώ και πάρα πολύ καιρό το συλλογικό εμείς για να παρακμάζει μέσα σε ένα αδιέξοδο εγώ.

Έχουν βοηθήσει και οι μαζάνθρωποι των Αθηνών σε αυτήν την κατεύθυνση. Οι αγαπημένοι μας Τσιμεντόβλαχοι με τα πανέμορφα και πάντα γεμάτα πορτοφολάκια τους. Τα γκρίζα πρόβατα της τουριστικής μας άνθησης. Οι κατακτητές των δρόμων και των σοκακίων της πόλης. Τα πειραματόζωα της τσιμεντένιας ζούγκλας, που μεταφέρουν μαζί τους, όπου κι αν πάνε, την αναίσθητη όψη τους.

Εκτός όμως από τα εξωτερικά ερεθίσματα που βομβαρδίζουν την μικροαστική μας συνείδηση και την βλαχοκίτς τουριστική μας εικόνα, πρέπει να παραδεχτούμε πως από μόνη της η πόλη διαθέτει κάποιες μαγικές ιδιότητες για να εμφυσήσει σε κάθε αυτόχθονα ιθαγενή που πατεί τα κάλλη της, την αντίληψη πως τα πάντα του ανήκουν προσωπικά.

Ο γράφων αποτελεί εδώ και χρόνια θύμα τούτης της μαγείας και αυτή είναι η ιστορία της πρώτης τους συνάντησης.

Ξημέρωνε λοιπόν Κυριακή του Πάσχα κάπου προς τα τέλη της δεκαετίας του 80. Παιδάκι ο γράφων, είχε γευτεί όλες τις προηγούμενες μέρες την συλλογική γιορτή των παθών του Ιησού με αποκορύφωμα την σύναξη στην πλατεία συντάγματος όλου του εκκλησιαστικού ποιμνίου, τοπικού και μη,  για την περιφορά των Επιταφίων. Είχε ακολουθήσει η σαββατιάτικη Ανάσταση με τους έντονους κοινωνικούς της κρότους οπότε η μεγενθυμένη στα παιδικά του μάτια πολιτεία είχε αρχίσει να συνδέεται υποσυνείδητα με τις εκάστοτε κοινωνικές εκδηλώσεις, γιορτές και μαζώξεις. Η πόλη και ο κόσμος ήταν ένα και το αυτό.

Πρωί Κυριακής. Ώρα περίπου 7. Ο πατέρας ξυπνάει τον μικρό γράφοντα για να φύγουν για την παλιά πόλη. Εκεί τους περιμένει ένα περιβόλι που πρέπει να ντυθεί  κατάλληλα για την πασχαλινή και χοληστερινούχα γιορτή όλης της οικογένειας. Πατεράδες, θείοι και ρσενικά ξαδέρφια, ως γνήσιοι ιθαγενείς, είχαν δώσει ραντεβού για να αναλάβουν από νωρίς όλες τις προετοιμασίες. Το κρέας στα μέρη μας είναι αντρική δουλειά. Οι γυναίκες θα ακολουθούσαν αργότερα για τις σαλάτες και τα υπόλοιπα ορεκτικά.

Από το παιδικό κρεβάτι λοιπόν μέχρι το Πί, παρέα με ένα λευκό πεζό 204, δύο λεπτά πρωινός και ηλιόλουστος δρόμος. Δρόμος όμως που για πρώτη φορά στα παιδικά μάτια ήταν τελείως μα τελείως αδειανός. Και μια πόλη έρημη και μόνη. Ούτε ψυχή. Λες και είχε συμβεί μια δροσερή συμφορά που είχε εξαφανίσει από προσώπου γής κάθε ζωντανό πλάσμα.

Φτάνοντας στο Πί, η ερημία, που λέει και ο ποιητής, μεγάλωνε. Η ακίνητη όψη της παλιάς πόλης και η δροσιά του πρωινού δημιουργούσε μια αίσθηση περισσότερο ονειρική παρά πραγματική. Η πόλη ξαφνικά δεν χρειαζόταν τους ανθρώπους της για να υπάρξει. Έστεκε υπέροχα και μόνη της.

Περπατώντας την, μέχρι τον ναό της Αγιά Σοφιάς στα Βραχατέικα, σε γέμιζε ύπουλα και μαγικά την ίδια και την ίδια κτητική μας αντωνυμία. Αυτήν που θα συναντούσες αργότερα σε έναν μοναχικό περίπατο μέχρι τον Φάρο και ενδεχομένως να σου έλυνε όλα τα προβλήματα. Ή ένα κρύο βράδυ καθημερινής του Φλεβάρη στην πλατεία Συντάγματος γύρω στα μεσάνυχτα.

Δική μου.




Αφιερωμένο στον πατέρα μου.

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Ναύπλιο: Με πνεύμα ακίνητο και αυτοκίνητο

(το κείμενο αποτελεί διασκευή του διαφημιστικού δημοσιεύματος της Καθημερινής στις 31 Μαρτίου του 2014 με τίτλο «Ναύπλιο: Mε πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό»)



Η αργολιδιώτικη πρωτεύουσα, η ξακουστή στα πέρατα της οικουμένης Napoli di Romania,  έχει πετύχει τα τελευταία χρόνια να είναι τόπος φιλόξενος τόσο για τους κατοίκους της όσο και για τους επισκέπτες της. Αρκεί βεβαίως αυτοί να της ακουμπάνε τα απαιτούμενα φραγκάκια τους, να μην την βγάζουνε δηλαδή μόνο με μια πορτοκαλάδα και μια χωριάτικη, και να μην συμπεριφέρονται στους δρόμους και τα γραφικά σοκάκια της πόλης τόσο διαφορετικά απ’ όσο το μάτι του αυτόχθονα ιθαγενή έχει συνηθίσει τόσα χρόνια να βλέπει.

Ολόφρεσκα μυαλά, που μόλις κόπηκαν από τα κομμένα δέντρα του πάρκου και ψαρεύτηκαν από τα γάργαρά νερά του λιμανιού , και άξιοι οικοδεσπότες, απόγονοι του Ξένιου Δία,  έχουν διαμορφώσει και προσφέρουν ένα υποδειγματικό τουριστικό προϊόν, έτοιμο προς πάσα χρήση, πώληση ή ενοικίαση.

Η Σούλα, η Καλλιόπη και ο Μπάμπης είναι τρεις νέοι άνθρωποι που, ανεξάρτητα από τις σπουδές και τον πρότερο άνεργό τους βίο, επέλεξαν να ασχοληθούν με τον τουρισμό γιατί οι βουλευτές του νομού σταμάτησαν ξαφνικά να διορίζουν αβέρτα, οι δημοτικοί άρχοντες εξασφαλίζουν πια μόνο συγγενείς και στενούς φίλους και το εμπόριο ναρκωτικών, όπλων και λευκής ή μαύρης σαρκός αποτελεί για την περιοχή κλειστό επάγγελμα.

Κωλοπλένηδες όλοι τους, όπως λέγονται οι κάτοικοι της πρώτης πρωτεύουσας της Ελλάδας, κάποια στιγμή επέστεψαν στα πάτρια και ελέω παρατεταμένης μουργέλας, σαπίλας και καθημερινής μιζέριας που προσφέρει απλόχερα η πόλη, άρχισαν να βλέπουν οράματα από την βαρεμάρα. Ένα τους όραμα έδειχνε τον Χριστό Φαντάρο να φυλάει σκοπιά στο ΚΕΜΧ. Το ΚΕΜΧ είχε μετατραπεί όμως σε κέντρο κράτησης μεταναστών ώστε να μην διαμαρτύρονται άλλο και οι χωροφυλάκοι της πόλης για τις μετακινήσεις τους στην απομακρυσμένη Κόρινθο και να χαίρονται και οι αργολιδαίοι ακροδεξιοί που θα είχαν ένα σταθερό σημείο συνάντησης για να βρίζουν και να προσβάλλουν την ανθρώπινη φύση.

Αφού οραματίστηκαν λοιπόν για μεγάλο διάστημα πώς θα είναι η πόλη όπου θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους,  αποφάσισαν να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους και να γίνουν νέοι και καινοτόμοι επιχειρηματίες.

Ο Μπάμπης σκέφτηκε λοιπόν και έβγαλε μια άδεια υπαίθριας και μετακινούμενης τουαλέτας. Ιδέα αρκετά πρωτοπόρα καθώς η πόλη μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν διέθετε δημοτικές ή δημόσιες τουαλέτες με αποτέλεσμα ο καθείς επισκέπτης να ουρεί ή να αφοδεύει όπου μπορούσε. Μια ιδέα επίσης ιδιαίτερης προσφοράς στην πόλη αφού θα την γλίτωνε μια και καλή από τις δυσωσμίες και τα μικρόβια που χόρευαν σε κάθε της ερημικό σημείο.

Ο Μπάμπης με πνεύμα συνεργατικό και αλληλέγγυο πήρε στην δούλεψή του την Σούλα και την Καλλιόπη. Η Σούλα είχε προυπηρεσία καθαρίστριας και καθάριζε στην εντέλεια την υπαίθρια λεκάνη ύστερα από κάθε χρήση και η Καλλιόπη, πτυχιούχα στην διοίκηση επιχειρήσων, μοίραζε το χαρτί υγείας στους πελάτες και τραβούσε το υπαίθριο καζανάκι. Ο Μπάμπης, ως αυτόχθον αρσενικό, ανέλαβε το δύσκολο έργο του κουβαλήματος  της λεκάνης σε όλα τα σημεία της πόλης. Από πίσω τον ακολουθούσαν οι γυναίκες. Παράλληλα χειριζόταν και μια τηλεφωνική συσκευή για delivery υπηρεσίες ή καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Μια επιχείρηση που αποτελεί πραγματική συμβολή στην αναγέννηση του Ναυπλίου.

Δεν είναι όμως οι μόνοι Κωλοπλένηδες  που αφουγκράστηκαν τις δυνατότητες της διαχρονικά όμορφης και ελκυστικής αργολιδιώτικης πρωτεύουσας. Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά νέων επιχειρηματιών, που ολοένα και μεγαλώνει τα τελευταία χρόνια της κρίσης, και οι οποίοι έχουν βαλθεί να κάνουν την ιστορική Παλιά Πόλη του Ναυπλίου αγνώριστη. Και το σημαντικότερο, χωρίς να επαναπαύονται στο γεγονός ότι ούτως ή άλλως το Ναύπλιο αποτελεί πόλο έλξης για χιλιάδες τουρίστες, και πρωτίστως Τσιμεντόβλαχους ήτοι Αθηνανθρώπους, που το επιλέγουν για μια κοντινή απόδραση, για να ξενογαμήσουν ή επειδή λειτουργούν σαν αγέλη.

Νεροκουβαλητές που προσφέρουν μη καρκινογόνο νερό σε κάθε επισκέπτη, πωλητές φακών για τον νυχτερινό δρόμο της Αρβανιτιάς, μικροπωλητές τουριστικών χαρτών,  γραφεία ευρέσεως πάρκινγκ σε ώρες τουριστικής αιχμής, είναι κάποια από τα δεκάδες καινοτόμα επαγγέλματα που οι νέοι της πόλης έχουν επιλέξει να κάνουν για να δώσουν μια νέα εικόνα στο σύγχρονο Ναύπλιο.

Η σύγχρονη εικόνα της πόλης συμπληρώνεται φυσικά με τα αρχαιολογικά  μνημεία της περιοχής.

Το θέατρο της Επιδαύρο, με την τέλεια ακουστική, βρίσκεται πολύ κοντά, αρκεί να έχετε λεφτά για ταξί ή να πετύχετε την μοναδική ώρα της ημέρας που σας πηγαίνει το ΚΤΕΛ. Οι ιστορικές Μυκήνες επίσης με τρία ολόκληρα δρομολόγια, μετ’επιστροφής παρακαλώ. Το μόνο πρόβλημα είναι πως το λεωφορείο θα σας αφήσει 1.5 χιλιόμετρα μακριά από τον αρχαιολογικό χώρο αλλά μην πτοείστε. Όλα στην ζωή μια περιπέτεια είναι.

Συνεχίζουμε με το Άργος, την αρχαιότερη πόλη του σύμπαντος κόσμου, που πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφτείτε. Πέρα από τους μπόλικους αρχαιολογικούς χώρους, το Άργος διαθέτει και τον τελευταίο ηγέτη-στρατηλάτη διοικητή του πλανήτη, γνήσιο απόγονο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αξίζει να τον γνωρίσετε γιατί είναι από μόνος του μνημείο αλλά μην του πείτε πως μένετε στο Ναύπλιο. Θα παρεξηγηθεί.Τα δρομολόγια εδώ είναι συχνά όπως και για τον αρχαιολογικό χώρο της Τίρυνθας.

Και φυσικά το Ναύπλιο. Το Παλαμήδι με τα 999 σκαλοπάτια που δεν είναι τόσα αλλά δεν πειράζει, το αρχαιολογικό  μουσείο, η παρατημένη στα σκουπίδια Ακροναυπλία και η πανέμορφη καστρονησίδα. Το Μπούρτζι.

Αν το επισκεφτείτε, να προσέξετε που πατάτε και μην πλησιάζετε πολύ κοντά στα τείχη.

Μπορεί να πέσουν και να σας πλακώσουν.

Όχι τίποτα άλλο δηλαδή, αλλά θα αμαυρώσετε και το τουριστικό  ίματζ της πόλης.


Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Νέος συν πλην τριάντα.

Κάθεται ο αυτόχθων νέος, βράδυ Δευτέρας, να χαζέψει την ανεργία του στα τοπικά νέα.

Με την τηλεόραση αποκηρυγμένη εδώ και χρόνια ελέω κρίσης και υπερβολικού μεταδιδόμενου τρόμου και βλακείας δια την καταστολή των μαζών, στρέφεται στον αγαπημένο του υπολογιστή και περιηγείται στο διαδίκτυο.

Νέος, μορφωμένος και περιοπής. Μικροαστός μέχρι αστός. Με την συντηρητική ανατροφή της πόλης. Κοίτα τη δουλειά σου, μη λες πολλά, όλοι βολεύονται και τα σχετικά.

Δουλειά όμως δεν έχει. Άνεργος γάρ αν και μορφωμένος. Με τις ξένες γλώσσες του, τα εγχώρια ή εξωτερικά πτυχία του, τα μεταπτυχιακά του ίσως, τις πρακτικές εργασίες ή υπηρεσίες του και κάτι κουτσομόρια από μια παλιά συμβασιούλα του δημοσίου. Οι γονείς του όμως δυστυχώς δεν έχουν την απαιτούμενη πολιτική ή κομματική δικτύωση και λεφτά στην άκρη για κάποια επιχείρηση δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα.

Νέος συν πλην τριάντα.

Ξάφνου τί βλέπει; Τίτλος γεμάτος ίντριγκα. «Χαμός στο Δημοτικό συμβούλιο Ναυπλιέων (video)». Τίτλος υποσχόμενος ξέγνοιαστες ώρες αντικατάθλιψης. Πατάει κλικ και βλέπει.

Η σκηνή διαδραματίζεται στο δημοτικό συμβούλιο Ναυπλιέων όπου τα πνεύματα ένεκα χαμηλού πνευματικού επιπέδου και προεκλογικού αγώνος είναι οξυμένα. Από τις συνομιλίες καταλαβαίνουμε πως κάτι λεφτά έχουν χαθεί. Μάλλον λεφτά αντιδημάρχου που τα έπαιρνε παρανόμως. Γίνεται έρευνα από τον εισαγγελέα. Ο υπάλληλος του Δήμου όμως έχει καθυστερήσει να στείλει τα απαιτούμενα έγγραφα. Εξ’ού και οι φωνές. Φταίει ο υπάλληλος; Φταίει ο προιστάμενος του υπάλληλου; Οι γνώμες διίστανται.Υποννοούμενα και σπόντες σε γλώσσα αριστοκρατικής τρούμπας. Ο δήμαρχος παίζει αμήχανα με το κινητό του μέχρι που εμφανίζονται στο πλάνο οι 4 αντιδήμαρχοι. Αν προσπαθούσε να περιγράψει αυτούς τους 4 αντιδημάρχους, η λέξη «καλλιεργημένος» και όλες της οι συνώνυμες δεν θα του πέρναγαν ποτέ από το μυαλό. Ο ένας πάντως φώναζε και οι τρείς γελούσαν.

Κάπου εκεί ήταν που το έκλεισε. Θυμήθηκε τις εκπομπές της Αννίτας Πάνια και φοβήθηκε. Δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος για να χαζέψει και να ψηφίσει χρυσή αυγή, σκέφτηκε.

Αυτό που του είχε καθίσει για τα καλά στο κεφάλι όμως ήταν τα λεφτά. Όχι τα φαγωμένα, αν φαγώθηκαν τελικά. Αυτό το είχε συνηθίσει.  Τα νόμιμα τον τρέλαναν. Τα νόμιμα χρήματα αντιμισθίας του κάθε αντιδημάρχου. Ένιωσε πολύ μαλάκας. Τον έπιασε το κόμπλεξ κατωτερότητας. Το αίσθημα ανικανότητας να επιβιώσει αξιοπρεπώς σε αυτή τη ζωή, σε αυτή την πόλη.

Κάτι τύποι με το ύφος του αρχοντοχωριάτη ψηφοθήρα, του ψηφοτσιφλικά, , αποτελούν σημαίνοντα πρόσωπα της κοινωνίας του και πληρώνονται αδρά από την άδεια τσέπη του για το ελάχιστο ή ανύπαρκτο έργο τους.

Βυθισμένος στην πολιτική του απάθεια, μέσα στον ντροπιασμένο του εγωισμό, παρέα με τον φόβο του πολιτικού βόθρου που τον περιβάλει, προς το παρόν δεν σκοπεύει να κάνει απολύτως τίποτα για να αλλάξει την μοίρα της ζωής και της κοινωνίας του. Θα χωνέψει το βραδυνό της μαμάς, θα χαζέψει λίγο στο δίκτυο και θα πέσει για ύπνο.

Για πόσο όμως ακόμα;

Εγώ πάντως, μόνο γι αυτόν γράφω. Οι υπόλοιποι να πάνε να γαμηθούνε.