"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Η κτητική μας αντωνυμία


Το βασικό πρόβλημα της πόλης είναι η υπερβολική χρήση κτητικών αντωνυμιών. Αυτή η λυσσασμένη ιδιοκτησιακή διάθεση του κάθε Ναυπλιώτη με τα πράγματα που του περικυκλώνουν την ζωή.


Μια διάθεση που ξεκινάει με τις ρομαντικού τύπου αναφορές όπως η γειτονιά μου, ο δρόμος μου, το στέκι μου, το σχολείο μου, η παραλίτσα μου και άλλα παρόμοια για να καταλήξει στο εγωπαθές και ατομοκεντρικό πάρκινγκ μου, διαμέρισμά μου, χωράφι μου, αυλή μου μέχρι και δημοτικό κάδο σκουπιδιών μου και ας είναι  τοποθετημένος στην άλλη άκρη του δρόμου.

Οι νοικιάρηδες στις ναυπλιώτικες πολυκατοικίες θα με καταλάβουν. Η συμπεριφορά των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων απέναντί τους φτάνει μερικές φορές τα όρια του παραλόγου. Οι ιδιοκτήτες νιώθουν συχνά πως μέχρι και τα κουμπιά του ανελκυστήρα της πολυκατοικίας τους ανήκουν προσωπικά. Ακόμα και η θέα του μπαλκονιού σου είναι δικιά τους και σου κάνουν χάρη που την απολαμβάνεις. Η λέξη κοινόχρηστο αφορά μόνο αυτούς ενώ εσύ, ο ταπεινός και κατατρεγμένος νοικιάρης, ο χωρίς ιδιοκτησία ανθρωπίσκος, θα πάρεις μερίδιο κοινόχρηστων χώρων μόνο εκεί που περισσεύει ή περιφρονείται από τους κτήτορες του οικοδομήματος που αρκετές φορές θεωρούν τους εαυτούς τους και κτήτορες του δημοσίου δρόμου μπροστά από την πολυκατοικία Τους.

Δεν θα ήταν βεβαίως δυνατόν ένα παγκόσμιο σύστημα ιδιοκτησιακής αποβλάκωσης να άφηνε το μικρό και απολίτιστο Ναύπλιο ανεπηρέαστο. Ειδικά αν σκεφτείς κανείς πως σε αυτήν την άκρη του κόσμου καταφθάνουν γρηγορότερα τα απόνερα και τα απόβλητα του παγκόσμιου πολιτισμού μέσω θαλάσσης παρά οι όποιες πρωτοποριακές ανά εποχή ιδιαιτερότητες μέσω ξηράς ή αέρος.

Με λίγα λόγια είναι απολύτως κατανοητό πως αυτή η μικρή, όμορφη και γραφική κοινότητα έχει παρατήσει εδώ και πάρα πολύ καιρό το συλλογικό εμείς για να παρακμάζει μέσα σε ένα αδιέξοδο εγώ.

Έχουν βοηθήσει και οι μαζάνθρωποι των Αθηνών σε αυτήν την κατεύθυνση. Οι αγαπημένοι μας Τσιμεντόβλαχοι με τα πανέμορφα και πάντα γεμάτα πορτοφολάκια τους. Τα γκρίζα πρόβατα της τουριστικής μας άνθησης. Οι κατακτητές των δρόμων και των σοκακίων της πόλης. Τα πειραματόζωα της τσιμεντένιας ζούγκλας, που μεταφέρουν μαζί τους, όπου κι αν πάνε, την αναίσθητη όψη τους.

Εκτός όμως από τα εξωτερικά ερεθίσματα που βομβαρδίζουν την μικροαστική μας συνείδηση και την βλαχοκίτς τουριστική μας εικόνα, πρέπει να παραδεχτούμε πως από μόνη της η πόλη διαθέτει κάποιες μαγικές ιδιότητες για να εμφυσήσει σε κάθε αυτόχθονα ιθαγενή που πατεί τα κάλλη της, την αντίληψη πως τα πάντα του ανήκουν προσωπικά.

Ο γράφων αποτελεί εδώ και χρόνια θύμα τούτης της μαγείας και αυτή είναι η ιστορία της πρώτης τους συνάντησης.

Ξημέρωνε λοιπόν Κυριακή του Πάσχα κάπου προς τα τέλη της δεκαετίας του 80. Παιδάκι ο γράφων, είχε γευτεί όλες τις προηγούμενες μέρες την συλλογική γιορτή των παθών του Ιησού με αποκορύφωμα την σύναξη στην πλατεία συντάγματος όλου του εκκλησιαστικού ποιμνίου, τοπικού και μη,  για την περιφορά των Επιταφίων. Είχε ακολουθήσει η σαββατιάτικη Ανάσταση με τους έντονους κοινωνικούς της κρότους οπότε η μεγενθυμένη στα παιδικά του μάτια πολιτεία είχε αρχίσει να συνδέεται υποσυνείδητα με τις εκάστοτε κοινωνικές εκδηλώσεις, γιορτές και μαζώξεις. Η πόλη και ο κόσμος ήταν ένα και το αυτό.

Πρωί Κυριακής. Ώρα περίπου 7. Ο πατέρας ξυπνάει τον μικρό γράφοντα για να φύγουν για την παλιά πόλη. Εκεί τους περιμένει ένα περιβόλι που πρέπει να ντυθεί  κατάλληλα για την πασχαλινή και χοληστερινούχα γιορτή όλης της οικογένειας. Πατεράδες, θείοι και ρσενικά ξαδέρφια, ως γνήσιοι ιθαγενείς, είχαν δώσει ραντεβού για να αναλάβουν από νωρίς όλες τις προετοιμασίες. Το κρέας στα μέρη μας είναι αντρική δουλειά. Οι γυναίκες θα ακολουθούσαν αργότερα για τις σαλάτες και τα υπόλοιπα ορεκτικά.

Από το παιδικό κρεβάτι λοιπόν μέχρι το Πί, παρέα με ένα λευκό πεζό 204, δύο λεπτά πρωινός και ηλιόλουστος δρόμος. Δρόμος όμως που για πρώτη φορά στα παιδικά μάτια ήταν τελείως μα τελείως αδειανός. Και μια πόλη έρημη και μόνη. Ούτε ψυχή. Λες και είχε συμβεί μια δροσερή συμφορά που είχε εξαφανίσει από προσώπου γής κάθε ζωντανό πλάσμα.

Φτάνοντας στο Πί, η ερημία, που λέει και ο ποιητής, μεγάλωνε. Η ακίνητη όψη της παλιάς πόλης και η δροσιά του πρωινού δημιουργούσε μια αίσθηση περισσότερο ονειρική παρά πραγματική. Η πόλη ξαφνικά δεν χρειαζόταν τους ανθρώπους της για να υπάρξει. Έστεκε υπέροχα και μόνη της.

Περπατώντας την, μέχρι τον ναό της Αγιά Σοφιάς στα Βραχατέικα, σε γέμιζε ύπουλα και μαγικά την ίδια και την ίδια κτητική μας αντωνυμία. Αυτήν που θα συναντούσες αργότερα σε έναν μοναχικό περίπατο μέχρι τον Φάρο και ενδεχομένως να σου έλυνε όλα τα προβλήματα. Ή ένα κρύο βράδυ καθημερινής του Φλεβάρη στην πλατεία Συντάγματος γύρω στα μεσάνυχτα.

Δική μου.




Αφιερωμένο στον πατέρα μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου