"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Η Τουρκοκρατία που δεν έφυγε ποτέ

Ως Ναυπλιείς, έχουμε την τιμή και την ιστορική δόξα να καυχιόμαστε πως το νεοελληνικό πελατειακό κράτος και παρακράτος (βλ. δολοφονία Καποδίστρια) ιδρύθηκε και θεμελιώθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα μας. Στην πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού βαυαρικού κρατιδίου.

Γιατί μόλις οι ξένες δυνάμεις αποφάσισαν πως τα οικονομικά τους συμφέροντα στηρίζονται καλύτερα μέσα σε μια διαμελισμένη οθωμανική αυτοκρατορία, εδώ, σε τούτα τα ιερά χώματα αποφάσισαν να νομιμοποιήσουν την δίψα μας για ελευθερία.

Εδώ λοιπόν πρωτοφόρεσαν στους τότε αυτόχθονες ιθαγενείς τον άγνωστο σε όλους μανδύα του δυτικού τους κράτους. Εδώ πρωτοκαθάρισαν την γλώσσα μας από τους πολύχρωμους ιδιωματισμούς της και εδώ πρωτοέφεραν την γραφειοκρατική κουστωδία τους. Αυτούς τους πολύ ευγενείς και αριστοκράτες κυρίους που τα ιστορικά βιβλία της εποχής λένε πως οι ντόπιοι αποκαλούσαν «κωλοπλυμένους» λόγο της ιδιαίτερης λευκότητας του δέρματός τους.

Κάπως έτσι φορέθηκε στην πλάτη του νεοέλληνα αυτόχθονα της εποχής ένα κράτος φορεμένο με τη βία, χωρίς προσαρμογή στην τοπική ιδιαιτερότητα, την ελληνική κοινότητα και ιδιοσυγκρασία. Ένα δυτικό κράτος χωρίς να περάσει ευρωπαική αναγέννηση και με έναν κουτσουρεμένο νεοελληνικό διαφωτισμό.

Ένα κράτος που θεωρείται εχθρός μέχρι σήμερα, ένα κράτος πιθηκιζόντων ιθαγενών που διαδέχτηκαν τους πατρόνες δυτικούς στους τρόπους και τα αξιωμάτα και ονομάστηκαν έτσι από κωλοπλυμένοι, κωλοπλένηδες.

Και ενώ το τοπικό προσωνύμιο των ιθαγενών έμεινε μέσα στα κλειστά σύνορα της πόλης, ο πολιτισμικός του αντίκτυπος απλώθηκε ανα τις δεκαετίες σε όλη την ελληνική επικράτεια. Η αριστοκρατική-αστική δηθενιά και σνομπαρία, η ξενομανία και ο πιθηκισμός, η ξερολίαση και η παντογνωσία αποτελούν αναπόσπαστα πλέον κομμάτια της νεοελληνικής παράδοσης. Γιατί τα πάντα ξεκίνησαν εδώ και από εδώ απλώθηκαν σε όλη την χώρα.

Όπως και το πελατειακό μας κράτος. Το λεγόμενο αλισβερίσι ή ρουσφέτι.

Καθώς ο τότε αυτόχθων, μέσα στην απόμακρη και άγνωστη νέα διοικητική οργάνωση του τόπου του, μακριά από τις μέχρι εκείνη την στιγμή κοινωνικές του συνήθειες, καταπιάστηκε πανικόβλητος από το μοναδικό κομμάτι του παρελθόντος που μπορούσε να εξασκήσει και γνώριζε καλά. Το οθωμανικό πελατειακό κράτος.

Κτήμα μας λοιπόν και αυτό. Ναυπλιώτικο κληροδότημα στις γενιές που ακολούθησαν και μάλλον και σε αυτές που ακολουθούν.

Το οθωμανικό πελατειακό κράτος, νόθο παιδί της κοινωνικής συνείδησης και της κοινωνικής ύπαρξης, γιγαντώθηκε μέσα στις δεκαετίες παράλληλα με την παραμορφωμένη μας εικόνα για το δυτικό κράτος.

Εμείς λοιπόν, οι Ναυπλιείς, πιστοί ακόλουθοι των ηθών και παραδόσεων που οι πρόγονοί μας περήφανα πρωτοεφάρμοσαν, συνεχίζουμε μέχρι και σήμερα την οθωμανική μας συνήθεια.

Βουτηγμένοι στο πελατειακό μας κράτος, για να υπάρξουμε κοινωνικά, για να επιβιώσουμε και να σωθούμε, κάνουμε αλισβερίσια, δεχόμαστε ρουσφέτια, συσπειρωνόμαστε γύρω από ισχυρούς-ηλίθιους και γινόμαστε μισοβολεμένα πρόβατα.

Σε αυτές τις δημοτικές εκλογές ολόκληρα χωριά ανήκουν στον έναν ή τον άλλον υποψήφιο δήμαρχο. Στον έναν ή τον άλλον υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο. Ολόκληρα χωριά, γειτονιές και συνοικίες ψηφίζουν με βάση το δούναι και λαβείν, την υποχρέωση και την μελλοντική εξυπηρέτηση. Χωρίς καμία απολύτως πολιτική κρίση και αισθητική. Και φυσικά χωρίς καμία  συλλογική συνείδηση.

Σύγχρονοι αγάδες, μπέηδες και πασάδες αναζητούν και μαντρώνουν γύρω τους γιουσουφάκια και στρατούς προθύμων.

Παντού. Σε όλη τη νεοελληνική επικράτεια. Και φυσικά εδώ. Στη μήτρα του νεοελληνικού κράτους.

Με διθυραμβικά λόγια, κούφιες υποσχέσεις, μεγαλειώδεις εμφανίσεις και επιδείξεις πυγμής και εξουσίας από τη μία και φυσικά μπόλικο πελατειακό παρασκήνιο από την άλλη.

Μην σας ξεγελά η απουσία και η φαινομενική αδιαφορία του κόσμου. Απλώς το μεγαλύτερο μέρος του έργου παίζεται πλέον πίσω από την σκηνή.

Καλό ψήφο σύντροφοι. Ή αλλιώς yhi oy sahabeler!







Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Το Μπούρτζι ως μη τόπος

Ο βασιλιάς της πόλης είναι αναμφισβήτητα το Παλαμήδι. Είναι το πιο επιβλητικό της κομμάτι. Όπου και να σταθείς, το Παλαμήδι θα σε κοιτά πάντοτε από θέση ισχύος. Μια ψυχολογία ανωτερότητας εκ γενετής, ένα αφ’υψηλού συναίσθημα που με μαεστρία κληρονομεί χρόνια τώρα σε κάθε γενιά.

Η σκιά του όμως παραμένει βαριά. Και όταν ο Ναυπλιώτης αντιμετωπίζει τα δύσκολα, αρνείται την μεγαλοπρεπή αυταρέσκεια του Κάστρου και του γυρίζει την πλάτη. Στρέφει λοιπόν το βλέμμα του προς την θάλασσα. Την όση θάλασσα του επιτρέπει ο κλειστός του κόλπος να δεί. Όσο ορίζοντα του έχει οριστεί να αγναντεύει.

Μέσα σε αυτόν τον λίγο ορίζοντα καλείται να λύσει όλα του τα προβλήματα ή να τα ξεχάσει. Είναι σίγουρο πως τόσος ορίζοντας δεν του αρκεί. Δεν θα αρκούσε σε κανέναν.

Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής πέτρας όμως, ένας από τους τελευταίους πολιτισμούς της ιστορίας που στάθηκε αρμονικός με την φύση, έστω αρχιτεκτονικά, δεν τον άφησε αβοήθητο. Του χάρισε μέσα στην μικρή του θάλασσα μια απάτητη καστρονησίδα για παρηγοριά. Έναν μη τόπο.

Ένα μέρος που επισκέπτεται ελάχιστες φορές. Μπορεί και καθόλου. Αν όχι καθόλου, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Όταν ήταν μικρός για παράδειγμα, σε κάποια βαρκάδα με τους γονείς ή όταν ξεναγούσε αργότερα έναν πολυμαθή του επισκέπτη.

Έναν τόπο με ιστορία θανατική, σκληρή και δήμια. Ένα μέρος απομόνωσης, υγρασίας και εξορίας.

Και ενώ παραμένει σχεδόν απάτητο για τους πολλούς, σαν μη τόπος που είναι, το Μπούρτζι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πατρίδας κάθε αυτόχθονα. Όχι επειδή πλαισιώνει μόνιμα την φωτογραφία της ζωής μας. Το Μπούρτζι δεν είναι έτσι αδιάφορα μια όμορφη κορνίζα. Το φόντο μας και μια μαγευτική καρτ-ποστάλ εικόνα.

Είναι ο καλύτερός μας φίλος. Πάντα βέβαια από την απόσταση λίγων και υγρών μέτρων. Μια βουβή και μειλίχια συντροφιά την ώρα της περισυλλογής.

Μέσα στον μικρό και ανεπαρκή ορίζοντα της πόλης.




Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Τα παράθυρα της άνοιξης

Επιτέλους σύντροφοι ήρθε η άνοιξη. Η ζεστή της αγκαλιά και τα μυρωδικά της χάδια πλημμύρισαν τον αέρα της πόλης και οι ξεσηκωτικές της ορέξεις, ακόμα και εδώ, σε αυτόν τον τόπο που λειτουργεί στο pause δεκαετίες τώρα, κινούνται κατά πάνω μας επικίνδυνα και με απρόβλεπτες συνέπειες.



Η άνοιξη βλέπεις αναμπουμπουλιάζει το θυμικό μας όσο η δύναμη τριών πανσελήνων με ανάδρομο Ερμή. Τα πουλάκια τιτιβίζουν ανέμελα, τα λουλουδάκια ανθίζουν, ο πεταλουδίτσος αναζητά την πεταλουδίτσα του, χαίρει η φύσις όλη και τα παράθυρα των Ναυπλιωτών ανοίγουν διάπλατα για να μπορούμε όλοι εμείς να κουτσομπολεύουμε άκοπα τα ενδότερα της οικογενειακής τους θαλπωρής.

Γιατί ο Ναυπλιώτης, όσο κρυψίνους και προληπτικός και να είναι, όσο και να μην θέλει να διαρρέει πληροφορίες για το πρόσωπο ή την οικογένεια του στην κοινωνία προκειμένου να αποφεύγει κουτσομπολιά, γλωσσοφαγίες, γρουσουζιές και άλλα αντικοινωνικά, τόσο αφελής και αφηρημένος γίνεται μόλις τα παράθυρα του σπιτιού του ανοίξουν για να υποδεχτούν τον καλό μας τον καιρό.

Ώρες με μεγαλύτερες αποδόσεις κουτσομπολιού είναι φυσικά τα πρωινά, τα μεσημέρια και τα μεταμεσονύχτια. Ώρες που γενικώς μειώνεται ο θόρυβος του δρόμου και της γειτονιάς, ώρες που ο Ναυπλιώτης χάνει την αίσθηση του πόσο ευδιάκριτα ακούγεται μέσα στην ερημία της πόλης και ξερνάει αφιλοκερδώς όλα του τα μυστικά.

Ο βασικότερος πρωταγωνιστής των δωρεάν ακροάσεων που ομορφαίνουν την ζωή μας δεν είναι άλλος από τη Ναυπλιώτισσα νοικοκυρά-μάνα. Ειδικά όταν φωνάζει στα παιδιά της. Όταν τσακώνεται μαζί τους. Εκεί ακούς όλα τα παράπονα της γυναικός που έχει μαζεμένα στον άντρα της αλλά τα καμουφλάρει μέσα από μητρικές συμβουλές, υστερίες και ουρλιαχτά. Ατακτοποίητα ρούχα ο μικρός στο δωμάτιο, τσαπατσούλης και μπίχλας ο άντρας στο σπίτι. Αδιάβαστος και αδιάφορος ο μικρός, τεμπέλης και άεργος ο άντρας. Ξενύχτης και ρέμπελος ο μικρός, ξεπόρτης και αλκοόλας ο ανήρ.

Έπειτα μιλάει με τις φίλες της στο τηλέφωνο ή το σπίτι. Πολύ χρήσιμες συνομιλίες. Μαθαίνεις όλα τα νέα της γειτονιάς. Νέα που δεν μπορούσες καν να φανταστείς. Που δεν θα άνηκαν ποτέ στην σφαίρα των ενδιαφερόντων σου. Κερατώματα, τσακωμοί, παρεξηγήσεις και τόσα άλλα σου έρχονται κατευθείαν μέσα στα αυτί πίνοντας απλά τον μεσημεριάνο σου καφεδάκο στο μπαλκόνι. Μαθαίνεις και κανά νέο για το σόι της, κανά θαψιματάκι στην κακιά πεθερά, την ζηλιάρα αδερφή και το reality τελειώνει κάπου εδώ επειδή βαριέσαι άλλο τόση Αννίτα Πάνια στην ζωή σου και χωρίς να κάνεις εσύ το ζάπινγκ.

Δεύτερη και πολύ σημαντική κατηγορία. Ο άντρας ο πολλά βαρύς. Ο φαλλοκράτης. Το είδος αυτό ευδοκιμεί πολύ στα μέρη μας και μας προσφέρει αξέχαστες στιγμές οικογενειακών τσακωμών. Όταν η γυναίκα είναι και λιγουλάκι μαζεμένη, ακούς μόνο τον άντρα. Χριστοπαναγίες, καντήλια και  εξαπτέρυγα εκτοξεύονται ανάλαφρα από τα ανοιξιάτικά του παράθυρα και εσύ θες δεν θες απολαμβάνεις το σόου. Ειδικά αν η γυναίκα είναι και αυτή βρωμόστομη, το ενδιαφέρον αυξάνει. Εκεί κυριαρχεί ο διάλογος. Διάλογος τώρα τρόπος του λέγειν. Η ανταλλαγή πυρών θα λέγαμε καλύτερα. Ο ένας κατηγορεί τον άλλον τσιρίζοντας. Μέσα σε αυτήν την αλληκατηγόρια, μέσα στην έκσταση των νεύρων και των φωνών, σου αποκαλύπτουν θολωμένοι όσα περισσότερα προλαβαίνουν. Και εσύ φυσικά καταγράφεις.

Πάμε τώρα στα πιο πικάντικα. Η σεξουαλική ζωή των αυτοχθόνων ιθαγενών. Τον χειμώνα παρακολουθούσες κάποια αγκομαχητά αλλά ήταν κρυμμένα πίσω από τους τοίχους και τα πατώματα. Τώρα, με τα παράθυρα διάπλατα, οι ήχοι εμφανίζονται ανάγλυφοι και καθαροί. Εντοπίζεις άμεσα το σημείο προέλευσης και ακούς με ενδιαφέρον την βιοποικιλλία των οργασμικών ήχων, των τριξιμάτων των κρεβατιών και φυσικά των επικών φράσεων που οι αυτόχθονες ιθαγενείς συνηθίζουν να λένε τελώντας την αναπαραγωγική πράξη. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που σε κάνουν να νιώθεις περήφανος για τον τόπο σου. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που νιώθεις πως ο Κολοκοτρώνης ζεί ξανά στα μέρη μας και θα μας ελευθερώσει και πάλι. Ειδικά τώρα που ξανακάθισε στον θρόνο του!

Περιπτώσεις και παράδειγματα υπάρχουν ακόμα άπειρα. Τόσα που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν η λεγόμενη ιδιωτικότητα επιτυχγάνεται καλύτερα εκτός παρά εντός των ντουβαριών.

Γιατί είμαστε ωραίοι ως αυτόχθονες σύντροφοι. Ας το παραδεχτούμε. Σουλατσάρουμε πέρα-δώθε στην πόλη υποκρύπτοντας τα πιο ενδόμυχά μας μυστικά με όπλο τα ρούχα μας τα καλά, το στυλάκι μας το δημοσιοσχετίστικο, το σοβαροφανές και μη μου άπτου υφάκι μας, την μικροαστική μας κανονικότητα και την αφ’υψηλού αντιμετώπιση όλων των πραγμάτων.

Μέχρι βεβαίως να εμφανιστεί η άνοιξη με τα ανοιχτά της παράθυρα. Και έτσι ήσυχα και διακριτικά να μας ψιθυρίσει στο αυτί το γνωστό ρητό: «Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον σύντροφοι. Και δή τον ήλιον τον ζεστόν».