"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Η καλοκαιρινή εκδίκηση του Ναυπλιώτη

Κάθεται ο Ναυπλιώτης και διαβάζει στα ιντερνέτια που συνεχώς βολοδέρνει γιατί δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει και το ίδιο κάνουν επίσης και όλοι οι υπόλοιποι γύρω του, πως φέτος το καλοκαίρι, το 75% των Ελλήνων, δεν πρόκειται να πάει διακοπές λόγω οικονομικής στενότητας.

Και ξαφνικά, όλως παραδόξως, ένα σαρδόνιο χαμόγελο ξεγλιστρά στο πρόσωπό του.

Ένα χαμόγελο γεμάτο ειρωνικά σχόλια, κοροιδευτικές ατάκες και μια ύπουλη ευχαρίστηση.

Αυτό που μεσολάβησε μέσα στα χιλιοστά του δευτερολέπτου από την στιγμή που είδε την είδηση μέχρι τη στιγμή που το πικρόχολο χαμογελάκι σχηματίστηκε στη φάτσα του, είναι πολύ απλό.

Ο αυτόχθων ιθαγενής, άφραγκος αλλά υπεράνω ως είθισται, περνάει με μια γρήγορη ματιά τον τίτλο της είδησης.  Αναγνωρίζει τάχιστα το βασικό σημαινόμενο του γεγονότος που είναι η οικονομική κατάντια όλων των πολιτών, και του ιδίου βεβαίως, και τότε τον πιάνει η ανασφάλεια. Θα προσπαθήσει να ξεφορτωθεί ακαριαία αυτή την εικόνα  κατάντιας από πάνω του γιατί πρώτον δεν του είναι και ιδιαίτερα ευχάριστο να συνειδητοποιεί στα καλά του καθουμένου πως είναι μαλάκας και γενικώς η αυτοκριτική δεν είναι και το αγαπημένο του σπορ. Ειδικά σε  μέρες μουντιαλικής αποχαύνωσης.

Έτσι βρίσκει την πιο πρόχειρη δικαιολογία που σέρνεται μέσα στο κεφάλι του. Μια δικαιολογία που θα τον βγάλει  έξω από αυτήν την δυστυχή μάζα των τριών τετάρτων του πληθυσμού.

Σκέφτεται λοιπόν ο δαιμόνιος στον ωχαδερφισμό κάτοικος, πως ενώ ούτε ο ίδιος μπορεί να πάει διακοπές, για καλή του τύχη δεν είναι στην ίδια μοίρα με όλους τους υπόλοιπους. Δεν ανήκει βέβαια στο άλλο 25% που μπορεί, αλλά τουλάχιστον ζεί και ενίοτε εργάζεται σε ένα ήδη τουριστικό μέρος, πόλο έλξης χιλιάδων τουριστών από όλο τον κόσμο. Στο όμορφο και γραφικό Ναπλάκι. Το ένδοξο και χιλιοτραγουδισμένο.

Τί να της κάνει τις διακοπές επομένως όταν κάθε καλοκαίρι οι ίδιες οι διακοπές έρχονται και του χτυπάν την πόρτα; Άλλωστε αυτός δεν ήταν και ο βασικός λόγος που διάλεξε να ζήσει εδώ; Μπορεί η πόλη να προσφέρει και άλλες ανέσεις, όπως μικρές αποστάσεις, ήρεμη οικογενειακή ζωή, όμορφο περιβάλλον, συναισθηματικές εξαρτήσεις με το παρελθόν, μειωμένη εγκληματικότητα και άλλα παρόμοια αλλά το καλοκαίρι ήταν ο κύριος ρυθμιστής της απόφασής του να γίνει μόνιμος κάτοικος. Κάθε καλοκαίρι η θολούρα του καύσωνα, οι επισκέπτες, η κίνηση, η κοντινή δροσιά της παραλίας τον παρέσερνε ολοένα και περισσότερο στην απόφαση να μην εγκατελείψει αυτό το μέρος. Κάθε καλοκαίρι του δημιουργούσε την ψευδαίσθηση του κοσμοπολιτισμού και της ζωντανής πόλης.

Και στο κάτω κάτω της γραφής τσάμπα έφαγε τόσα χρόνια χειμωνιάτικης μιζέριας; Τσάμπα ζεί εδώ και χρόνια ολόκληρους μήνες ανελέητα βαρετής καθημερινότητας; Τσάμπα οι βραδινές βόλτες του Φλεβάρη παρέα μόνο με τις γάτες και τους σκύλους της πόλης; Τσάμπα οι ίδιοι και οι ίδιοι άνθρωποι, τα ίδια βήματα, οι ίδιες χαιρετούρες, τα ίδια στέκια με τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια ακόμη ποτά στα χέρια; Τσάμπα τόσα ξενέρωτα καρναβάλια, γιορτές, παρελάσεις και σαββατοκύριακα γεμάτα Τσιμεντόβλαχους κι ολόκληρα χωριά;

Έφτασε επιτέλους και γι αυτόν η ώρα της ανταμοιβής. Εκεί που όλοι οι άλλοι θα καίγονται μέσα στα τσιμεντένια κλουβάκια τους, παρέα με οικολογικά κλιματιστικά χαμηλής ενέργειας και κρύα ντους, εκεί που θα στριμώχνονται κάθε πρωί σε τραπεζικές ουρές για λίγα περισσότερα δευτερόλεπτα δροσιάς, αυτός θα απολαμβάνει ανέξοδα όλα τα καλά του τουριστικού του παραδείσου αποτέλεσμα της πάλαι ποτέ «σοφής» επιλογής του να μείνει για πάντα μόνιμος κάτοικος Ναυπλίας.

Οι άλλοι ας πρόσεχαν…

Και τότε, όλως λογικώς, ένα σαρδόνιο χαμόγελο ξεγλιστρά στο πρόσωπό του.



Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Ζητούνται νεαροί και νεαρές

Ζητούνται νεαροί και νεαρές, αυτόχθονες ιθαγενείς, ανεξαρτήτου σωματότυπου, εκπαιδευτικού ή κοινωνικού επιπέδου, ομάδας, θρησκείας και ιδεολογικής ταυτότητας για να συμπληρώσουν την εθνική λίστα αξιοποίησης ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου.

Οι νεαροί και οι νεαρές θα έχουν την ευκαιρία να προσφέρουν τους εαυτούς τους, σε τιμή διαπραγματεύσιμη και με ευκολίες πληρωμής, στο κάθε ιδιώτη ενδιαφερόμενο που θα θελήσει να επενδύσει στο μέλλον και την ανάπτυξη του τόπου μας.

Απαραίτητα προσόντα για τους ενδιαφερόμενους είναι μόνο η μακροχρόνια ανεργία, το αράχνιασμα, η μούχλα, η πνευματική και σωματική εγκατάλειψη εκάστου, η έλλειψη αξιοπρέπειας και αυτοπεποίθησης, η καναπεδοποίηση  και η εγκατάλειψη της ψευδαίσθησης μιας μόνιμης εργασίας.

Επιπλέον μόρια προσφέρουν δικαιολογητικά ανθιυγεινής ζωής, μακροχρόνιας βόλτας στις παλιές καλές μυρωδιές του λιμανιού, στη σκουπιδένια παραλία της Καραθώνας, στις εισπνοές του χειμερινού πυρήνα και στην πόση του νερού της περιοχής.

Η ανθιυγεινή ζωή του υποψηφίου επιβραβεύεται με περισσότερα μόρια καθώς ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας κάνοντας πιο ευτελές άρα και φθηνότερο το προιόν αγοράς.

Μετά την αποστολή βιογραφικών και των απαραίτητων δικαιολογητικών οι επιτυχόντες (αλλά μη διοριστέοι) θα δώσουν συνέντευξη σε επιτροπή ειδικών τεχνοκρατών για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχουν συνείδηση της ανικανότητάς τους, της αντιπαραγωγικής προς το παρόν στάσης τους και της αναπτυξιακής πια νομιμοφροσύνης τους.

Οι επιτυχόντες της συνέντευξης θα ορίζονται και διοριστέοι στις όποιες υπηρεσίες του εκάστοτε ιδιώτη-αγοραστή τους και θα απολαμβάνουν δύο γεύματα ημερησίως άνευ πρωινού, μηνιαία δωρεάν κόμμωση, μια δωρεάν επίσκεψη σε νοσοκομείο της περιοχής, μία επίσκεψη το χρόνο σε οδοντίατρο και μια επιδότηση ενοικίου για διαμέρισμα μέχρι 50τμ.

Οι υπηρεσίες που θα προσφέρουν ορίζονται μόνο από τον ιδιοκτήτη τους και θα αναγράφονται αναλυτικά στην σύμβαση της αγοραπωλησίας.

Στόχος της ακριβούς αναγραφής των υποχρεώσεων του κτήματος ( νεαρού ή νεαρής) είναι η ενημέρωσή τους και η νομική προστασία των επενδυτών από αυθαίρετες και ανεύθυνες συμπεριφορές των κτημάτων τους όπως για παράδειγμα κάποιος μελλοντικός στασιασμός τους.

Με το νόμο 3896/2011 το δημόσιο απεκδύεται κάθε δικαιώματος πάνω στους επιτυχόντες και διοριστέους οι οποίοι, για την δική τους πια προστασία και ανάπτυξη,  δεν θα μπορούν ποτέ ξανά να αναμεταβιβαστούν στους πρώην αντιπαραγωγικούς εαυτούς τους.

Σε περίπτωση που δεν συμπληρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός υποψηφίων θα ακολουθήσει κλήρωση από τα μητρώα ανέργων της πόλης.

Αποστολή βιογραφικών και δικαιολογητικών στην διεύθυνση Κολοκοτρώνη 1 και Σταδίου, 10562, Αθήνα, ΤΑΙΠΕΔ.



Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Μικροαστική καταστροφή

Σε μια παιδική χαρά της πόλης, κυρία μιας κάποιας ηλικίας, μεσήλιξ και άνω, κουνά μηχανικά το γοννάκι της στις μικρές κούνιες. Το μάτι της πότε χάνεται στο κενό της κούρασης και των οικιακών υποχρεώσεων πότε κόβει σαν τον αετό κάθε κινούμενο ον πέριξ της παιδικής χαράς. Καθότι η μεσήλιξ, λόγω των συχνών επαφών της με την επίπεδη πραγματικότητα των ενημερωτικών θεαμάτων, ξεχνά μερικές φορές πως ζεί σε μια επαρχιακή ακρούλα του τίποτα και θεωρεί φοβισμένη πως γύρω της είναι το Σικάγο του 1920.


Είναι και που πηγαίνει πάντοτε πρώτη στην παιδική χαρά και για κάμποση ώρα είναι μόνη της. Αυτή και το γοννάκι. Δεν το αλλάζει το πρόγραμμα όμως. Τώρα που άνοιξε και ο καιρός, λίγο μετά το μεσημέρι, εκεί που ο πρώτος ίσκιος σκάει στην πρώτη κούνια, κατεβαίνει με καμάρι από το σπίτι και επιδεικνύει το εγγόνι σε όλη τη γειτονιά. Σε όλες τις γειτόνισσες που θα αρχίσουν σιγά σιγά να ξεπροβάλλουν στα μπαλκόνια για να χαρούν το δροσερό απόγευμα.

Μπορεί να άργησε η κόρη της να κάνει οικογένεια αλλά την έκανε. Μπορεί όλη η γειτονιά να κρυφοψυθίριζε τον κολασμένο της βίο αλλά τώρα δεν έχουν πια κανένα δικαίωμα να ομιλούν και να κρίνουν. Η κόρη μπήκε επιτέλους στην σφαίρα του κανονικού. Βρήκε ένα καλό κι εργατικό παιδί, σταμάτησε τις πολλές εξόδους και νοικοκυρεύτηκε. Το γοννάκι που ίπταται κάθε απόγευμα στις κούνιες είναι η τρανή απόδειξη.

Μέχρι να γίνουν όλα αυτά όμως, η μεσήλιξ είχε περάσει πολλές πίκρες. Η κόρη βλέπεις, είχε βγεί παλαβιάρα και θηρίο ανήμερο. Όμορφη κοπέλα. Δεν ήθελε να σπουδάσει και δεν σπούδασε. Με το που τελείωσε το Λύκειο το έριξε στην dolce vita.
Kάτι μικροδουλίτσες για να βγαίνουν μεροκάματα και να μην γκρινιάζουν στο σπίτι και ύστερα όλο φρουφρού κι αρώματα. Είχε και την ατυχία να ζήσει μέσα στον παροξυσμό του βλαχοlifestyle που είχε αγγίξει για τα καλά και το Ναύπλιο και τα μυαλά της φυσάγανε όρτσα. Η αλήθεια είναι πάντως πως με την ομορφιά της είχε σαγηνεύσει όλον τον αντρικό πληθυσμό της περιοχής. Τα καλύτερα και πιο καλοαναθρεμμένα παιδιά της πόλης την ποθούσαν. Παιδιά δικηγόρων, γιατρών, αρχιτεκτόνων και διαφόρων μεγαλοσχημόνων της πόλης. Και αυτή βέβαια δεν μπορούσε να τους αντισταθεί. Ήταν οι καλοί τρόποι της οικογενειακής τους ανατροφής και η ωραία ζωή που την έλκυαν. Μόλις η σχέση όμως διαρκούσε κατιτίς παραπάνω, τα καλοαναθρεμμένα μπουμπούκια δέχονταν όλο και μεγαλύτερη την πίεση του κοινωνικού και οικογενειακούς τους στάτους. Είναι φτωχή, δεν έχει μία, σε εκμεταλλεύεται, δεν έχεις μέλλον, δεν είναι του επιπέδου σου και άλλα παρόμοια. Και τα μπουμπούκια σιγά σιγά έβλεπαν από τη μία την εξωτερική της ομορφιά και από την άλλη τα οικονομικά τους συμφέροντά  και την γλεντούσαν μόνο με ημερομηνία λήξης. Σαν το άπαχο γαλατάκι που έπιναν στο δημοτικό. Αυτή στεναχωριόταν, τα έβαφε για λίγο μαύρα αλλά ήθελε πολύ να μπεί στην υψηλή κοινωνία της πόλης, πείσμωνε και συνέχιζε στον επόμενο στόχο. Και ο χρόνος όμως συνέχιζε, αδίστακτος.

Η μεσήλιξ κυρία, βλέποντας τα καμώματα της κόρης και τους ψιθύρους που απλώνονταν ολούθε, προσπαθούσε να την βολέψει σε μια δουλειά. Να αποκτήσει έναν μισθό σταθερό και μια ασφάλεια στη ζωή της. Κι ίσως τότε της καθόταν κανένας από δαύτους τους αστούς ή έστω ένας του υπαλληλικού της επιπέδου. Αλλά ήταν άτυχη. Διάλεγε πάντα τους υποψηφίους άρχοντες που δεν εκλέγονταν και είχε και το ελάττωμα να φανερώνει προεκλογικά με πάθος τις προτιμήσεις της για να δείχνει στον εκάστοτε υποψήφιο την πιστή της υποταγή. Οπότε ο νικητής πάντοτε την αγνοούσε. Και ο χρόνος συνέχιζε αδίστακτος.

Μέχρι που βρέθηκε αυτό το καλό παιδί, σαν από μηχανής θεός, και ξεστραβώθηκε και την πήρε. Άνεργη, απένταρη, λιγότερο όμορφη πια, με μόνη  προίκα ένα οικοπεδάκι στη Νέα Πόλη που το ζευγάρι σκοπεύει σχετικά γρήγορα να το χτίσει και να το κάνει το νέο του σπιτικό.

Δεν αντέχεται άλλο η ζωή στη πολυκατοικία μαζί με την μεσήλικα κυρία. Άσε που πλέον έχουν αρχίσει και μένουν στα γύρω διαμερίσματα αλλοδαποί και κάτι τέτοιο τους φαντάζει πολύ υποτιμητικό. Μένουν λοιπόν ακόμα εκεί από ανάγκη. Δεν έχουν λεφτά, ούτε καν δουλειά και το οικόπεδο που σκοπεύουν να χτίσουν έχει καταπατηθεί από τον Δήμο Ναυπλιέων που πεζοδρόμησε τον χώρο, ως συνήθως, εκτός σχεδίου.

Έχουν κάνει αίτηση στην τεχνική υπηρεσία να έρθει να γκρεμίσει το πεζοδρόμιο για να μην χάσουν ούτε τετραγωνικό. Και μόλις πουληθεί και η Ακροναυπλία και γίνει τουριστικά θέρετρα έχουν κανονίσει μέσω ενός γνωστού από τώρα δουλειά. Ο άντρας ειδικά έχει μεγάλη πείρα και προυπηρεσία στον τουριστικό τομέα και η θέση θεωρείται ήδη πιασμένη.

Ένα στεγαστικό δανειάκι θα τους λείπει μονάχα και η ευτυχία τους ξεκινάει.

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Της πόλης τα σκυλιά

Εξέχουσες προσωπικότητες αδεσπότων, με ιδιαίτερο ύφος, οξύ πνεύμα και τελείως προσωπικό στυλ έχουν σουλατσάρει στους δρόμους, τα πάρκα, τις πλατείες και τα σοκάκια αυτής της πόλης. Για όσο έχουν προλάβει να ζήσουν μέσα στους κινδύνους του επαρχιακού μας άστεως και των δηλητηρίων του, έχουν σημαδέψει χρόνους, τόπους και ανθρώπους. Πρόκειται όμως για το πιο αδικημένο είδος στην μακραίωνη ιστορία της πόλης. Κανένα ιστορικό βιβλίο δεν τα αναφέρει. Κανένα λεύκωμα, καμία ιστορία ούτε κάποιο μνημείο υπάρχει για χάρη τους. Η παρουσία τους στη πόλη μοιάζει λίγο με την τέχνη του θεάτρου. Πράξη ζωντανή αλλά παροντική και φευγαλέα. Μόνο οι θεατές ως αυτόπτεις μάρτυρες γνωρίζουν. Και κάθε χρόνος, κάθε εποχή και σημείο της πόλης έχει διαφορετικούς αυτόπτεις μάρτυρες και διαφορετικούς τριχωτούς πρωταγωνιστές.

Ο Έκτορας

Αλήτης μέγας. Ένα κόκερ κανελί με την κωδική ονομασία «κουτσομπόλης», πιστός στα ήθη της περιοχής. Βρισκόταν παντού και πάντα. Γνώριζε όλο τον κόσμο και τον γνώριζε και αυτός. Η έδρα του ήταν η συνοικία Κούρτη αλλά η ακτίνα δράσης του απλωνόταν σε όλη τη πόλη. Μανιακός ερωτιάρης την έστηνε κάτω από σπίτια όμορφων θηλυκών κατοικιδίων τις δύσκολες μέρες του χρόνου που μύριζε αναπαραγωγή. Αν ζούσε παλιότερα θα ήταν επίτιμο μέλος στα Καμάκια Ναυπλίου. Ήταν όμως και θαρραλέος. Σουλατσάροντας πέρα δώθε ενοχλούσε τα στέκια των άλλων αδεσπότων και δέχονταν συνεχώς άγριες επιθέσεις. Δεν μασούσε όμως. Πουλούσε για λίγο τσαμπουκά, γινόταν τουλούμι στο ξύλο και τα δαγκώματα και συνέχιζε αγέρωχος. Κύριος πιστός σε όποιον ακολουθούσε στη βόλτα του και πανέξυπνος. Μόλις του έδινες εντολή βούταγε για μπάνιο στη θάλασσα ή σε κάθε λασπωμένη λακούβα. Ανέβαινε σε αυτοκίνητα και μηχανάκια, κανονικός συνοδηγός και φίλος. Πέθανε από φόλα κατοίκου, μια Κυριακή πρωί του 2007 και τον μάζεψε το σκουπιδιάρικο του Δήμου.

Ο Σπύρος 

Ο Σπύρος ζεί στις μέρες μας. Είναι αυτός ο μαυροκαφές κεφάλας που λειτουργεί πολλές φορές σαν χαλάκι εισόδου στο Σίρκουλο, τον Μαύρο Γάτο και το Δίκυκλο. Την στήνει εκεί κουλουριαστός και αραχτός και από πάνω του μπαινοβγαίνει όλο το μαγαζί. Σπανίως ενοχλείται και συνεχίζει αδιάφορος τον ύπνο του. Τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια στο Μεγάλο Δρόμο, καθήμενος σε μια καρέκλα όταν με πλησίασε και άρχιζε να τρώει διακριτικά από πίσω μου τις κλωστές του μπουφάν μου. Το έκανε σε όλο τον κόσμο. Κάποιοι τον έδιωχναν και κάποιοι το διασκέδαζαν. Αυτός πάντως ήταν ο τρόπος επικοινωνίας του στη πρώτη γνωριμία. Ερωτιάρης και αυτός, αλλάζει γειτονιά και στέκια ανάλογα με τον ερωτικό του στόχο. Προτιμά φυσικά της καθωσπρέπει κυρίες των ναυπλιώτικων σαλονιών. Εθεάθη πριν από κανά χρόνο να λιμοκτονεί έξω από ένα σπίτι κοντά στην Αγίου Ανδριανού περιμένοντας ένα απλό σινιάλο από την αγαπημένη του. Κάποιους που ρώτησα θυμούνται τον Σπύρο να αράζει στη γωνία της μπάρας του «Λυρικόν» το 2004 και οι θαμώνες να το φωνάζουν την μέρα του τελικού του Γιούρο για να μας φέρει γούρι. Βασικό χαρακτηριστικό του, πάντοτε ήρεμος.

Το τυφλό σκυλί

Αγνώστου ονομασίας, θηλυκού γένους, πρόκειται για μια εξαιρετική φυσιογνωμία της πόλης. Κυκλοφορούσε και ζούσε γύρω από την πλατεία Συντάγματος στις αρχές του αιώνα. Επιβίωνε λογικά εξαιτίας των ταβερνών της Σταικοπούλου και κάποιων φιλόζωων παλιοναυπλιωτών. Ολοκληρωτικά τυφλό, σπάνια εμπιστευόταν τον κόσμο.
Σε πλησίαζε μόνο αν ένιωθε σίγουρο για τις αγνές σου προθέσεις. Το να σε πλησιάσει για να την χαιδέψεις επομένως ήταν ένα δώρο του σύμπαντος στο πρόσωπό σου. Αποτελούσε μεγάλη τιμή και προκαλούσε συγκίνηση. Για το τέλος της δεν γνωρίζω. Εύχομαι να ταξίδεψε στην ώρα της.

Η χούλιγκαν

Θηλυκού γένους, δυστυχώς κατόπιν έρευνας αγνώστου ονόματος. Ίσως Λίζα ή Μπέτυ. Κυρία της πλατείας Συντάγματος και αυτή με ένα ειδικό χάρισμα. Έτρωγε βαρελότα χαμηλής έντασης και αγριεύοταν με τις σπιρτάδες. Τις πλησίαζε, τις γαύγιζε ανελέητα μέχρι που αυτές έσκαγαν σχεδόν δίπλα από το πρόσωπό της. Έπειτα συνέχιζε την βόλτα της περιμένοντας το επόμενο βαρελότο. Είτε να το φάει είτε να το μαλώσει. Φήμες λέγανε πως η χούλιγκαν θα επιβίωνε μαζί με τις κατσαρίδες σε περίπτωση πυρηνικού ολοκαυτώματος.

Ο τρενάκιας

Θύμα της φόλας ο δόλιος, άφησε εποχή στη πόλη με τη μανία του να ακολουθεί τα δύο τουριστικά τρενάκια της παραλίας. Άσπρος κόπρος με μαύρες κηλίδες, όταν δεν είχε δρομολόγιο, σύχναζε τα πρωινά έξω από το Λύκειο και είχε γίνει μασκότ της μαθητικής νεολαίας. Στη πιάτσα ήταν γνωστός και ως Αλφ ή Πέτρος.

Η Σταρ

Κυρία και αυτή τον ημερών μας. Μάλλον την φωνάζουν Λίζα. Πρόκειται για την κυρία της φωτογραφίας. Γνωστή για το απλωτό της άραγμα τ’ανάσκελα σε κάθε πλατεία της πόλης. Από δίπλα της περνάει πλήθος κόσμου, ντόπιοι και τουρίστες που την φωτογραφίζουν. Όπου και να αράξει γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Πιστεύω πως κατά βάθος αυτό επιδιώκει. Είναι λιγάκι ψώνιο και κάθε κλικ του φακού δείχνει να το απολαμβάνει. Μια αυθεντική σελέμπριτι της πόλης.


Και ο μακρύς κατάλογος των πρωταγωνιστών μας δεν έχει τελειωμό. Καθένας στο δρόμο, τη γειτονιά και τα στέκια του έχει τους δικούς του ήρωες και ατελείωτες ιστορίες να διηγείται γι αυτούς. Ίσως μια μελλοντική συστηματική καταγραφή αυτών των πλασμάτων θα είχε ενδιαφέρον. Γιατί λένε πως τα κατοικίδια ζώα αποκτούν πάντα τον χαρακτήρα των αφεντικών τους. Άρα τα αδέσποτα αποκτούν τον χαρακτήρα όλης της κοινωνίας που τους περιβάλλει.

Αφού λοιπόν αρνούμαστε πεισματικά να ψάξουμε τους εαυτούς μας, ας μάθουμε τουλάχιστον κάτι μέσα από τον χαρακτήρα των αδέσποτων σκύλων της ναυπλιώτικης ιστορίας.

Και για να μην το ξεχάσω: Φόλα στους δολοφόνους, βασανιστήρια στους βασανιστές και σκατά στους σκατόψυχους.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Για τους αυτόχθονες ιθαγενείς που δίνουν Πανελλήνιες

Να είσαι έφηβος και να ζείς σε μια πόλη σαν και αυτή και στην ευρύτερη περιοχή της Ναυπλίας, δεν μπορείς να πείς πως είναι και το καλύτερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί.


Φυσικά υπάρχουν και χειρότερα. Φυσικά οι μνήμες που θα κουβαλάς στο μέλλον, οι μυρωδιές, οι παρέες, τα σκηνικά, τα σημεία συνάντησης, τα αράγματα και όλα τα τοπία θα αποπνέουν πάντοτε μια νοσταλγία και ένα γλυκό άρωμα.

Παρόλα αυτά, το να είσαι έφηβος σε αυτή την πόλη δεν σε κάνει τίποτα περισσότερο από ένα μικρό βλαχάκι σε μια υποανάπτυκτη ακρούλα της ελληνικής επικράτειας.

Θέλεις δεν θέλεις, μεγαλώνεις μεν σε ένα εξαιρετικό γεωγραφικό περιβάλλον αλλά ταυτόχρονα μαθαίνεις, αναπτύσσεις και αναπαράγεις όλα τα κακώς κείμενα των ενήλικων ταγών σου και της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της πόλης σου. Θέλεις δεν θέλεις λοιπόν είσαι μια εξελισσόμενη μικρογραφία δεκάδων ελαττωμάτων.

Τα μαγαζιά που μπορείς να επισκεφτείς για να ακούσεις κάτι ιδιαίτερο είναι ελάχιστα. Τις περισσότερες φορές λοιπόν που θα βγείς θα ακούς mainstream ήχους με mainstream-τουριστικές αισθητικές. Μια σκυλοποπ μαλακία, ένα χαζομπιτάκι της οκάς που θα σε κάνει να χτυπιέσαι σαν το πιθηκάκι για να εκτονώσεις την περισσευούμενη ενέργεια και η εκ φύσεως τάση σου για το διαφορετικό ήδη έχει αρχίσει και καταπιέζεται. Ήδη εκπαιδεύεσαι  στην πατροπαράδοτη συνήθεια της πόλης, την συνήθεια του συμβιβασμού.

Οι δεξιότητές σου επίσης, οι όποιες ιδιαίτερες δεξιότητες που το ελληνικό σχολείο αγνοεί επιμελώς, δυστυχώς δεν μπορούν να αναπτυχθούν στη πόλη που μεγαλώνεις. Αν παίζεις μουσική για παράδειγμα δεν υπάρχει κάποιος χώρος για εσένα να κάνεις πρόβες. Πλην της φιλτάτης φιλαρμονικής βεβαίως και του ωδείου. Αλλά τώρα μιλάμε για άλλη μουσική. Χώρος για πρόβες λοιπόν καπούτ. Βρες ένα γκαράζ με τα φιλαράκια σου μέχρι να σε διώξει η γειτονιά, οι καλόβολοι και πολιτισμένοι αυτόχθονες γειτόνοι, κι αυτό ήταν όλο. Αν ζωγραφίζεις, πλήρωσε για τα υλικά σου. Κάποιο κέντρο νεότητας να ασκήσεις τις δεξιότητές σου δυστυχώς δεν έχουμε. Ούτε δασκάλους πολλούς γι αυτό που σου αρέσει να κάνεις έχουμε. Δεν υπάρχει ζήτηση βλέπεις. Ούτε πνευματικό κέντρο έχουμε. Αν σχεδιάζεις κόμιξ, μην τα δείξεις. Οι ενήλικοι γύρω σου μεγάλωσαν με την αντίληψη πως τα κόμιξ είναι παιδικά κι ανούσια μίκυ μάους. Υπάρχει βέβαια η λύση του θεάτρου. Και αυτό όχι τόσο εξαιτίας της πόλης, αλλά εξαιτίας του πανεπιστημίου της. Ένα πράγμα μόνο του όμως, δυστυχώς δεν αρκεί και δεν μπορούν να το κάνουν ή να το θέλουν όλοι. Έτσι σου μένει σαν μόνη απασχόληση ένας μέσος όρος κατασκευασμένης εδώ και δεκαετίες κανονικής συμπεριφοράς που αργά ή γρήγορα θα την φορέσεις.

Έπειτα έρχονται οι κοινωνικές συναναστροφές. Εκεί δυστυχώς καλέ μου έφηβε είσαι ολότελα εγκλωβισμένος. Τα κοινωνικά πρότυπα που έχεις γύρω σου δεν σου αφήνουν και πολλά περιθώρια. Μικρή κοινωνία σημαίνει και μικρό μυαλό. Κουτσομπολιό μέχρι τελικής πτώσεως και ματιάσματος, ζηλοφθονίες, πισώπλατοι ψίθυροι, πηγαδάκια, ομαδούλες, μικροαστισμοί και προκαταλήψεις σε έχουν αναθρέψει και σου έχουν ασκήσει τελείως μονοδιάστατα το εύπλαστο μυαλουδάκι σου. Να μην μιλήσουμε βεβαίως καθόλου για πολιτική συνείδηση. Σκέψου μόνο πως αυτό που ακούς στην τηλεόραση να αποκαλούν πελατειακό κράτος και ακόμα δεν το έχεις προσδιορίσει καλά μέσα στο νού σου, βρίσκεται παντού γύρω σου. Παντού. Ακόμα λοιπόν και να μην το γνωρίζεις καλά, γίνεται να μην είσαι ήδη κομμάτι του;

Στην κρίσιμη  ηλικία  λοιπόν των δεκαεπτά κινδυνεύεις χωρίς καν να το υποψιάζεσαι. Κινδυνεύεις να μείνεις παγιδευμένος μέσα στα κλειστά πνευματικά σύνορα μιας μικρόμυαλης επαρχίας, ενός μικρόμυαλου νομού, της πιο μικρόμυαλης Περιφέρειας της χώρας.

Και σαν θείο δώρο απλώνεται μπροστά σου η πρώτη μεγάλη ευκαιρία της ζωής. Η ευκαιρία της φυγής και της γνώσης. Δεν είναι η μόνη ευκαιρία που θα σου παρουσιαστεί. Αλλά είναι η πρώτη. Είναι η εισαγωγή σου στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Στις φοιτητικές και συλλογικές κοινότητες των νέων μακριά από δώ. Όξω από εδώ, και όπου θέλεις ας είσαι. Έτσι θα έχεις μια κάποια ελπίδα για την αποβλαχοποίησή σου και την σωτηρία του μυαλού σου.

Αλλά κυρίως θα έχουμε μια ελπίδα όλοι εμείς που μένουμε μόνιμα εδώ. Γιατί όσοι περισσότεροι αυτόχθονες κάθε χρονιά τα καταφέρουν στις Πανελλήνιες, τόσο μεγαλώνουν οι πιθανότητες  όλο και πιο πολλοί, μετά το πέρας του ταξιδιού τους, να καταλήξουν και πάλι εδώ. Ίσως αλλιώτικοι και μετα-μορφωμένοι.

Τους έχουμε πλέον μεγάλη ανάγκη. Εκπέμπουμε SOS. Σαπίζουμε.




Του Mario Vagman