"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Διακοπές 2014

Το Παλαμπούρτζι μάζεψε όλες τις οικονομίες του έτους, τις μέτρησε καλά-καλά και αποφάσισε να πάει διακοπές  στο μακρινό, εξωτικό και ερωτικό Ναύπλιο. Έκλεισε και ένα υπέροχο δωμάτιο με θέα το λιμάνι της πόλης και σας αποχαιρετά.

Τα λέμε μετά τις 15 Αυγούστου...




Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Στις παιδικές μας τις χαρές

Η παιδική χαρά της παραλίας στο Φάρο είχε πέντε μόνο κατασκευές.



Πρώτη-πρώτη ήταν μια σιδερένια τραμπάλα με δύο ξύλινα καθίσματα. Η τραμπάλα από γεννησιμιού της δεν ήταν στεριωμένη. Αν ήθελες την σήκωνες και την έπαιρνες και σπίτι σου. Πράγμα που περιέργως δεν συνέβη ποτέ. Αντιθέτως την έβρισκες πάντα ακουμπησμένη πάνω στην σιδερένια βάση της ή τέλος πάντων κάπου εκεί γύρω. Σε αυτήν την τραμπάλα σπάνια έβλεπες δύο παιδιά να τραμπαλίζονται ήσυχα. Πότε ήταν τρία από τη μία και δύο από την άλλη κάνοντας κόντρες δύναμης ή παίζοντας τη γνωστή τραμπαλοφάρσα να σηκώνεται ο ένας στο πιο ψηλό σημείο της τραμπάλας και οι υπόλοιποι να φεύγουν απότομα από την θέση τους για να πέσει το θύμα με βία στο έδαφος. Και ενίοτε καρούμπαλα, μελανιές και τα σχετικά.

Ακριβώς δίπλα ήταν οι κούνιες των μεγάλων παιδιών. Οι δύο πρώτες ήταν της προκοπής. Ξύλινα καθίσματα βιδωμένα  σε χοντρές αλυσίδες και όλα μαζί στερεωμένα σε μια σιδερένια κατασκευή που όταν φιλοξενούσε πολύ κόσμο, από τέσσερα μέχρι οχτώ παιδιά,  λύγιζε από την πίεση, έτοιμη να σπάσει. Δεν έσπασε ποτέ και ζούμε ακόμα. Πάνω της είχε μια σκουριασμένη ταμπέλα η οποία έγραφε Λιμενικό Ταμείο. Οι αλυσίδες κάθε κούνιας ήταν μεν χοντρές  αλλά με μεγάλα ανοίγματα δε για να μπορείς να τις διπλώνεις στις κόχες της κούνιας και να ψηλώνεις την θέση της. Οι δύο επόμενες κούνιες ήταν πότε χαμηλές και πότε σπασμένες οπότε η μεγάλη μάχη δίνονταν πάντα για τις δύο πρώτες. Μια ουρά παιδιών να περιμένει με την σειρά να κουνηθεί με ανυπομονησία. Αγαπημένο παιχνίδι όλων ήταν τα συγκρουόμενα. Τα συγκρουόμενα είχαν πολύ απλούς κανόνες. Καθόσουν οριζόντια πάνω στη κούνια, συχνά και δύο άτομα, και κοπανιόσουν ανελέητα με την διπλανή κούνια μέχρι κάποιος να τραυματιστεί. Ατυχείς πάντοτε οι μεσαίες κούνιες που χτυπιόντουσαν από δυό πλευρές. Άλλο αγαπημένο παιχνίδι ήταν το άλμα. Έφτανες την κούνια μέχρι τον Θεό και έδινες ένα άλμα όσο πιο μακριά μπορούσες. Έβαζες σημάδι στο άπλετο χαλίκι που υπήρχε τότε και περίμενες κάποιον να σε ξεπεράσει. Καλό παιχνίδι αλλά συχνά το χρησιμοποιούσαν για να σου κλέψουν την σειρά.

Δίπλα από τις κούνιες των μεγάλων παιδιών υπήρχε το πιο άχρηστο, ξενέρωτο και εκνευριστικό γύρω-γύρω όλοι του κόσμου. Πολύ χαμηλό και με ελάχιστη δύναμη επιτάχυνσης για να σου προκαλέσει εκείνη την θαυμάσια παιδική ζαλάδα, δεν το χρησιμοποιούσε σχεδόν κανείς.  Μόνο κάτι μαμάδες το γύριζαν για τα πολύ μικρά μωρά τους ή τα κοριτσάκια που έτρωγαν πόρτα από τις κούνιες. Ανέβαιναν πάνω και ως συνήθως κουτσομπόλευαν.

Καμία σχέση με το γαμάτο γύρω-γύρω όλοι του πάρκου Καποδίστρια. Αυτό ήταν όντως δυνατό παιχνίδι. Ανέβαιναν πάνω όσοι περισσότεροι χωρούσαν, πιανόντουσαν από όπου έβρισκαν και κάποιος κάφρος τους γύριζε ασταμάτητα μέχρι να αρχίσει να ουρλιάζει και ο τελευταίος από την ζαλάδα. Μετά σταμάταγε απότομα και το πλήθος της μαρίδας κουτούλαγε για κάνα πεντάλεπτο από την θολούρα. Εκείνο το γύρω-γύρω όλοι θα μπορούσε να ονομαστεί και τσάμπα μαστούρα.

Η πιο ωραία κατασκευή όμως στο πάρκο Καποδίστρια ήταν οι κούνιες των μεγάλων παιδιών πίσω ακριβώς από τον ψηλότερο φοίνικα του πάρκου.  Την διαφορά φυσικά την έκανε ο φοίνικας. Όταν κουνιόσουν με δύναμη χάζευες από μπροστά και οριζόντια την κορυφή του, και τελείως παιδικά πάλευες να τον φτάσεις. Τα παιδιά έχαναν το μυαλό τους στη θέα του και άγνωστο μέχρι σήμερα τί όνειρα πέρναγαν από το κεφάλι τους τις ώρες που ανέμελα τον κυνηγούσαν.

Βραβείο όμως πρωτότυπης κούνιας παίρνουν χαλαρά οι κούνιες-πάπιες στην παιδική χαρά του Συνοικισμού. Τίποτα περισσότερο από κούνιες σε σχήμα παπιών αλλά αρκετό για να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση λούνα πάρκ μέσα στην παιδική φαντασία. Στη δε παιδική χαρά του Συνοικισμού υπήρχε και μια περίεργη κατασκευή ενός λαβυρίνθου από πλαστικά κουτιά, που το ένα οδηγούσε στο άλλο, εξαιρετικής πρωτοτυπίας αλλά και μπόλικου σκατού. Ανθρωπίνου ή ζωικού θα σας γελάσω.

Η καλύτερη, η πιο ψηλή, η πιο περιπετειώδης και η πιο σκουριασμένη τσουλήθρα, ήταν η τσουλήθρα στον Άι-Γιάννη, εκεί που βρίσκεται τώρα ο θερινός σινεμάς. Ας είναι καλά, όπου και αν βρίσκεται, ο Άγιος αντιτετανικός ορός. Έσωσε κόσμο τότε.

Η παραλία του Φάρου όμως  τσουλήθρα δεν είχε. Είχε ακόμα μια κατασκευή από κούνιες για μικρά παιδιά, αυτές με την αλυσιδίτσα προστασίας για να μην σκάσει με τα μούτρα το μικρό στο έδαφος και ακριβώς δίπλα μια τραμπάλα πάντα διαλυμένη, πεταμένη, σπασμένη, σαπισμένη ή και ακόμα εξαφανισμένη. Μια τραμπάλα με κανέναν λόγο ύπαρξης σε αυτήν τη ζωή.

Και ενώ η παιδική χαρά της παραλίας ήταν η μικρότερη και μάλλον η πιο ελλειπής της πόλης, είχε τα δικά της μοναδικά πλεονεκτήματα, ειδικά το καλοκαίρι.

Είχε καταρχήν αμέτρητο, ατελείωτο χαλίκι μέχρι το πεζούλι της παραλιακής περατζάδας. Χαλίκι παντός είδους. Χαλίκι για να πέφτεις, χαλίκι να λερώνεσαι, χαλίκι να σκάβεις και να φτιάχνεις βουνά και χαλίκι για να ρίχνεις στα κεφάλια των φίλων και εχθρών σου.

Είχε επίσης πάντα δίπλα, ένα καφενείο, ζαχαροπλαστείο ή ουζερί που απασχολούσε αμέτρητες ώρες τους γονείς για να σε αφήνουν ελεύθερο να αλωνίζεις.

Και τέλος είχε το ιπτάμενο δελφίνι. Γύρω στις 9 κάθε βράδυ του καλοκαιριού, εμφανίζοταν από την πλευρά του κόλπου, το ανυψωμένο flying dolphin που επέστρεφε από τις Σπέτσες. Με την εμφάνισή του ο θόρυβος της παραλίας καταλάγιαζε. Το βάδισμα των περιπατητών γινόταν πιο αργό, οι κουβέντες και οι φωνές γινόντουσαν ψίθυροι, οι κούνιες και οι τραμπάλες ίσα που λειτουργούσαν και όλοι χάζευαν το ιπτάμενο θηρίο που χαμήλωνε ταχύτητα και ύψος για να προσαράξει στο λιμάνι της πόλης. Με τον ήλιο κρυμμένο πίσω από τα βουνά της Τρίπολης και το Μπούρτζι σκεπασμένο από την όψη του δελφινιού ανάμεσα στους δύο Φάρους, σχηματίστηκε το φόντο της μόνης και αληθινής πατρίδας μας. Της πατρίδας των παιδικών μας χρόνων.

Έχουμε ακόμα ενός λεπτού σιγή μέχρι να εμφανιστεί στην ακτή το κύμα, το εκ του ιπταμένου σκάφους παραγώμενο, σαν σινιάλο για να ξεκινήσει και πάλι ο θόρυβος, οι φωνές και το παιχνίδι.

Ας αφιερώσουμε αυτό το λεπτό στα παιδιά της πόλης που φέτος, ελέω ευρωπαικής ενώσεως και ανικανότητας των διοικούντων, θα ζούν στη ξενιτιά.  


Κείμενο: Μario Vagman

Φωτογραφία : Nίκος Οικονομόπουλος

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Βλαμμένοι καιροί

Κινούμεθα ολοταχώς προς τα μέσα του καλοκαιριού με ένα καιρό, θα έλεγε κανείς, ελαφρώς βλαμμένο. Πότε καύσων, πότε δροσιές, αυτή η νέα τροπικότης του κλίματος αποδεικνύει περίτρανα πως η ερυθρά αφρικάνικη σκόνη, που μας επισκέπτεται αραία και που, δεν κινείται αυτή προς εμάς αλλά εμείς προς αυτήν. Ήτοι, εμείς είμαστε τελικά οι μουσαφιραίοι της.


Και δεν μας έχει για ένα καλοκαίρι ακόμα λυθεί, το αιώνιο ερώτημα της Καραθώνας. Η Καραθώνα είναι μια μολυσμένη θάλασσα για δεν είναι; Από μικρό παιδί ακούω αυτές τις φήμες αλλά τότε, έλεγαν πως τις διέδιδαν οι Τολιανοί για λόγους αθέμιτου ανταγωνισμού. Τα τελευταία χρόνια όμως, με την χωματερή μπαστακωμένη στην κορυφή, δεν χρειάζεται κανένας Τολιανός να τις διαδώσει. Κυκλοφορούν από μόνες τους. Και ενώ οι φήμες υπάρχουν εδώ και δεκαετίες, η πλαζ δείχνει να έχει κάθε χρόνο το δικό της φανατικό κοινό που την κατακλύζει. Και όσο μεγαλώνουν οι φήμες, όσο έρχεται και το μοχθηρό της φύκι να προστεθεί στις ιστορίες τρόμου που την συνοδεύουν, τόσο περισσότερος κόσμος γεμίζει τις αμμουδιές της.  Μυρωδιά κατά καιρούς υπάρχει, δεν λέω. Είναι σίγουρο. Πόσο όμως αυτό το σκουπιδαριό επηρεάζει την ποιότητα των υδάτων; Άραγε θα μάθουμε ποτέ υπεύθυνα ή η Καραθώνα θα μείνει στην ιστορία και στον κόσμο του μύθου, προτού βεβαίως πουληθεί και αλλάξει όνομα, ως η μολυσμένη θάλασσα του Αργολικού Κόλπου που λατρεύτηκε όσο καμιά;

Ευθύνη πάντως για αυτήν τη νέα τροπικότητα του κλίματος, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, προσωπικά δεν έχουμε. Ούτε βαριά βιομηχανία έχουμε ούτε βεβαίως πλήθος αυτοκινήτων που μολύνουν τον αέρα με τα καυσαέριά τους. Άντε κανά φιδάκι εξωτερικής χρήσεως και ένα εντομοκτόνο για την πάταξη των κουνουπιών που μας πίνουν το αίμα. Μπορεί μια τέτοια χρήση να μας κάνει κομπλεξικούς, καθώς απ’όλα τα πλάσματα που μας πίνουν το αίμα εμείς διαλέγουμε να σκοτώσουμε τα πιο απροστάτευτα, αλλά αντιοικολόγους δεν μας κάνει σε καμία περίτπωση. Ο πιο αμαρτωλός αυτόχθων, ο πιο βλαβερός στο περιβάλλον συμπολίτης μας, χρησιμοποιεί κατσαριδοκτόνο και πετάει καμιά γόπα ή πλαστικά μπουκαλάκια όπου βρεί. Πόση καταστροφή να φέρει μια τέτοια πράξη; Και αν για πολλά χρόνια ό,τι αφόδευε κατέληγε στη θάλασσα, φυσικά και δεν φταίει αυτός. Τι να έκανε δηλαδή; Να πήγαινε στην Κόρινθο να αφοδεύσει; Μάλλον και εκεί στη θάλασσα θα κατέληγαν. Και στην τελική σκατά ήταν. Φυσικό πράγμα.

Ο κακός οιωνός της αφρικανοποίησης όμως (η σκόνη δηλαδίς),  θα πάρει χρόνια να γίνει αντιληπτός από το πλήθος των αυτοχθόνων. Θα πάρει χρόνια να καταλάβει ο κόσμος της περιοχής τί πραγματικά σημαίνει.  Εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο. Κάθε χειμώνα, όλοι περιμένουν και νοσταλγούν το καλοκαίρι. Και μόλις αυτό έρθει, σιχτιρίζουν την ζέστη, τον καύσωνα και την ταλαιπωρία. Δηλαδή πόσα χρόνια ανθρώπινης εμπειρίας χρειάζονται για να συνδυάσεις το καλοκαίρι με τον ανυπόφορο καύσωνα για να μην εύχεσαι να έρθει; Φαντάσου η αφρικανοποίηση που είναι και έννοια κάπως πιο ψαγμένη. Ελπίζω τουλάχιστον να γίνει ορατή όταν πουλιόμαστε ένας-ένας στη σειρά, με barcode γνησιότητας στο κούτελο, στις αγορές της Δύσης, όπως τα παλιά και έμορφα χρόνια που δεν ήταν όλοι ανευθύνως ελεύθεροι παρά μόνο οι λίγοι και εκλεκτοί.

Αλλά δεν φοβόμαστε. Έχουμε μαζί μας το κίνημα. Αυτό που το τελευταίο διάστημα ξεχύθηκε στους δρόμους και τις γειτονιές της περιοχής για να μας προστατέψει από το ξεπούλημα. Βέβαια και το κίνημα πάσχει. Κάτι η υπνηλία των υπολοίπων, των εκτός κινήματος, κάτι από την άλλη ο πούστης ο Μαρξ, που ό,τι έγραψε ήταν κρυπτογραφημένο για να μην μπορούμε να τον καταλάβουμε, είτε έτσι είτε αλλιώς το κίνημα πάσχει. Ευτυχώς βέβαια που υπάρχουν και αναμετάξυ μας οι έχοντες τους κωδικούς της αποκρυπτογράφησης και μας οδηγούν στους δρόμους της πρωτοπορίας και της ταξικής πάλης. Θα τους ακολουθήσουμε πιστά μέχρι να πέσουν και οι τελευταίες υπογραφές της αγοραπωλησίας μας.

Ύστερα ανέμελοι θα περπατήσουμε την πεζοδρομημένη πια Αμαλίας. Θα πιούμε πάνω της τον καφέ μας, θα βολτάρουμε, θα κάνουμε τα ψώνια μας, θα τσουγκρίσουμε τα ποτηράκια μας και έχει ο Θεός. Το αρχαίο τείχος που τσιμεντώθηκε πάντως προς χάρην της πεζοδρόμησης, δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Αφού ούτε το κίνημα ενδιαφέρει. Χέστηκα λοιπόν κι εγώ. Το μόνο που με πειράζει είναι πως δεν θα μπορώ ξανά να κοροιδέψω, σαν γνήσιος αυτόχθων, τους Αργείους γειτόνους μου. Μου άρεσε που τόσα χρόνια τους ειρωνευόμασταν επειδή ζούσαν πάνω σε αρχαία ερείπια. Δεν θα μπορούμε πια να το κάνουμε. Θα μοιάζει οξύμωρο.  Πιστεύω πως η στέρηση αυτού του αστείου, θα μας στοιχίσει πολύ ως πόλη.