"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Βλαμμένοι καιροί

Κινούμεθα ολοταχώς προς τα μέσα του καλοκαιριού με ένα καιρό, θα έλεγε κανείς, ελαφρώς βλαμμένο. Πότε καύσων, πότε δροσιές, αυτή η νέα τροπικότης του κλίματος αποδεικνύει περίτρανα πως η ερυθρά αφρικάνικη σκόνη, που μας επισκέπτεται αραία και που, δεν κινείται αυτή προς εμάς αλλά εμείς προς αυτήν. Ήτοι, εμείς είμαστε τελικά οι μουσαφιραίοι της.


Και δεν μας έχει για ένα καλοκαίρι ακόμα λυθεί, το αιώνιο ερώτημα της Καραθώνας. Η Καραθώνα είναι μια μολυσμένη θάλασσα για δεν είναι; Από μικρό παιδί ακούω αυτές τις φήμες αλλά τότε, έλεγαν πως τις διέδιδαν οι Τολιανοί για λόγους αθέμιτου ανταγωνισμού. Τα τελευταία χρόνια όμως, με την χωματερή μπαστακωμένη στην κορυφή, δεν χρειάζεται κανένας Τολιανός να τις διαδώσει. Κυκλοφορούν από μόνες τους. Και ενώ οι φήμες υπάρχουν εδώ και δεκαετίες, η πλαζ δείχνει να έχει κάθε χρόνο το δικό της φανατικό κοινό που την κατακλύζει. Και όσο μεγαλώνουν οι φήμες, όσο έρχεται και το μοχθηρό της φύκι να προστεθεί στις ιστορίες τρόμου που την συνοδεύουν, τόσο περισσότερος κόσμος γεμίζει τις αμμουδιές της.  Μυρωδιά κατά καιρούς υπάρχει, δεν λέω. Είναι σίγουρο. Πόσο όμως αυτό το σκουπιδαριό επηρεάζει την ποιότητα των υδάτων; Άραγε θα μάθουμε ποτέ υπεύθυνα ή η Καραθώνα θα μείνει στην ιστορία και στον κόσμο του μύθου, προτού βεβαίως πουληθεί και αλλάξει όνομα, ως η μολυσμένη θάλασσα του Αργολικού Κόλπου που λατρεύτηκε όσο καμιά;

Ευθύνη πάντως για αυτήν τη νέα τροπικότητα του κλίματος, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, προσωπικά δεν έχουμε. Ούτε βαριά βιομηχανία έχουμε ούτε βεβαίως πλήθος αυτοκινήτων που μολύνουν τον αέρα με τα καυσαέριά τους. Άντε κανά φιδάκι εξωτερικής χρήσεως και ένα εντομοκτόνο για την πάταξη των κουνουπιών που μας πίνουν το αίμα. Μπορεί μια τέτοια χρήση να μας κάνει κομπλεξικούς, καθώς απ’όλα τα πλάσματα που μας πίνουν το αίμα εμείς διαλέγουμε να σκοτώσουμε τα πιο απροστάτευτα, αλλά αντιοικολόγους δεν μας κάνει σε καμία περίτπωση. Ο πιο αμαρτωλός αυτόχθων, ο πιο βλαβερός στο περιβάλλον συμπολίτης μας, χρησιμοποιεί κατσαριδοκτόνο και πετάει καμιά γόπα ή πλαστικά μπουκαλάκια όπου βρεί. Πόση καταστροφή να φέρει μια τέτοια πράξη; Και αν για πολλά χρόνια ό,τι αφόδευε κατέληγε στη θάλασσα, φυσικά και δεν φταίει αυτός. Τι να έκανε δηλαδή; Να πήγαινε στην Κόρινθο να αφοδεύσει; Μάλλον και εκεί στη θάλασσα θα κατέληγαν. Και στην τελική σκατά ήταν. Φυσικό πράγμα.

Ο κακός οιωνός της αφρικανοποίησης όμως (η σκόνη δηλαδίς),  θα πάρει χρόνια να γίνει αντιληπτός από το πλήθος των αυτοχθόνων. Θα πάρει χρόνια να καταλάβει ο κόσμος της περιοχής τί πραγματικά σημαίνει.  Εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο. Κάθε χειμώνα, όλοι περιμένουν και νοσταλγούν το καλοκαίρι. Και μόλις αυτό έρθει, σιχτιρίζουν την ζέστη, τον καύσωνα και την ταλαιπωρία. Δηλαδή πόσα χρόνια ανθρώπινης εμπειρίας χρειάζονται για να συνδυάσεις το καλοκαίρι με τον ανυπόφορο καύσωνα για να μην εύχεσαι να έρθει; Φαντάσου η αφρικανοποίηση που είναι και έννοια κάπως πιο ψαγμένη. Ελπίζω τουλάχιστον να γίνει ορατή όταν πουλιόμαστε ένας-ένας στη σειρά, με barcode γνησιότητας στο κούτελο, στις αγορές της Δύσης, όπως τα παλιά και έμορφα χρόνια που δεν ήταν όλοι ανευθύνως ελεύθεροι παρά μόνο οι λίγοι και εκλεκτοί.

Αλλά δεν φοβόμαστε. Έχουμε μαζί μας το κίνημα. Αυτό που το τελευταίο διάστημα ξεχύθηκε στους δρόμους και τις γειτονιές της περιοχής για να μας προστατέψει από το ξεπούλημα. Βέβαια και το κίνημα πάσχει. Κάτι η υπνηλία των υπολοίπων, των εκτός κινήματος, κάτι από την άλλη ο πούστης ο Μαρξ, που ό,τι έγραψε ήταν κρυπτογραφημένο για να μην μπορούμε να τον καταλάβουμε, είτε έτσι είτε αλλιώς το κίνημα πάσχει. Ευτυχώς βέβαια που υπάρχουν και αναμετάξυ μας οι έχοντες τους κωδικούς της αποκρυπτογράφησης και μας οδηγούν στους δρόμους της πρωτοπορίας και της ταξικής πάλης. Θα τους ακολουθήσουμε πιστά μέχρι να πέσουν και οι τελευταίες υπογραφές της αγοραπωλησίας μας.

Ύστερα ανέμελοι θα περπατήσουμε την πεζοδρομημένη πια Αμαλίας. Θα πιούμε πάνω της τον καφέ μας, θα βολτάρουμε, θα κάνουμε τα ψώνια μας, θα τσουγκρίσουμε τα ποτηράκια μας και έχει ο Θεός. Το αρχαίο τείχος που τσιμεντώθηκε πάντως προς χάρην της πεζοδρόμησης, δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Αφού ούτε το κίνημα ενδιαφέρει. Χέστηκα λοιπόν κι εγώ. Το μόνο που με πειράζει είναι πως δεν θα μπορώ ξανά να κοροιδέψω, σαν γνήσιος αυτόχθων, τους Αργείους γειτόνους μου. Μου άρεσε που τόσα χρόνια τους ειρωνευόμασταν επειδή ζούσαν πάνω σε αρχαία ερείπια. Δεν θα μπορούμε πια να το κάνουμε. Θα μοιάζει οξύμωρο.  Πιστεύω πως η στέρηση αυτού του αστείου, θα μας στοιχίσει πολύ ως πόλη.

1 σχόλιο:

  1. Την μπετονιέρα μην κατηγοράς, αυτή σου δίνει για να φας.6 Ιουλίου 2014 - 8:57 μ.μ.

    Ναι, αλλά αν δεν είχε πέσει τόσο σκατό στον κόλπο, θα ήταν τόσο φουντωτή και πολυφωτογραφημένη η βουκαμβίλια στο μπούρτζι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή