"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Στις παιδικές μας τις χαρές

Η παιδική χαρά της παραλίας στο Φάρο είχε πέντε μόνο κατασκευές.



Πρώτη-πρώτη ήταν μια σιδερένια τραμπάλα με δύο ξύλινα καθίσματα. Η τραμπάλα από γεννησιμιού της δεν ήταν στεριωμένη. Αν ήθελες την σήκωνες και την έπαιρνες και σπίτι σου. Πράγμα που περιέργως δεν συνέβη ποτέ. Αντιθέτως την έβρισκες πάντα ακουμπησμένη πάνω στην σιδερένια βάση της ή τέλος πάντων κάπου εκεί γύρω. Σε αυτήν την τραμπάλα σπάνια έβλεπες δύο παιδιά να τραμπαλίζονται ήσυχα. Πότε ήταν τρία από τη μία και δύο από την άλλη κάνοντας κόντρες δύναμης ή παίζοντας τη γνωστή τραμπαλοφάρσα να σηκώνεται ο ένας στο πιο ψηλό σημείο της τραμπάλας και οι υπόλοιποι να φεύγουν απότομα από την θέση τους για να πέσει το θύμα με βία στο έδαφος. Και ενίοτε καρούμπαλα, μελανιές και τα σχετικά.

Ακριβώς δίπλα ήταν οι κούνιες των μεγάλων παιδιών. Οι δύο πρώτες ήταν της προκοπής. Ξύλινα καθίσματα βιδωμένα  σε χοντρές αλυσίδες και όλα μαζί στερεωμένα σε μια σιδερένια κατασκευή που όταν φιλοξενούσε πολύ κόσμο, από τέσσερα μέχρι οχτώ παιδιά,  λύγιζε από την πίεση, έτοιμη να σπάσει. Δεν έσπασε ποτέ και ζούμε ακόμα. Πάνω της είχε μια σκουριασμένη ταμπέλα η οποία έγραφε Λιμενικό Ταμείο. Οι αλυσίδες κάθε κούνιας ήταν μεν χοντρές  αλλά με μεγάλα ανοίγματα δε για να μπορείς να τις διπλώνεις στις κόχες της κούνιας και να ψηλώνεις την θέση της. Οι δύο επόμενες κούνιες ήταν πότε χαμηλές και πότε σπασμένες οπότε η μεγάλη μάχη δίνονταν πάντα για τις δύο πρώτες. Μια ουρά παιδιών να περιμένει με την σειρά να κουνηθεί με ανυπομονησία. Αγαπημένο παιχνίδι όλων ήταν τα συγκρουόμενα. Τα συγκρουόμενα είχαν πολύ απλούς κανόνες. Καθόσουν οριζόντια πάνω στη κούνια, συχνά και δύο άτομα, και κοπανιόσουν ανελέητα με την διπλανή κούνια μέχρι κάποιος να τραυματιστεί. Ατυχείς πάντοτε οι μεσαίες κούνιες που χτυπιόντουσαν από δυό πλευρές. Άλλο αγαπημένο παιχνίδι ήταν το άλμα. Έφτανες την κούνια μέχρι τον Θεό και έδινες ένα άλμα όσο πιο μακριά μπορούσες. Έβαζες σημάδι στο άπλετο χαλίκι που υπήρχε τότε και περίμενες κάποιον να σε ξεπεράσει. Καλό παιχνίδι αλλά συχνά το χρησιμοποιούσαν για να σου κλέψουν την σειρά.

Δίπλα από τις κούνιες των μεγάλων παιδιών υπήρχε το πιο άχρηστο, ξενέρωτο και εκνευριστικό γύρω-γύρω όλοι του κόσμου. Πολύ χαμηλό και με ελάχιστη δύναμη επιτάχυνσης για να σου προκαλέσει εκείνη την θαυμάσια παιδική ζαλάδα, δεν το χρησιμοποιούσε σχεδόν κανείς.  Μόνο κάτι μαμάδες το γύριζαν για τα πολύ μικρά μωρά τους ή τα κοριτσάκια που έτρωγαν πόρτα από τις κούνιες. Ανέβαιναν πάνω και ως συνήθως κουτσομπόλευαν.

Καμία σχέση με το γαμάτο γύρω-γύρω όλοι του πάρκου Καποδίστρια. Αυτό ήταν όντως δυνατό παιχνίδι. Ανέβαιναν πάνω όσοι περισσότεροι χωρούσαν, πιανόντουσαν από όπου έβρισκαν και κάποιος κάφρος τους γύριζε ασταμάτητα μέχρι να αρχίσει να ουρλιάζει και ο τελευταίος από την ζαλάδα. Μετά σταμάταγε απότομα και το πλήθος της μαρίδας κουτούλαγε για κάνα πεντάλεπτο από την θολούρα. Εκείνο το γύρω-γύρω όλοι θα μπορούσε να ονομαστεί και τσάμπα μαστούρα.

Η πιο ωραία κατασκευή όμως στο πάρκο Καποδίστρια ήταν οι κούνιες των μεγάλων παιδιών πίσω ακριβώς από τον ψηλότερο φοίνικα του πάρκου.  Την διαφορά φυσικά την έκανε ο φοίνικας. Όταν κουνιόσουν με δύναμη χάζευες από μπροστά και οριζόντια την κορυφή του, και τελείως παιδικά πάλευες να τον φτάσεις. Τα παιδιά έχαναν το μυαλό τους στη θέα του και άγνωστο μέχρι σήμερα τί όνειρα πέρναγαν από το κεφάλι τους τις ώρες που ανέμελα τον κυνηγούσαν.

Βραβείο όμως πρωτότυπης κούνιας παίρνουν χαλαρά οι κούνιες-πάπιες στην παιδική χαρά του Συνοικισμού. Τίποτα περισσότερο από κούνιες σε σχήμα παπιών αλλά αρκετό για να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση λούνα πάρκ μέσα στην παιδική φαντασία. Στη δε παιδική χαρά του Συνοικισμού υπήρχε και μια περίεργη κατασκευή ενός λαβυρίνθου από πλαστικά κουτιά, που το ένα οδηγούσε στο άλλο, εξαιρετικής πρωτοτυπίας αλλά και μπόλικου σκατού. Ανθρωπίνου ή ζωικού θα σας γελάσω.

Η καλύτερη, η πιο ψηλή, η πιο περιπετειώδης και η πιο σκουριασμένη τσουλήθρα, ήταν η τσουλήθρα στον Άι-Γιάννη, εκεί που βρίσκεται τώρα ο θερινός σινεμάς. Ας είναι καλά, όπου και αν βρίσκεται, ο Άγιος αντιτετανικός ορός. Έσωσε κόσμο τότε.

Η παραλία του Φάρου όμως  τσουλήθρα δεν είχε. Είχε ακόμα μια κατασκευή από κούνιες για μικρά παιδιά, αυτές με την αλυσιδίτσα προστασίας για να μην σκάσει με τα μούτρα το μικρό στο έδαφος και ακριβώς δίπλα μια τραμπάλα πάντα διαλυμένη, πεταμένη, σπασμένη, σαπισμένη ή και ακόμα εξαφανισμένη. Μια τραμπάλα με κανέναν λόγο ύπαρξης σε αυτήν τη ζωή.

Και ενώ η παιδική χαρά της παραλίας ήταν η μικρότερη και μάλλον η πιο ελλειπής της πόλης, είχε τα δικά της μοναδικά πλεονεκτήματα, ειδικά το καλοκαίρι.

Είχε καταρχήν αμέτρητο, ατελείωτο χαλίκι μέχρι το πεζούλι της παραλιακής περατζάδας. Χαλίκι παντός είδους. Χαλίκι για να πέφτεις, χαλίκι να λερώνεσαι, χαλίκι να σκάβεις και να φτιάχνεις βουνά και χαλίκι για να ρίχνεις στα κεφάλια των φίλων και εχθρών σου.

Είχε επίσης πάντα δίπλα, ένα καφενείο, ζαχαροπλαστείο ή ουζερί που απασχολούσε αμέτρητες ώρες τους γονείς για να σε αφήνουν ελεύθερο να αλωνίζεις.

Και τέλος είχε το ιπτάμενο δελφίνι. Γύρω στις 9 κάθε βράδυ του καλοκαιριού, εμφανίζοταν από την πλευρά του κόλπου, το ανυψωμένο flying dolphin που επέστρεφε από τις Σπέτσες. Με την εμφάνισή του ο θόρυβος της παραλίας καταλάγιαζε. Το βάδισμα των περιπατητών γινόταν πιο αργό, οι κουβέντες και οι φωνές γινόντουσαν ψίθυροι, οι κούνιες και οι τραμπάλες ίσα που λειτουργούσαν και όλοι χάζευαν το ιπτάμενο θηρίο που χαμήλωνε ταχύτητα και ύψος για να προσαράξει στο λιμάνι της πόλης. Με τον ήλιο κρυμμένο πίσω από τα βουνά της Τρίπολης και το Μπούρτζι σκεπασμένο από την όψη του δελφινιού ανάμεσα στους δύο Φάρους, σχηματίστηκε το φόντο της μόνης και αληθινής πατρίδας μας. Της πατρίδας των παιδικών μας χρόνων.

Έχουμε ακόμα ενός λεπτού σιγή μέχρι να εμφανιστεί στην ακτή το κύμα, το εκ του ιπταμένου σκάφους παραγώμενο, σαν σινιάλο για να ξεκινήσει και πάλι ο θόρυβος, οι φωνές και το παιχνίδι.

Ας αφιερώσουμε αυτό το λεπτό στα παιδιά της πόλης που φέτος, ελέω ευρωπαικής ενώσεως και ανικανότητας των διοικούντων, θα ζούν στη ξενιτιά.  


Κείμενο: Μario Vagman

Φωτογραφία : Nίκος Οικονομόπουλος

2 σχόλια:

  1. Παλαμπούρτζιε τι ήταν αυτο με τις παιδικες χαρές; Μιλάμε για ξαφνικό θάνατο και βάλε. Τρεις οι προσωπικές μου παρανοϊκές εκδοχές:

    1- Οι εθνικοί εργολάβοι πατάνε πόδι στις παιδικές χαρές (μαθαίνω προσφάτως πως το μαγαζί γίνεται ψιλικοκό, αλλά τσίμπα τα και ας είναι και ρώγες - είναι πολλές οι παιδικές χαρές μεγάλε).

    2- Κάποιοι μπήκαν δυνατά (μα πολύ δυνατά σου λές) στις προμήθειες - εισαγωγές τραμπάλας κ.ο.κ.

    3- Στα πλαίσια του γνωστού ψυχολογικού πολέμου, θέλουν να μας στερήσουν και αυτή την ταπεινή διασκέδαση (πας στην παιδική χαρά τα θηρία και ηρεμείς λίγο ρε αδελφέ).

    Πάντως πολύ κωλοσφιξούρα αγαπητέ μου σε όλη τη χώρα. Το θέμα έχει πολύ ουρά... και από μαλ@κες όλα να τα παριμένεις - η φαντασία δεν είναι ποτέ αρκετή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή