"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Γράμμα στο Μητροπολίτη

Σεβασμιότατε Δέσποτα,

Είσαι καινούριος στα μέρη μας και πήρα το θάρρος να σου γράψω μερικές σκέψεις καθότι παλαιότερος στα πέριξ.



Ανήκω βλέπεις στη γενιά της πόλης που πρόλαβε να ζήσει την εβδομαδιαία κατήχηση έστω και για λίγο. Η γενιά αυτή μεγάλωσε πηγαίνοντας με το σχολείο για συχνή εξομολόγηση κι ακούγοντας αρκετές φορές τον παπά της ενορίας να της εξηγεί πως η θεωρία του Δαρβίνου, η εξέλιξη των ειδών, είναι μια σιωνιστική συνομωσία. Πως τα ζώα δεν έχουν  ψυχή, δεν έχουν αισθήματα και πως αποκλείεται να προήλθαμε από αυτά. Η γενιά αυτή πρόλαβε χριστιανικό συνδρομητικό περιοδικό να μοιράζεται από το σχολείο με θέματα του στυλ «η ροκ και τα αντιχριστιανικά της μηνύματα-πώς να τα αποφύγουμε». Γαλουγήθηκε ακούγοντας ενίοτε πως ο εφηβικός και συχνότατος αυνανισμός της οδηγεί στην ομοφυλοφιλία και σε άλλα αμαρτωλά πάθη. Πως τα εφηβικά σπυριά της είναι τα πρώτα συμπτώματα της αμαρτίας της.

Παρόλα αυτά συνέχισε να αμαρτάνει γεμάτη όμως πάντοτε υπόγειες τύψεις. Τύψεις με τις οποίες συνήθισε να ζεί μέχρι και σήμερα και που αφορούν πια περισσότερες πτυχές της ζωής της. Μια γενιά λοιπόν που ήθελε δεν ήθελε, η χριστιανική συνείδηση έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του ίδιου της του εαυτού. Αγάπη για τον συνάνθρωπο κι ευσπλαχνία από τη μία, κι από την άλλη ένα εκ γενετής αμάρτημα, ένα ελάττωμα κατασκευής που πάντοτε την έκανε συνειδητά να φταίει.

Κινούμενο ελάττωμα και του λόγου μου, διάβασα μέσα στην βδομάδα που πέρασε την επιστολή της Ιεράς Μητροπόλεως σχετικά με το μείζον ζήτημα του σισιτίου της Ευαγγελίστριας και την βρήκα, όπως και την ανθρώπινη φύση μου, γεμάτη προβλήματα.

Αρχικά γίνεται λόγος στην επιστολή περί της ανωνυμίας του διαδικτύου και τον τρόπο που διάφοροι πολίτες λασπολογούν και κρύβονται χρησιμοποιώντας την. Επιτρέψτε Δέσποτα να σας πω πως μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων δεν ταιριάζει σε κείμενο πνευματικού φορέα. Μπορεί να υπάρχουν στο διαδίκτυο κρυπτόμενοι εκ του πονηρού και του δόλου αλλά υπάρχουν και χιλιάδες άλλοι που νιώθουν ελεύθεροι να μιλήσουν μέσα σε μια ανελεύθερη κοινωνία. Αυτή την λεπτή γραμμή η Εκκλησία. ως ένας πνευματικός παράγοντας, οφείλει να τη δεί και να την αναγνωρίσει και όχι βεβαίως να την αφορίζει συνολικά υιοθετώντας την επιχειρηματολογία αυτών που σήμερα θέλουν να ελέγχουν κάθε μας κίνηση και σκέψη.

Αφού εξάρει και δικαίως η επιστολή την εξαετή δράση του ιερέα της Ευαγγελίστριας και των εθελοντών συμπολιτών μας αναφέρει σχετικά με το κλείσιμο του σισιτίου: «η Εκκλησία δεν είναι παράρτημα των Κοινωνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας». Φυσικά και η Εκκλησία ως θεσμικός φορέας δεν έχει καμία απολύτως νομική ή πολιτειακή υποχρέωση για την κοινωνική πρόνοια. Αυτό είναι σίγουρο. Ως φορέας όμως μιας θρησκείας και ενός κηρύγματος αγάπης και αλληλοβοήθειας, ενός κηρύγματος που συνοψίζεται σοφά στην ρήση «ο έχων δύο χιτώνες να δίνει τον έναν»  έχει και παραέχει. Δεν γίνεται η ίδια η Εκκλησία να αποτελεί εξαίρεση της θρησκείας που υπηρετεί. Κάτι τέτοιο θα την έκανε τελείως αναξιόπιστη.

Και δυστυχώς Δέσποτα την κάνει. Ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως μια ολόκληρη επιστολή αναλώνεται να δικαιολογήσει την θέση της Εκκλησίας, του ιερέα, του φιλόπτωχου ταμείου, να τα βάλει με τους καναπεδάκηδες και τους κριτές εξ απόστασεως, την Πολιτεία και κάποιους αόρατους εχθρούς και δεν ασχολείται πουθενά με τους εκατοντάδες άπορους συμπολίτες μας. Πουθενά.

Σου γράφω λοιπόν αυτές τις σκέψεις για να σε ενημερώσω πως δυστυχώς στη πόλη κυκλοφορεί πλέον πολύ δυνατά ο ψίθυρος πως όλα συνέβησαν για το κτίριο. Για την αύξηση της ιδιωτικής περιουσίας της Εκκλησίας. Υπάρχει κόσμος που μιλα πλέον ανοιχτά για αλληλεγγύη με ανταλλάγματα. Η δικαιολογία πως τα τρόφιμα δεν είναι ασφαλή δεν κάθεται καλά στην σκέψη του κόσμου. Ξέρεις πως λειτουργούν αυτά στα μέρη μας. Είτε ισχύουν είτε όχι, διαχέονται μέσα στο πλήθος και γίνονται νόμος μέσα στο μυαλό των κατοίκων. Και αν έχεις πολλούς θεοσεβούμενους ανθρώπους στον κύκλο σου, αυτούς που μεγάλωσαν μέσα στις εκκλησίες της πόλης και τις προσευχές, μην παρασυρθείς με αυτά που σου λένε. Δεν ισχύουν. Η εικόνα της Εκκλησίας έχει δεχτεί βαρύ πλήγμα μέσα στη κοινωνία των αυτοχθόνων ιθαγενών και πρέπει να κάνεις κάτι άμεσα δραστικό για να το επανορθώσεις.

Όπως λέει και η επιστολή, μια ζωντανή Εκκλησία με δυναμική παρουσία στον κόσμο, ανησυχεί κάποιους. Προτιμούν μια Εκκλησία ναρκωμένη, κάτι σαν νεκροταφείο. Τότε δεν την ενοχλεί κανείς. Μάλλον συνέβη το αντίθετο Δέσποτα. Μόλις η Εκκλησία ανακοίνωσε πως θα ναρκωθεί και θα παύσει να ταίζει ανθρώπους που έχουν ανάγκη, τότε ασχολήθηκαν όλοι.

Τότε φάνηκε πως υπάρχει κόσμος που ξέρει πως την χρειάζεται, δυνατή και δραστήρια, ή θα την χρειαστεί στο μέλλον. Μάλλον Δέσποτα δεν είναι όλες οι κριτικές ίδιες. Υπάρχουν και αυτές που θέλουν να βοηθήσουν και το κάνουν μόνο από αγάπη.  Αγάπη για την ίδια την Εκκλησία και την θρησκεία ή τον συνάνθρωπο, τον εαυτό και ίσως για αυτό το μακρινό κατηχητικό παρελθόν τους. Η νοσταλγία βλέπεις σε αυτό τον τόπο δεν έκανε ποτέ διακρίσεις αναμνήσεων.

Γι’ αυτό Δέσποτα κάνε κάτι γρήγορα. Κράτα στην ανάγκη κάποιο ποσοστό από τον δημόσιο μισθό των ιερέων της περιοχής και μοίρασέ τον σε όσους έχουν ανάγκη. Χρησιμοποίησε χρήματα από το παγκάρι των ενοριών. Υπάρχουν ενορίες που όλοι γνωρίζουμε πως είναι πολύ πλούσιες.  Ενίσχυσε τις δομές κοινωνικής αλληλεγγύης με όσα μέσα διαθέτεις και παράτησε τα ευχολόγια περί λύσης του προβλήματος που προέκυψε. Ένα κτίριο δεν πρόκειται να σώσει ούτε εμάς ούτε την αξιοπιστία της Εκκλησίας

Και παράτησε σε παρακαλώ την κριτική σου στην Πολιτεία. Τι περιμένεις δηλαδή από ανθρώπους που εκλέγονται με τη μέθοδο του ρουσφετιού, του πελατειακού κράτους και των σημαδεμένων ψηφοδελτίων; Δεν τα γνωρίζεις αυτά; Στο κάτω κάτω της γραφής επιλογή της Εκκλησίας είναι να συνοδοιπορεί με τέτοια Πολιτεία.

Αν επιθυμεί, ας διαχωριστεί.

Με τιμή,
το ανώνυμο Παλαμπούρτζι

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Οι σουπερμαρκετάδες είναι φίλοι μας

Μία από τις βασικές λατρευτικές ακολουθίες σε μορφή σχεδόν προσκυνήματος στην όμορφη και γραφική πόλη μας, μαζί με την ακολουθία του καφέ, των γιορτών και των πέριξ πανηγυριών, είναι και η Σαββατιάτικη επίσκεψη σύσσωμης της αυτόχθονης κοινότητας στα υπερσύγχρονα και υπερκαταναλωτικά σούπερ μάρκετ της περιοχής.

Το Σαββάτο το πρωί τ’Ανάπλι αναστενάζει. Μαζί με την λαική αγορά δημιουργείται παντού το αδιαχώρητο. Αυτοκίνητα, κορναρίσματα, παρκαρίσματα, φωνές πιτσιρίκων, τσιρίδες μανάδων, αγριοφωνάρες συζύγων, κουπόνια προσφορών, πορτ-μπαγκάζ που γεμίζουν τεράστιες νάυλον σακούλες και ατελείωτος συνωστισμός στις ουρές των ταμείων.

Και όλα αυτά για να γεμίσει το καλάθι του αυτόχθονα φτωχού. Καλάθι που για αδιευκρίνιστους  μέχρι σήμερα λόγους δεν βρίσκει ούτε μία ώρα μέσα στις υπέροχες καθημερινές μέρες της πόλης για να γεμίσει  με την ησυχία του αλλά προτιμά μόνο το κυκλοφοριακό και ανθρωπινό χάος του Σαββάτου. Λες και ζεί σε καμιά μεγαλούπολη με τεράστιες αποστάσεις και παντελή έλλειψη χρόνου στη διάθεσή του. Τέτοιες σκέψεις όμως αγγίζουν την έρευνα της ψυχολογίας, του συλλογικού ασυνείδητου, του όχλου και της προβατοποίησης με βελάσματα σε ήχους ρέγκε κλαρίνων και δεν είναι της παρούσης.

Της παρούσης είναι η ανάπτυξη των σούπερ μάρκετ της περιοχής που ζωή νά ‘χουν συνεχώς και αβγαταίνουν. Από όποιο μέρος της υφηλίου και να έρχονται. Είτε εσωτερικό είτε εξωτερικό μέρος. Εμείς δεν κάνουμε διακρίσεις. Δεν είμεθα ρατσιστές άλλωστε. Εμείς το γιαουρτάκι μας με προσφορά 20% έκπτωση θέλουμε, απορρυπαντικά με δώρο σφουγγαράκια, καμιά δεκαριά εταιρείες εμφιαλωμένων, καφέδες με γεύση μύγδαλο και γενικώς όλα τα καλούδια της δυτικής βιομηχανίας προιόντων, σε τιμές όμως πάντοτε προσιτές. Και τότε, όλοι οι καλοί σουπερμαρκετάδες του σύμπαντος κόσμου είναι καλοδεχούμενοι στο τόπο μας.

Εκτός όμως από τις τριακόσιες ογδόντα έξι μάρκες τυριών που μας προσφέρουν οι ευεργέτες σουπερμαρκετάδες και μας χαρίζουν έτσι απλόχερα την αληθινή ευτυχία στη ζωή, δίνουν και δουλίτσα, προσφέρουν και ψωμάκι στους αυτόχθονες ιθαγενείς. Δικά μας παιδιά, ντόπια και με σφραγίδα γνησιότητας φοράνε την χρωματιστή ποδίτσα τους και εργάζονται μέσα στους ναούς της κατανάλωσης της πόλης μας.

Επειδή όμως κάποιοι κακεντρεχείς θα πούν πως για να βρούν δουλίτσα αυτά τα πέντε, έξι ή δέκα παιδιά της πόλης, έκλεισαν αντίστοιχα κάποτε πέντε, έξι ή δέκα συνοικιακά παντοπωλεία για να μείνουν σήμερα ελάχιστα, να θυμίσω σε αυτούς τους αιωνίους γκρινιάρηδες πως πρώτον τα συνοικιακά παντοπωλεία δεν είχαν ποτέ χρωματιστές ποδίτσες παρά μόνο κάτι ολόλευκες που βρώμιζαν με το παραμικρό. Δεύτερον, σε αυτά τα μικρά καταστηματάκια δεν θα έβρισκες ποτέ τριακόσιες ογδόντα έξι μάρκες τυριών που φέρνουν την ευτυχία παρά μόνο τρία άντε τέσσερα είδη. Και τρίτον, οι τιμές των παντοπωλείων ήταν κατατί ανεβασμένες καθότι οι δόλιοι μπακάληδες δεν είχαν ποτέ την δυνατότητα της μονοπωλιακής χρήσης των τιμών όπως οι ευεργέτες σουπερμαρκετάδες μας.

Και αφού τους παρουσιάσεις αυτά τα ακλόνητα επιχειρήματα, οι κακεντρεχείς δεν θα σταματήσουν εκεί. Θα αρχίσουν να διαδίδουν φήμες και ψιθύρους που κυκλοφορούν στην πόλη για καταπίεση εργαζομένων και για άθλιες συνθήκες εργασίας. Θα θυμηθούν εκείνο το σούπερ μάρκετ που πλήρωνε τους εργαζομένους του με τρόφιμα αντί για χρήματα, θα σου πουν για πληρωμένα πεντάωρα που είναι στην ουσία οκτάωρα και δεκάωρα, θα σου πουν για ψυχολογική πίεση εργαζομένων, για βρισιές, για υποσχέσεις μπόνους μισθών χωρίς κανένα ποτέ αντίκρυσμα, για πρακτική εξάσκηση όλου του σύγχρονου μάνατζμεντ διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού πάνω στα σώματα και τα μυαλά δικών μας ανθρώπων, γειτόνων και φίλων που τους αφήνουν να ζούν ανάμεσά μας, μέσα στη μικρή μας κοινότητα, φορτωμένους με φόβους, ανασφάλειες, άγχη, νευρώσεις και μισθούς πείνας.

Δεν γνωρίζουμε βέβαια όλοι εμείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, πού και πώς συμβαίνουν όλα αυτά. Δεν γνωρίζουμε πού τα άκουσαν και πού τα είδαν. Εμείς  πρώτη φορά τα ακούμε και τα διαβάζουμε. Δεν έχουμε βλέπεις καμία γνώση ποιά υπερκαταστήματα το κάνουν για να μην ξαναπατήσουμε ποτέ το ποδάρι μας ούτε ποιά δεν το κάνουν για να τα επιβραβεύσουμε με την παρουσία μας και τα λεφτά μας. Ούτε που μας ενδιαφέρει.

Γιατί εδώ, στην ξεπεσμένη πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, στο βαλκανικό χωριουδάκι του ευρωπαικού νότου,  οι λέξεις «κοινωνική, πολιτική και καταναλωτική συνείδηση» είναι άγνωστες λέξεις ή συνυφασμένες με τη μαλακία. Δεν μας ενδιαφέρουν εδώ τέτοια ανούσια πράγματα. Εδώ μάθαμε από μικρά παιδιά να κοιτάμε την δουλίτσα μας, να βολευόμαστε όσο καλύτερα μπορούμε για την πάρτη μας και να μην μιλάμε. Μόνο με αυτόν τον τρόπο επιβιώνουμε.

Δεν θα βγάλουμε εμείς το φίδι από την τρύπα. Ούτε θα σώσουμε τον κόσμο. Ας το κάνουν άλλοι για εμάς. Οι αντιπρόσωποί μας. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, όταν και αν τους το επιτρέψουν τα κόμματα που τους διατάζουν. Οι επαναστάτες της πόλης που ζούν έναν αιώνα πίσω ή οι άλλοι, οι πιο εκσυγχρονισμένοι επαναστάτες που έχουν κολλήσει δυστυχώς και αυτοί μέσα στους συντηρητικούς και αργόστροφους ρυθμούς της. Τα εργατικά κέντρα που μοιράζουν πατάτες, μέλια και κρομμύδια. Οι ενώσεις καταναλωτών και πολιτών που είτε δεν υπάρχουν στα μέρη μας είτε προσφέρουν μια όμορφη διακόσμηση στον κόσμο των δεκάδων συλλόγων της περιοχής. Οι επόπτες εργασίας, αν ξεπιαστούν και αυτοί από το στασίδι στα γραφεία τους. Και τέλος οι τοπικοί μας άρχοντες, δημοτικοί και δημόσιοι, με την λαμπρή τους φωτογένεια, την εξαίρετη αοριστολογία και την αετίσια ματιά τους στο αύριο του τόπου.

-Γιαουρτάκι κανείς;
-Με 20% έκπτωση και χωρίς λιπαρά παρακαλώ.
-Πλάτς!



Kείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Μπακάλικο του 20ου αιώνα (1930-1981) στην οδό Σταικοπούλου, ένα εκ των δεκάδων μπακάλικων της παλιάς πόλης,  ιδιοκτησίας Δημητρίου Κωνσταντίνου (παρατσούκλι:Tσάκωνας). Στην φωτογραφία ο ίδιος. 

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Η φθινοπωρινή συνάντηση της κυρίας Ευδοκίας

Ένα απόγευμα καθημερινής, μάλλον Τετάρτης, απέναντι από το καφέ «Μαύρος Γάτος», στην οδό Εμμανουήλ Σωφρόνη, μια γιαγιά ξεπρόβαλλε από το παράθυρο του σπιτιού της θέλοντας να κάνει τον καθιερωμένο της απογευματινό περίπατο που ελέω γήρατος συμβαίνει πλέον μόνο με το νού και τα μάτια.

Η τοποθεσία άλλωστε ενδείκνυται για περιπάτους, έστω και νοητικούς. Αποτελούσε πάντοτε κομβικό σημείο της παλιάς πόλης και το τελευταίο διάστημα, με την βοήθεια των πολλών καταστημάτων που άνοιξαν επί του δρόμου, έγινε ακόμα πιο πολυσύχναστη.

Έτσι κι αλλιώς όμως, με λίγο, πολύ ή καθόλου κόσμο, η κυρία Ευδοκία θα έβγαινε κάθε μέρα στο παράθυρό της για να κάνει την βόλτα της. Για να κάνει αυτό που κάνει κάθε αυτόχθονας ιθαγενής περπατώντας. Να ξεχαστεί.

Εμφανίστηκε στη σκηνή σαν μικρό παιδί με μάτια γεμάτα απορία. Μόλις μυρίστηκε πολύ κόσμο χαράχτηκε στο πρόσωπό της αυτή η χαρά που συναντάς μόνο στους μεγάλους ανθρώπους της πόλης. Πρόκειται για μια περίεργη περηφάνια, ένα καμάρι που γεννιέται μέσα τους κάθε φορά που συνειδητοποιούν πως το Ναύπλιο είναι πόλος έλξης χιλιάδων επισκεπτών. Σαν μια επαναλαμβανόμενη μέσα στα χρόνια έξωθεν μαρτυρία της ομορφιάς του που τους δίνει διαρκώς μεγάλη ικανοποίηση. Και ίσως και μια επιβεβαίωση της απόφασής τους να περάσουν όλη τους τη ζωή σε αυτή τη μικρή πόλη. Λες και δεν ήταν ποτέ σίγουροι για την επιλογή τους.

Η κυρία Ευδοκία παρατηρούσε τους πάντες και τα πάντα αλλά δεν μιλούσε. Μόνο χαμογελούσε. Το χαμόγελό της ακολουθούσε από ψηλά κάθε περαστικό χωρίς ο ίδιος να μπορεί να το δεί. Το χαμόγελό της ήταν πότε εγκάρδιος χαιρετισμός και πότε ευχή αλλά δυστυχώς πάντοτε χωρίς ανταπόδοση. Πράγμα βέβαια που δεν έδειχνε καθόλου να την πτοεί.

Ξαφνικά, εκεί που η σκέψη της πήγαινε πέρα-δώθε μέσα στην οχλοβοή και την κίνηση,  παρατηρεί πως ακριβώς από κάτω από το παράθυρό της ήταν ξαπλωμένος και αραχτός ο γερό-Σπύρος. Το γνωστό αδέσποτο σκυλί της πόλης. Τότε, η κυρία Ευδοκία μίλησε.

Άρχισε να τον καλοπιάνει, να του γλυκομιλάει και να του ψιθυρίζει τα αγαπησιάρικα λόγια που λένε οι αληθινοί άνθρωποι στα ζώα. Ο Σπύρος στην αρχή την αγνοούσε σαν γνήσιο αρσενικό, συνηθισμένος χρόνια στα κοπλιμέντα των θηλυκών. Η κυρία Ευδοκία όμως επέμενε.

Με τα πολλά γλυκόλογα λοιπόν δεν άντεξε και αυτός κι υπέκυψε. Σηκώθηκε, τινάχτηκε, τεντώθηκε επιδεικτικά μπροστά της, έκανε μια γυροβολιά γύρω από την ουρά του και την κοίταξε. Έπειτα περπάτησε αργά μέχρι τη γωνία του δρόμου και χάθηκε από τον ορίζοντα.

Η κυρία Ευδοκία απέμεινε για λίγο να κοιτάει το κενό της απουσίας του με ζωγραφισμένο στα μάτια της ένα χαμόγελο προσμονής.

Ίσως της υποσχέθηκε πως την επόμενη μέρα θα ξαναπεράσει.



Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Aρχείο Κώστα Καράπαυλου

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες

Μας έπιασε ο Σεπτέμβρης με τις πρώτες ησυχίες του και τα σχολεία που επιτέλους ανοίγουν και μαντρώνουν πίσω από τα κάγκελα της γνώσης και των φροντιστηρίων την ηλιοκαμμένη μας πιτσιρικαρία.

Καλά χρυσά και άγια τα μαθητούδια της περιοχής αλλά νά ‘χουμε πια και μείς τις ήρεμες καθημερινές μας μέρες χωρίς την βοή, την τσιρίδα και τον πανικό που σέρνει στο διάβα της η σχολική μαρίδα.

Όσο γι αυτούς που ζουν κοντά σε σχολεία και δεν γλιτώνουν με τίποτα τον θόρυβο, ας ζητήσουν μείωση ενοικίου για ψυχική οδύνη ή ας μετακομίσουν. Ή ας απαγορευτεί το διάλλειμα στη τελική. Να μην σηκώνουν κεφάλι τα κακομαθημένα. Θα μάθουν και πιο εύκολα να γίνονται τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ που είναι και ο απώτερος στόχος της ελληνική εκπαιδεύσεως.

Τα σχολιαρόπαιδα πάντως τυχαίνουν μεγάλης εκτίμησης από τον κόσμο της Αργολίδος. Και δή τον πολιτικό. Ειδικά τα μαθητούδια που καταφέρνουν να πετύχουν στις Πανελλήνιες Εξετάσεις. Ουρά κάνουν οι επίσημοι για να τους συγχαρούν. Και να τα μπράβο, και να τα εύγε, και να σου οι λαμπροί οι δρόμοι που ανοίγονται, πετάνε και ένα ξεροκόματο κουράγιου στους αποτυχόντες και από δώ πάν κι οι άλλοι. Κουβέντα για τα φράγκα που σκάνε οι γονείς στο καρκίνωμα της ελληνικής εκπαίδευσης που λέγεται φροντιστήριο. Κουβέντα για τις περισσότερες ευκαιρίες του πλούσιου παιδιού από το φτωχό. Κουβέντα για το σάπιο σύστημα εκπαιδευτικής διδασκαλίας που επιβραβεύει παπαγάλους. Κουβέντα για λύσεις και μέτρα. Όλα καλά, όλα ωραία. Την αυτοπροβολή μας να κάνουμε μόνο και να δείξουμε ευαίσθητοι, περήφανοι και συγκινημένοι με το ετοιματζίδικο από την γραμματέα μας δελτίο τύπου.

Αλλά για ποιο λόγο να ασχοληθούν σοβαρά με την εκπαίδευση και την παιδεία; Πρώτον αν ασχοληθούν σοβαρά και μορφώσουν ανθρώπους όπως πρέπει, με κριτική σκέψη και όρεξη για γνώση, το πιο πιθανό είναι να μην τους ξαναψηφίσει κανείς. Οπότε για μαλάκες τους έχεις;

Επίσης υπάρχει ο κίνδυνος η μόρφωση να τους καταντήσει τίποτα γελοίους θολοκουλτουριαραίους που γκρινιάζουν με το παραμικρό, πουλάνε πνεύμα δώθε-κείθε, νομίζουν πως τα ξέρουν όλα και έρχονται ξαφνικά πίσω στο τόπο τους για να κριτικάρουν αφ’ υψηλού όλα τα κακώς κείμενα. Τους ενοχλούν τα 90ς party σε αρχαιολογικούς χώρους, τα υπέροχα παραδοσιακά και ελληνικότατα πανηγύρια των χωριών μας, οι συναυλίες εξαιρετικών κατασκευασμένων ειδώλων του κουτσομπολίστικου τύπου, τους ενοχλεί ακόμα και τίποτα απολύτως να μην συμβαίνει, πράγμα σύνηθες στα μέρη μας και καθόλου άσχημο. Και άλλα πολλά τους ενοχλούν βέβαια αυτούς τους αντικοινωνικούς τύπους αλλά δεν είναι της παρούσης.

Γιατί καλή και η μόρφωση σύντροφοι αυτόχθονες ιθαγενείς αλλά δεν πρέπει να καταντάει παραμόρφωση. Γιατί η αληθινή ζωή κρίνεται στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο και όχι πίσω από ακαδημαικές αίθουσες και πολυσέλιδα βιβλία.  Η αληθινή ζωή και γνώση βρίσκεται κοντά στο λαό που μοχθεί, τον σοφό λαό που όλα τα ξέρει και κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να τον κοροιδέψει και να τον εκμεταλλευτεί. Μα κανείς.

Ποιος ξέρει δηλαδή τί είναι σωστό και τί δεν είναι;

Ο βρωμιάρης ο θολοκουλτουριαραίος; Ο δήθεν επιστήμονας; Ο σπουδαγμένος στα ελληνικά πανεπιστήμια της διαφθοράς, της βίας και της ανομίας; Που πέρασε στις πανελλήνιες με τα λεφτάκια του μπαμπά και της μαμάς; Πού τα βρήκε όλα έτοιμα;

Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο όπου τα συγχαρητήρια των επισήμων και των αυλικών τους, παύουν. Εδώ είναι το σημείο που αποκαλύπτουν πως δόθηκαν και δίνονται πάντα υποκριτικά. Είναι εδώ που το λαμπρό μέλλον του κάθε «επιτυχόντα» και η επιστημονική του γνώση αξίζει μονάχα για την επικοινωνιακή τους αυταρέσκεια και μόλις ενοχλήσει την καθεστηκυία γραμμή τους τότε θυμούνται όλα τα κλισέ αρνητικά της εκπαιδευτικής του πορείας.

Όταν του εύχονταν λοιπόν νέους δρόμους ενοούσαν τους ίδιους ή αυτούς που ήδη είχαν μέσα στο κεφάλι τους.  Όταν του έλεγαν νέους κόσμους εννοούσαν τους άλλους, τους μακρυά από εδώ, και όχι τον τόπο του που αυτοί κάνουν κουμάντο. Και όταν του έλεγαν πως θα γίνει χρήσιμο και παραγωγικό μέλος της κοινωνίας εννοούσαν πως δεν πρόκειται ποτέ να τους ενοχλήσει σαν ένα καλοκουρδισμένο ρομπότ.

Γιατί ποιός είναι αυτός ο «επιτυχόντας» και τί ξέρει; Μια σκατούλα είναι που του έδωσαν κάποτε συγχαρητήρια και μάλλον το πήρε πάνω του.

Νέοι δρόμοι, νέα μυαλά και νέες νοοτροπίες υπάρχουν μόνο στα λόγια και στα δελτία τύπου αυτών που σέρνουν πίσω τους μια σιωπηρή και αποβλακωμένη πλειοψηφία.

Εδώ στα ανατολικά της Πελοποννήσου αυτός ο «επιτυχόντας» είναι περιττός. Δεν τον χρειάζεται κανείς. Ας κάνε τη δουλίτσα του ήσυχα κι ωραία, αν την βρεί και αυτή, ή ας σηκωθεί να φύγει.

Ας πάει για τρέλες στις Σεϋχέλλες!



Το κείμενο είναι αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά που έφυγαν για να βρούν μια καλύτερη τύχη και σε όσους παραμένουν ακόμα  κουτουλώντας κάθε μέρα το κεφάλι τους στον τοίχο