"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Η φθινοπωρινή συνάντηση της κυρίας Ευδοκίας

Ένα απόγευμα καθημερινής, μάλλον Τετάρτης, απέναντι από το καφέ «Μαύρος Γάτος», στην οδό Εμμανουήλ Σωφρόνη, μια γιαγιά ξεπρόβαλλε από το παράθυρο του σπιτιού της θέλοντας να κάνει τον καθιερωμένο της απογευματινό περίπατο που ελέω γήρατος συμβαίνει πλέον μόνο με το νού και τα μάτια.

Η τοποθεσία άλλωστε ενδείκνυται για περιπάτους, έστω και νοητικούς. Αποτελούσε πάντοτε κομβικό σημείο της παλιάς πόλης και το τελευταίο διάστημα, με την βοήθεια των πολλών καταστημάτων που άνοιξαν επί του δρόμου, έγινε ακόμα πιο πολυσύχναστη.

Έτσι κι αλλιώς όμως, με λίγο, πολύ ή καθόλου κόσμο, η κυρία Ευδοκία θα έβγαινε κάθε μέρα στο παράθυρό της για να κάνει την βόλτα της. Για να κάνει αυτό που κάνει κάθε αυτόχθονας ιθαγενής περπατώντας. Να ξεχαστεί.

Εμφανίστηκε στη σκηνή σαν μικρό παιδί με μάτια γεμάτα απορία. Μόλις μυρίστηκε πολύ κόσμο χαράχτηκε στο πρόσωπό της αυτή η χαρά που συναντάς μόνο στους μεγάλους ανθρώπους της πόλης. Πρόκειται για μια περίεργη περηφάνια, ένα καμάρι που γεννιέται μέσα τους κάθε φορά που συνειδητοποιούν πως το Ναύπλιο είναι πόλος έλξης χιλιάδων επισκεπτών. Σαν μια επαναλαμβανόμενη μέσα στα χρόνια έξωθεν μαρτυρία της ομορφιάς του που τους δίνει διαρκώς μεγάλη ικανοποίηση. Και ίσως και μια επιβεβαίωση της απόφασής τους να περάσουν όλη τους τη ζωή σε αυτή τη μικρή πόλη. Λες και δεν ήταν ποτέ σίγουροι για την επιλογή τους.

Η κυρία Ευδοκία παρατηρούσε τους πάντες και τα πάντα αλλά δεν μιλούσε. Μόνο χαμογελούσε. Το χαμόγελό της ακολουθούσε από ψηλά κάθε περαστικό χωρίς ο ίδιος να μπορεί να το δεί. Το χαμόγελό της ήταν πότε εγκάρδιος χαιρετισμός και πότε ευχή αλλά δυστυχώς πάντοτε χωρίς ανταπόδοση. Πράγμα βέβαια που δεν έδειχνε καθόλου να την πτοεί.

Ξαφνικά, εκεί που η σκέψη της πήγαινε πέρα-δώθε μέσα στην οχλοβοή και την κίνηση,  παρατηρεί πως ακριβώς από κάτω από το παράθυρό της ήταν ξαπλωμένος και αραχτός ο γερό-Σπύρος. Το γνωστό αδέσποτο σκυλί της πόλης. Τότε, η κυρία Ευδοκία μίλησε.

Άρχισε να τον καλοπιάνει, να του γλυκομιλάει και να του ψιθυρίζει τα αγαπησιάρικα λόγια που λένε οι αληθινοί άνθρωποι στα ζώα. Ο Σπύρος στην αρχή την αγνοούσε σαν γνήσιο αρσενικό, συνηθισμένος χρόνια στα κοπλιμέντα των θηλυκών. Η κυρία Ευδοκία όμως επέμενε.

Με τα πολλά γλυκόλογα λοιπόν δεν άντεξε και αυτός κι υπέκυψε. Σηκώθηκε, τινάχτηκε, τεντώθηκε επιδεικτικά μπροστά της, έκανε μια γυροβολιά γύρω από την ουρά του και την κοίταξε. Έπειτα περπάτησε αργά μέχρι τη γωνία του δρόμου και χάθηκε από τον ορίζοντα.

Η κυρία Ευδοκία απέμεινε για λίγο να κοιτάει το κενό της απουσίας του με ζωγραφισμένο στα μάτια της ένα χαμόγελο προσμονής.

Ίσως της υποσχέθηκε πως την επόμενη μέρα θα ξαναπεράσει.



Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Aρχείο Κώστα Καράπαυλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου