"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Οι σουπερμαρκετάδες είναι φίλοι μας

Μία από τις βασικές λατρευτικές ακολουθίες σε μορφή σχεδόν προσκυνήματος στην όμορφη και γραφική πόλη μας, μαζί με την ακολουθία του καφέ, των γιορτών και των πέριξ πανηγυριών, είναι και η Σαββατιάτικη επίσκεψη σύσσωμης της αυτόχθονης κοινότητας στα υπερσύγχρονα και υπερκαταναλωτικά σούπερ μάρκετ της περιοχής.

Το Σαββάτο το πρωί τ’Ανάπλι αναστενάζει. Μαζί με την λαική αγορά δημιουργείται παντού το αδιαχώρητο. Αυτοκίνητα, κορναρίσματα, παρκαρίσματα, φωνές πιτσιρίκων, τσιρίδες μανάδων, αγριοφωνάρες συζύγων, κουπόνια προσφορών, πορτ-μπαγκάζ που γεμίζουν τεράστιες νάυλον σακούλες και ατελείωτος συνωστισμός στις ουρές των ταμείων.

Και όλα αυτά για να γεμίσει το καλάθι του αυτόχθονα φτωχού. Καλάθι που για αδιευκρίνιστους  μέχρι σήμερα λόγους δεν βρίσκει ούτε μία ώρα μέσα στις υπέροχες καθημερινές μέρες της πόλης για να γεμίσει  με την ησυχία του αλλά προτιμά μόνο το κυκλοφοριακό και ανθρωπινό χάος του Σαββάτου. Λες και ζεί σε καμιά μεγαλούπολη με τεράστιες αποστάσεις και παντελή έλλειψη χρόνου στη διάθεσή του. Τέτοιες σκέψεις όμως αγγίζουν την έρευνα της ψυχολογίας, του συλλογικού ασυνείδητου, του όχλου και της προβατοποίησης με βελάσματα σε ήχους ρέγκε κλαρίνων και δεν είναι της παρούσης.

Της παρούσης είναι η ανάπτυξη των σούπερ μάρκετ της περιοχής που ζωή νά ‘χουν συνεχώς και αβγαταίνουν. Από όποιο μέρος της υφηλίου και να έρχονται. Είτε εσωτερικό είτε εξωτερικό μέρος. Εμείς δεν κάνουμε διακρίσεις. Δεν είμεθα ρατσιστές άλλωστε. Εμείς το γιαουρτάκι μας με προσφορά 20% έκπτωση θέλουμε, απορρυπαντικά με δώρο σφουγγαράκια, καμιά δεκαριά εταιρείες εμφιαλωμένων, καφέδες με γεύση μύγδαλο και γενικώς όλα τα καλούδια της δυτικής βιομηχανίας προιόντων, σε τιμές όμως πάντοτε προσιτές. Και τότε, όλοι οι καλοί σουπερμαρκετάδες του σύμπαντος κόσμου είναι καλοδεχούμενοι στο τόπο μας.

Εκτός όμως από τις τριακόσιες ογδόντα έξι μάρκες τυριών που μας προσφέρουν οι ευεργέτες σουπερμαρκετάδες και μας χαρίζουν έτσι απλόχερα την αληθινή ευτυχία στη ζωή, δίνουν και δουλίτσα, προσφέρουν και ψωμάκι στους αυτόχθονες ιθαγενείς. Δικά μας παιδιά, ντόπια και με σφραγίδα γνησιότητας φοράνε την χρωματιστή ποδίτσα τους και εργάζονται μέσα στους ναούς της κατανάλωσης της πόλης μας.

Επειδή όμως κάποιοι κακεντρεχείς θα πούν πως για να βρούν δουλίτσα αυτά τα πέντε, έξι ή δέκα παιδιά της πόλης, έκλεισαν αντίστοιχα κάποτε πέντε, έξι ή δέκα συνοικιακά παντοπωλεία για να μείνουν σήμερα ελάχιστα, να θυμίσω σε αυτούς τους αιωνίους γκρινιάρηδες πως πρώτον τα συνοικιακά παντοπωλεία δεν είχαν ποτέ χρωματιστές ποδίτσες παρά μόνο κάτι ολόλευκες που βρώμιζαν με το παραμικρό. Δεύτερον, σε αυτά τα μικρά καταστηματάκια δεν θα έβρισκες ποτέ τριακόσιες ογδόντα έξι μάρκες τυριών που φέρνουν την ευτυχία παρά μόνο τρία άντε τέσσερα είδη. Και τρίτον, οι τιμές των παντοπωλείων ήταν κατατί ανεβασμένες καθότι οι δόλιοι μπακάληδες δεν είχαν ποτέ την δυνατότητα της μονοπωλιακής χρήσης των τιμών όπως οι ευεργέτες σουπερμαρκετάδες μας.

Και αφού τους παρουσιάσεις αυτά τα ακλόνητα επιχειρήματα, οι κακεντρεχείς δεν θα σταματήσουν εκεί. Θα αρχίσουν να διαδίδουν φήμες και ψιθύρους που κυκλοφορούν στην πόλη για καταπίεση εργαζομένων και για άθλιες συνθήκες εργασίας. Θα θυμηθούν εκείνο το σούπερ μάρκετ που πλήρωνε τους εργαζομένους του με τρόφιμα αντί για χρήματα, θα σου πουν για πληρωμένα πεντάωρα που είναι στην ουσία οκτάωρα και δεκάωρα, θα σου πουν για ψυχολογική πίεση εργαζομένων, για βρισιές, για υποσχέσεις μπόνους μισθών χωρίς κανένα ποτέ αντίκρυσμα, για πρακτική εξάσκηση όλου του σύγχρονου μάνατζμεντ διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού πάνω στα σώματα και τα μυαλά δικών μας ανθρώπων, γειτόνων και φίλων που τους αφήνουν να ζούν ανάμεσά μας, μέσα στη μικρή μας κοινότητα, φορτωμένους με φόβους, ανασφάλειες, άγχη, νευρώσεις και μισθούς πείνας.

Δεν γνωρίζουμε βέβαια όλοι εμείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, πού και πώς συμβαίνουν όλα αυτά. Δεν γνωρίζουμε πού τα άκουσαν και πού τα είδαν. Εμείς  πρώτη φορά τα ακούμε και τα διαβάζουμε. Δεν έχουμε βλέπεις καμία γνώση ποιά υπερκαταστήματα το κάνουν για να μην ξαναπατήσουμε ποτέ το ποδάρι μας ούτε ποιά δεν το κάνουν για να τα επιβραβεύσουμε με την παρουσία μας και τα λεφτά μας. Ούτε που μας ενδιαφέρει.

Γιατί εδώ, στην ξεπεσμένη πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, στο βαλκανικό χωριουδάκι του ευρωπαικού νότου,  οι λέξεις «κοινωνική, πολιτική και καταναλωτική συνείδηση» είναι άγνωστες λέξεις ή συνυφασμένες με τη μαλακία. Δεν μας ενδιαφέρουν εδώ τέτοια ανούσια πράγματα. Εδώ μάθαμε από μικρά παιδιά να κοιτάμε την δουλίτσα μας, να βολευόμαστε όσο καλύτερα μπορούμε για την πάρτη μας και να μην μιλάμε. Μόνο με αυτόν τον τρόπο επιβιώνουμε.

Δεν θα βγάλουμε εμείς το φίδι από την τρύπα. Ούτε θα σώσουμε τον κόσμο. Ας το κάνουν άλλοι για εμάς. Οι αντιπρόσωποί μας. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, όταν και αν τους το επιτρέψουν τα κόμματα που τους διατάζουν. Οι επαναστάτες της πόλης που ζούν έναν αιώνα πίσω ή οι άλλοι, οι πιο εκσυγχρονισμένοι επαναστάτες που έχουν κολλήσει δυστυχώς και αυτοί μέσα στους συντηρητικούς και αργόστροφους ρυθμούς της. Τα εργατικά κέντρα που μοιράζουν πατάτες, μέλια και κρομμύδια. Οι ενώσεις καταναλωτών και πολιτών που είτε δεν υπάρχουν στα μέρη μας είτε προσφέρουν μια όμορφη διακόσμηση στον κόσμο των δεκάδων συλλόγων της περιοχής. Οι επόπτες εργασίας, αν ξεπιαστούν και αυτοί από το στασίδι στα γραφεία τους. Και τέλος οι τοπικοί μας άρχοντες, δημοτικοί και δημόσιοι, με την λαμπρή τους φωτογένεια, την εξαίρετη αοριστολογία και την αετίσια ματιά τους στο αύριο του τόπου.

-Γιαουρτάκι κανείς;
-Με 20% έκπτωση και χωρίς λιπαρά παρακαλώ.
-Πλάτς!



Kείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Μπακάλικο του 20ου αιώνα (1930-1981) στην οδό Σταικοπούλου, ένα εκ των δεκάδων μπακάλικων της παλιάς πόλης,  ιδιοκτησίας Δημητρίου Κωνσταντίνου (παρατσούκλι:Tσάκωνας). Στην φωτογραφία ο ίδιος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου