"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Επιστολή στον πρωθυπουργό της χώρας

Πολυχρονεμένε μου αφέντη,

Με χείλη τρεμάμενα και με ανείπωτη περηφάνια πληροφορήθηκα μες την βδομάδα που μας πέρασε πως υπάρχει το ενδεχόμενο, κυκλοφορεί η φήμη, σήμανε επιτέλους η ώρα η γλυκιά, που θα σου προτείνουμε να γίνεις ένας επίτιμος αυτόχθονας ιθαγενής. Ένας επίτιμος εμείς.


Από την ώρα που άκουσα την χαρμόσυνη αυτή είδηση, προσεύχομαι κάθε ώρα και στιγμή στον Θεό, στον ίδιο Θεό που η αυτού μεγαλειότητα της τελειότητάς σου μιλάει απευθείας, και τον παρακαλάω κατά πρώτον να είναι αληθινή αυτή η φήμη και κατά δεύτερον να μην μας αρνηθείς και να μην μας περιφρονήσεις. Να δεχτείς έτσι μεγαλόψυχος που είσαι και κουβαρδάς, να γίνεις ένας από εμάς.

Μπορεί να είμαστε πια οι ερπόμενοι γεωσκώληκες της αργολικής γής αλλά να είσαι σίγουρος πως το παρελθόν μας και την ιστορία μας δεν την ξεχνάμε ποτέ. Θυμήσου μόνο πως μέσα από τα δικά μας χεράκια πέρασε πρώτα αυτό το εξαιρετικό δημιούργημα που τώρα διοικείς με σοφία και ευσπλαχνία και που λέγεται νεοελληνικό κράτος. Εμείς είμασταν αυτοί που το πλάσαμε πρώτοι, που τελειοποιήσαμε κάθε πιθανή κι απίθανη ανωμαλία του με ιδρώτα και αίμα, για να έρθεις εσύ, μετά από χρόνια πολλά, φερμένος από άλλη γή,  και πάνω του να χτίσεις μια νέα ελληνική αυτοκρατορία. Το πελατειακό κράτος λοιπόν που τόσο εύστροφα και αναπτυξιακά διαχειρίζεσαι σε πλείστες περιπτώσεις, όπως αυτή της Δημόσιας Τηλεόρασης, είναι κατά βάθος ένα δικό μας παιδί.

Επομένως Αντώνη, εμείς και εσύ, εσύ και εμείς, είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Έχουμε μια βαθιά και ουσιαστική ερωτική σχέση. Πώς αλλιώς; Αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι, όπως λέει και ο αγαπημένος σου ποιητής Οδυσσέας Ελύτης που πάνω του έχτισες μια λαμπρή καριέρα ενός πολιτικά και εθνικά διανοούμενου ανδρός.

Θεωρώντας πως εκφράζω την συντριπτική πλειοψηφία των ιθαγενών της πόλης, θέλω να σε ευχαριστήσω δημόσια για τις καθοριστικές παρεμβάσεις σου, που αποτελούν κοινό μυστικό αναμετάξυ μας,  για να διατηρήσουμε στη πόλη μας αυτό το τόσο χρήσιμο στρατόπεδο για την πατρίδα στη μέση του τίποτα. Γνωρίζουμε βέβαια πως στο συγκεκριμένο ζήτημα πρώτα προστάτεψες την μεσσήνια και πατρώα γή σου αλλά και εμάς στο τέλος δεν μας ξέχασες. Όπως δεν μας ξέχασες στο έργο του λιμανιού. Όλη η πόλη γνωρίζει πως εσύ πρόταξες τα στήθη σου για να ξεκινήσει το έργο και να γίνει το Ναύπλιο, από Νάπολι, Μονακό των Βαλκανίων.

Θέλουμε επίσης να σε ευχαριστήσουμε δημόσια για όλες τις Αναστάσεις που έχουμε περάσει μαζί στον Άγιο-Γεώργιο. Ελπίζουμε και ευχόμαστε μόνο, οι κατά καιρούς τοπικοί αρχόντοι και παράγοντες που σε περιστοίχιζαν, να έδειξαν επαρκώς την υποτέλεια και την δουλικότητά τους και να σε άφησαν ικανοποιημένο. Καλύτερους δυστυχώς δεν μπορούμε να βρούμε, αυτούς είχαμε, αυτούς βάλαμε.


Μη μας αρνηθείς Αντώνη. Σε θέλουμε συνδημότη μας. Θα σου δώσουμε στην ανάγκη και το χρυσό κλειδί της πόλης. Θα σου δώσουμε τις παραλίες, τα αρχαία και όλα μας τα οικόπεδα.  Ακόμα και τα κλειδιά των σπιτιών μας θα σου δώσουμε για να δεχτείς. Γιατί να τα πάρουν δηλαδή οι απρόσωπες τράπεζες και το κράτος και να μην προλάβουμε να τα χαρίσουμε σε ένα δικό μας παιδί;

Θυμάμαι τότε, πάει ένας χρόνος και κάτι, που είχες έρθει στο Βουλευτικό για να βγάλεις λόγο και για να μας βγάλεις επίσης από τη μίζερη κυριακάτικη καθημερινότητα της μικρής μας επαρχίας, για να έχουμε και εμείς οι φτωχοί κατιτίς να χαζεύουμε. Έστειλες λοιπόν στη παλιά μας πόλη για να μας διασκεδάσεις όλη την αστυνομική δύναμη της Πελοποννήσου δήθεν μου να σε περιφρουρεί και να κρατά την τάξη.

Και εδώ μου έρχονται τα λόγια του εθνικού και αγαπημένου σου ποιητή: « Όταν ακούς τάξη, ανθρωπινό κρέας μυρίζει».


Ο πάντα ταπεινός σου δούλος,
Μario Vagman

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Σοσιαλιστικά καρέ της μικρής μας πόλης

Κυρία περιοπής περιμένει στην ουρά Τράπεζας, περίπου 120 αχώνευτα νούμερα πίσω,  και στο πρόσωπό της είναι όλη την ώρα ζωγραφισμένη αυτή η κλασική και τόσο γνώριμη πια ελληνική νοσταλγία της ενδόξου εποχής του παλαιού ΠΑΣΟΚ.



Σκέφτεται εκείνες τις όμορφες μέρες της ζωής της που οι ουρές στις τράπεζες ήταν μόνο για τους πληβείους και όχι βεβαίως για υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, που με τις γνωριμίες τους κατάφερναν πάντα και εξυπηρετούνταν πλαγίως και αυτομάτως. Eίναι εκείνη η χρυσή περίοδος όπου οι πιτσιρικάδες κοπάναγαν τα τηλέφωνα στους τηλεφωνικούς θαλάμους του ΟΤΕ για να βγάλουν κανά νόμισμα.  Και φυσικά έβγαζαν το κατιτίς τους, το οποίο κατιτίς τους τρωγόταν πάντα στα ουφάδικα. Αν υπήρχε τώρα εκείνη η σουρεάλ εποχή, κάποιος υποδιευθυντής ή διευθυντής θα είχε τρέξει με πάθος και γλοιώδη ευγένεια να εξυπηρετήσει την κυρία, έξω βεβαίως από την λαουτζίστικη σειρά.

Όχι πως η κυρία ήταν κάποιο σημαίνον πρόσωπο αλλά ο σύζυγος ήταν. Από νωρίς στους σοσιαλιστικούς αγώνες της Αργολίδας, περάσε ευτυχώς γρήγορα από τις κλαδικές οργανώσεις του εργατικού όχλου της δεκαετίας του 80 και εισχώρησε ταχέως στην αστική κοινωνία του Ναυπλίου καθότι διέθετε την απαιτούμενη προοδευτική παιδεία για τα μεγάλα πόστα και την υψηλή καθοδήγηση.

Και, όπως είναι φυσικό, πίσω από έναν πετυχημένο άντρα και δή σοσιαλιστή εν Ελλάδι, κρύβεται πάντοτε μια γουστόζικη γυναίκα. Μια κυρία όχι μόνο περιοπής αλλά και καλλιέργειας αρμόζουσας με τις συνήθειες της μεσαιωνικής μας πόλης.

Έχει έρθει σήμερα στην Τράπεζα για ανάληψη μόνο ολίγων μετρητών. Και να ήθελε πολλών, δυστυχώς δεν μπορούσε. Το ταμιευτήριο της εδώ και μερικά χρόνια όλο και λιγοστεύει καθώς το τρένο του τρίτου δρόμου προς τον σοσιαλισμό έχει πουλήσει κάμποσα από τα πράσινα βαγόνια του και έχει πετάξει έξω και αυτήν και τον καλοπιασμένο σύζυγο. Ναυπλιώτες γάρ, όπερ σημαίνει χαμηλής πολιτικής εκτιμήσεως από το αθηναικό κομματικό κράτος. Επιβάτες έχουν παραμείνει μόνο λίγοι και εκλεκτοί. Οι απολύτως απαραίτητοι που λένε, τόσοι-όσοι χρειάζονται για να μπορέσουν να μοιραστούν τα λιγοστά λάφυρα που υπάρχουν στο τελευταίο δρομολόγιο.

Σκέφτεται λοιπόν μονάχη της και συλλογάει πως, έτσι πεταμένοι που είναι τώρα στα γεράματα, και αυτή και ο σύζυγος, μέσα στην πλέμπα της ναυπλιακής κοινωνίας και την καταφρόνια, στη λαϊκή ουρά του σισιτίου ολίγων μετρητών, δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν από το να αναζητήσουν νέους δρόμους που θα ξαναβόλεψουν τα προοδευτικά τους χαρίσματα και φυσικά τα άνεργα τέκνα τους.  Οι μνηστήρες πολλοί καθώς η πρόοδος κυκλοφορεί σε ποικίλες κυβερνητικές αποχρώσεις. Μέχρι να διαλέξουν όμως, πρέπει να σηκώσουν επειγόντως σήμερα το πρωί περί τα 300 ευρώ, γιατί οι λογαριασμοί τρέχουν αδυσώπητοι.

Έτσι φτάνει επιτέλους η ώρα της πληρωμής. Η κυρία πλησιάζει το ταμείο, βγάζει το βιβλιάριο από τη δερμάτινη και πανάκριβη τσάντα της, αγορασμένη  στα τέλη του προηγούμενου αιώνος, την περίοδο του σοσιαλιστικού εκσυγχρονισμού,  και ζητά από τη ταμία γεμάτη ντροπή και με βλέμμα κατεβασμένο, να κάνει ανάληψη του ευτελούς ποσού. Αυτό που την ενοχλεί  περισσότερο δεν είναι το μέγεθος του ποσού αλλά το γεγονός πως η ταμίας, για χρόνια γειτόνισσά της, θα δεί το χαμηλό υπόλοιπο του λογαριασμού της και θα την κουτσομπολέψει σε όλη τη γειτονιά.

Δεν είχε και άδικο. Η ταμίας ήταν μεν σοσιαλίστρια και του λόγου της, συνεπιβάτης για χρόνια στο τρένο της αλλαγής, αλλά με διαφορετικό εισιτήριο στη τσέπη. Η κυρία καθόταν πάντα πρώτη θέση ενώ η δόλια ταμίας λαϊκή απογευματινή.  Σαλόνια και εκδηλώσεις της υψηλής και ανεπαίσθητης διανόησης η κυρία, μπουζούκια, κλαρίνα, πιάτα και γαρούφαλλα η ταμίας. Φαγοπότια και συχνές συνευρέσεις με την νομεκλατούρα του κινήματος η μανδάμ, αφισοκόλληση, πορεία και διαδήλωση η εργατική τάξη. Όσο για την εποχή του γκλάμουρους σοσιαλισμού, ενώ η μιά οριστικοποιούσε την δυτικότροπή της αποχαύνωση, η άλλη την έβγαζε με reality shows και τηλεπαράθυρα μέχρι που από την πολύ κουλτούρα έγινε χρυσαυγίτισσα.

Το μόνο που τους ενώνει πια είναι η πλατεία Συντάγματος. Εκεί συχνάζουν και οι δυό όταν πίνουν τον καφέ τους. Στη γειτονιά ούτε καλημέρα δεν λένε. Εκεί στη πλατεία μόνο, αν τυχόν συναντηθούν κατά λάθος οι παρέες τους, ρίχνουν μια τυπική χαιρετούρα από τον υπερβάλλοντα ζήλο κοινωνικότητας που κυριεύει το μέρος. Μόνο στη πλατεία. Μέσα στο μοναδικό καζάνι της πόλης που βράζουν όλοι.



Κείμενο: Mario Vagman


Αφιερωμένο στη μεγάλη νίκη του λαού στις 18 του Οκτώβρη του 1981



Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ο Γκοντάρ, ο Spiderman, ο Τέτρις και άλλοι ματάκηδες

«Μας παίρνει μάτι όλο το Ναύπλιο, όλο το σύμπαν» φώναζε αισθησιακά νεαρός επιβήτορας και πρωταγωνιστής της χολιγουντιανής παραγωγής που γυρίστηκε κάποτε στα μέρη μας με τίτλο «το παλαμάρι του βαρκάρη».

Η ατάκα ξαναχρησιμοποιήθηκε αυτούσια στον πρώτο δίσκο των Ημισκουμπρίων στο κομμάτι «Τσόντα» και αποτελεί την μοναδική ιστορική καταγραφή μιας συνήθειας της πόλης που όλοι γνωρίζουν αλλά ελάχιστοι ομολογούν.


Αυτό συμβαίνει καθώς ελάχιστοι είναι εκείνοι που άσκησαν το χόμπι του ματάκια με τέτοιον επαγγελματισμό και μαεστρία που έγιναν δαχτυλοδεικτούμενοι μέσα στην ναυπλιακή κοινωνία. Μια κοινωνία όμως που διατηρούσε όλες εκείνες τις απαραίτητες συνθήκες που γεννάνε τέτοια φαινόμενα και τέτοιους ανθρώπους, ανώμαλους και διεστραμμένους για πολλούς ή αστείες και κωμικοτραγικές  φιγούρες για άλλους.

Είναι όλοι αυτοί που τα βράδια σχεδιάζαν και οργάνωναν εξορμήσεις στους γαμηστρώνες της πόλης, κατασκεύαζαν ή έβρισκαν έτοιμες κρυψώνες με μόνο στόχο την απόλαυση και το ερωτικό μασάζ των ματιών τους. Όλοι οι υπόλοιποι αυτόχθονες ιθαγενείς ασκήθηκαν επί τω έργω μόνο εκ παρεκτροπής. Ποιός ή ποιά δεν έχει κρυφακούσει ζευγάρι στο διπλανό διαμέρισμα ή σπίτι που οι ήχοι της συνευρέσεώς τους διαπερνάν τους τοίχους και τα ντουβάρια; Ποιός έφυγε από ένα τέτοιο συμβάν μη θεωρώντας το πρέπον; Ποιός ή ποιά απομακρύνθηκε από μια παραλία ή ερημιά όταν δίπλα του ένα ζευγάρι εκτελούσε την αναπαραγωγική διαδικασία; Κανείς.

Παλαιόθεν το ερασιτεχνικό μπανιστήρι αποτελούσε προνόμιο των έφηβων αγοριών κάτι που φαίνεται τελείως λογικό λόγω της περιέργειάς τους σε έναν καινούριο κόσμο που ανοίγεται μπροστά τους. Τι συμβαίνει όμως όταν αυτή η συνήθεια σε ακολουθεί και στα επόμενα χρόνια της ζωής σου; Η απάντηση είναι απλή. Γίνεσαι λαϊκός ήρωας και οι περιπέτειές σου, όταν και αν ανακαλύψουν τις μεθόδους σου ή είσαι τόσο κυνικός που τις αποκαλύψεις ο ίδιος, γίνονται λαϊκές προφορικές αφηγήσεις του άστεως και μύθοι.

Πρώτος μύθος της πόλης είναι ο επονομαζόμενος «Γκοντάρ». Λάτρης του κινηματογράφου και της μαγνητοσκόπησης έχει κινηματογραφίσει με τρόπο μαγικό όσα ζευγαράκια κατάφερε (και είναι πολλά) από την δεκαετία του 70 μέχρι τουλάχιστον τα μισά της δεκαετίας του 90. Έστηνε την κάμερά του σε ερημιές και παραλίες πάντοτε σε σημεία ικανοποιητικού φωτισμού, χωρίς βεβαίως να φαίνεται ο ίδιος, και αποθανάτιζε στο φακό τις ερωτικές περιπτύξεις τουριστών, Αθηναίων και αυτοχθόνων ιθαγενών. Ένα αρχειακό υλικό 30 περίπου χρόνων που αν προς Θεού κάποτε ανοίξει, κανείς δεν γνωρίζει τι πρόκειται να αποκαλύψει. Οι επιρροές του ήταν φυσικά ο ευρωπαικός κινηματογράφος με ιδιαίτερη αδυναμία στο γαλλικό νουάρ.

Ακολουθεί κατά πόδας ο λεγόμενος «Τέτρις» ή «Τζένγκας». Πρόκειται για τον πρώτο δημιουργό του παιχνιδιού Τέτρις πολύ πριν το ανακαλύψουν οι Ρώσοι κατασκευαστές ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Γιατί ο φίλος μας το δημιούργησε μόνο με φυσικές πετρούλες και βοτσαλάκια. Έστηνε το παρακολουθητήριό του από την Μυτίτσα της Αρβανιτιάς μέχρι το Νεράκι και όπου υπήρχαν ανοίγματα και χαραμάδες μεταξύ των βράχων δημιουργούσε εκεί υπέροχες κατασκευές από βότσαλα και πέτρες που ισορροπούσαν αρμονικά, αφήνοντας πάντα μια διακριτική τρυπούλα για να χαίρεται ο οφθαλμός του τα κάλλη της φύσεως. Με πατημασιές γάτας δεν τον έπαιρνες ποτέ χαμπάρι και αν υπήρχε μια περίπτωση να γλιτώσεις από τα μάτια του, έπρεπε να ανακαλύψεις την ιδιοφυή και πρωτοπόρα κατασκευή του μόνο με το φώς της ημέρας και φυσικά να την γκρεμίσεις. Μετά από μερικές μέρες όμως, πάλι θα την έβλεπες εκεί.

Τρίτος αλλά εξίσου αξιόλογος ματάκιας ήταν και ο Spiderman. Mε εκπληκτικές αναρρηχητικές δεξιότητες, σκαρφάλωνε μέχρι και στον δεύτερο όροφο νεοκλασικών σπιτιών της παλιάς πόλης και χάζευε αθόρυβα κυρίες να γδύνονται, να ντύνονται και φυσικά να συνουσιάζονται. Ακόμα δεν γνωρίζει κανείς τον τρόπο που κατάφερνε να σκαρφαλώνει εξού και το ψευδώνυμο. Η καριέρα του τελείωσε άδοξα στις αρχές της δεκαετίας του 90 όταν συνειδητοποίησε πως οι κυρίες της παλιάς πόλης ήταν πια, ως επί το πλείστον, γριές.

Άλλος ένας μεγάλος λαϊκός αγωνιστής ήταν «ο Βατραχάνθρωπος». Το σύστημά του απλό και πάντοτε αποτελεσματικό. Φόραγε την ωραία του στολή, τα βατραχοπεδιλάκια του και τον αναπνευστήρα και κολυμπούσε διακριτικώς και παραθαλλασίως μέχρι να πετύχει στην ακτή κάποιο ζεύγος σε τρυφερές στιγμές . Κινούταν κυρίως στην Αρβανιτιά αλλά όταν είχε ερημιά επισκεπτόταν και τις ακτές της Καραθώνας. Μόλις πετύχαινε κάποιο ζευγαράκι, έβγαζε το κεφάλι του στον αφρό της θαλάσσης και απολάμβανε το θέαμα κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ρομαντικός τύπος και αισθηματίας.

Αυτοί και δεκάδες άλλοι, ήρωες της πόλης, γνωστοί και άγνωστοι, μύθοι και πραγματικότητες,  κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ζούν δίπλα μας αλλά δυστυχώς δεν τυχαίνουν και της καλύτερης εκτιμήσεως από την πλειοψηφία των ιθαγενών. Τους λέμε ανώμαλους, σιχαμένους, βρωμερούς και άλλα παρόμοια. Γι αυτόν τον λόγο παραμένουν μες τα χρόνια βουβοί. Σαν να παραδέχονται και οι ίδιοι την αρρώστια τους. Τις ιστορίες τους τις γνωρίζουν μόνο στενοί φίλοι και όσοι κατά λάθος τους ανακάλυψαν.

Κρίμα πάντως. Θα μπορούσαμε να μαθαίναμε πολλά από τις διηγήσεις τους. Μας ξέρουν καλύτερα από τον καθένα. Ίσως αυτό είναι που μας ενοχλεί περισσότερο πάνω τους.


Κείμενο: Μario Vagman
Φωτογραφία: Από την ταινία «Έλα να αγαπηθούμε νταρλίνγκ (1984)»

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Τσιμεντοβλαχοποίηση

Σε μια πόλη σαν τη δική μας, που το μόνο που βλέπει μπροστά της είναι η τουριστική της ανάπτυξη, τα γιότ, τα λιμάνια, οι κρουαζιέρες, οι κρατήσεις και τα σχετικά, σε μια πόλη που το παραγόμενο πολιτιστικό προιόν της είναι είτε ανέκδοτο είτε δημιουργία όχι μιας συλλογικής συνείδησης αλλά ελαχίστων γραφικών, σε μια πόλη δημοσίων υπηρεσιών και υπαλλήλων, καριεριστών και ιματζοφορεμένων δικηγόρων, γιατρών κι αρχιτεκτόνων, οικογενειοκρατίας και καθωσπρεπισμού, σε μια πόλη με χαραγμένη πάνω της την πανέμορφη ταυτότητα μόνο των κατακτητών της, σε μια τέτοια πόλη, είναι λογικό κι επόμενο το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι όλο του πληθυσμού της, να επηρεάζεται αποκλειστικά και μόνο από τους επισκέπτες της.


Και οι επισκέπτες της τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια δεν είναι άλλοι παρά η αγαπημένη και φιλτάτη φυλή των Τσιμεντόβλαχων της Αττικής γής. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των Ευρωπαίων και άλλων παγκόσμιων φυλών, οι Τσιμεντόβλαχοι είναι αυτοί που μέχρι τώρα επικρατούν στα μέρη μας και τα σημάδια της επίδρασής τους πάνω στους αυτόχθονες ιθαγενείς είναι πλέον ξεκάθαρα όχι μόνο τις ημέρες που διαλέγουν μαζικά να βόσκουν τα χωράφια μας αλλά και τις άλλες, τις δικές μας μέρες.

Πέρα από τα αγχωμένα και γρήγορα περπατήματα των Ναυπλιωτών στα πεζοδρόμια, τα νευρικά και σπαστικά τους τικ στις ατελείωτες ουρές των τραπεζών και των σούπερ μάρκετ, τα λιγοστά καλημέρα των γειτόνων και τις αυξανόμενες διενέξεις αναμετάξυ των κατοίκων, το σημάδι που αποδεικνύει πως η κατάσταση είναι πλέον για χρόνια μη αναστρέψιμη είναι η μανιακή χρήση των αυτοκινήτων.

Ο τόπος όλος έχει γιομίσει αυτοκίνητα. Ο Ναυπλιώτης πια για να πάει μέχρι τη γωνία του σπιτιού του και να κατουρήσει χρησιμοποιεί αυτοκίνητο. Μια δίωρη πρωινή βολτούλα για πληρωμές λογαριασμών και λοιπών γραφειοκρατικών διαδικασιών έχει μετατραπεί σε θορυβώδες σαφάρι. Ο νούς του αυτόχθονα φουλάρει με λεβιέδες, γκάζια, διπλοπαρκαρίσματα, κορναρίσματα, θαμμένα πεζοδρόμια, σταματημένα αυτοκίνητα στη μέση μιας διασταύρωσης γιατί κανείς δεν γνωρίζει ποιός έχει προτεραιότητα, χαροπαλέματα από τους πάμπολλους Σουμάχερ του άστεως και φυσικά με το καινούριο λαικό παιχνίδι της πόλης, «βρές να παρκάρεις, αν μπορείς».

Το κεφάλι των αυτοχθόνων, με την επιστροφή στο σπίτι, έχει πάντα πλέον μέσα του αυτή τη βαβούρα και την κούραση που μυρίζει έντονα αθηναική συγκοινωνία.

Πιστεύω πως σε λίγο καιρό αυτά τα κοινόχρηστα ποδήλατα που βρίσκονται διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία της πόλης, θα στοιχειώσουν από τη βαρεμάρα. Δεν τα χρησιμοποιεί κανείς. Όσοι λίγοι γουστάρουν το ποδήλατο έχουν, και οι πολλοί που δεν έχουν, δεν γουστάρουν. Τόσο απλά.

Για να αποκτήσει ο Ναυπλιώτης τώρα πια, μετά την χρόνια επέλαση των βαρβάρων, ποδηλατική συνείδηση, χρειάζονται σκληρές πολιτικές και τακτικές.

Πρέπει το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλιέων να ψηφίσει ομόφωνα μια εικονική καταδίκη της χρήσης ποδηλάτου ως χρήση αντικοινωνική και να αποφασίσει πως θα τιμωρεί τους χρήστες με βαριά πρόστιμα. Όποιος και καλά συλληφθεί τρείς φορές να ποδηλατεί, θα γιαουρτώνεται δημόσια από το λαό και όλα τα ποδήλατα θα περιφρουρούνται από αστυνομικές δυνάμεις για να αποφεύγεται η χρήση τους μέχρι βέβαια την απανθράκωσή τους σε ειδική για την περίσταση υψικάμινο.

Τότε και μόνο τότε, αυτό το κωμικό πλάσμα που λέγεται Ναυπλιώτης, θα έκλεβε και θα καβάλαγε κρυφά μες τη νύχτα ποδήλατα, ωσάν να ήταν σακιά με απαγορευμένες πατάτες κλεισμένες και περιφρουρημένες στο Παλαμήδι.

Γιατί ο αυτόχθων, κατά βάθος, είναι μερακλής και του αρέσουν όλα ανεξαιρέτως τα απαγορευμένα. Αρκεί να μην το ξέρει κανείς.



Εις Μνήμην του Γιάννη Καποδίστρια.



Κείμενο: Μario Vagman
Φωτογραφία: Τέχνη δρόμου από τον Isaac Cordal