"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Σοσιαλιστικά καρέ της μικρής μας πόλης

Κυρία περιοπής περιμένει στην ουρά Τράπεζας, περίπου 120 αχώνευτα νούμερα πίσω,  και στο πρόσωπό της είναι όλη την ώρα ζωγραφισμένη αυτή η κλασική και τόσο γνώριμη πια ελληνική νοσταλγία της ενδόξου εποχής του παλαιού ΠΑΣΟΚ.



Σκέφτεται εκείνες τις όμορφες μέρες της ζωής της που οι ουρές στις τράπεζες ήταν μόνο για τους πληβείους και όχι βεβαίως για υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, που με τις γνωριμίες τους κατάφερναν πάντα και εξυπηρετούνταν πλαγίως και αυτομάτως. Eίναι εκείνη η χρυσή περίοδος όπου οι πιτσιρικάδες κοπάναγαν τα τηλέφωνα στους τηλεφωνικούς θαλάμους του ΟΤΕ για να βγάλουν κανά νόμισμα.  Και φυσικά έβγαζαν το κατιτίς τους, το οποίο κατιτίς τους τρωγόταν πάντα στα ουφάδικα. Αν υπήρχε τώρα εκείνη η σουρεάλ εποχή, κάποιος υποδιευθυντής ή διευθυντής θα είχε τρέξει με πάθος και γλοιώδη ευγένεια να εξυπηρετήσει την κυρία, έξω βεβαίως από την λαουτζίστικη σειρά.

Όχι πως η κυρία ήταν κάποιο σημαίνον πρόσωπο αλλά ο σύζυγος ήταν. Από νωρίς στους σοσιαλιστικούς αγώνες της Αργολίδας, περάσε ευτυχώς γρήγορα από τις κλαδικές οργανώσεις του εργατικού όχλου της δεκαετίας του 80 και εισχώρησε ταχέως στην αστική κοινωνία του Ναυπλίου καθότι διέθετε την απαιτούμενη προοδευτική παιδεία για τα μεγάλα πόστα και την υψηλή καθοδήγηση.

Και, όπως είναι φυσικό, πίσω από έναν πετυχημένο άντρα και δή σοσιαλιστή εν Ελλάδι, κρύβεται πάντοτε μια γουστόζικη γυναίκα. Μια κυρία όχι μόνο περιοπής αλλά και καλλιέργειας αρμόζουσας με τις συνήθειες της μεσαιωνικής μας πόλης.

Έχει έρθει σήμερα στην Τράπεζα για ανάληψη μόνο ολίγων μετρητών. Και να ήθελε πολλών, δυστυχώς δεν μπορούσε. Το ταμιευτήριο της εδώ και μερικά χρόνια όλο και λιγοστεύει καθώς το τρένο του τρίτου δρόμου προς τον σοσιαλισμό έχει πουλήσει κάμποσα από τα πράσινα βαγόνια του και έχει πετάξει έξω και αυτήν και τον καλοπιασμένο σύζυγο. Ναυπλιώτες γάρ, όπερ σημαίνει χαμηλής πολιτικής εκτιμήσεως από το αθηναικό κομματικό κράτος. Επιβάτες έχουν παραμείνει μόνο λίγοι και εκλεκτοί. Οι απολύτως απαραίτητοι που λένε, τόσοι-όσοι χρειάζονται για να μπορέσουν να μοιραστούν τα λιγοστά λάφυρα που υπάρχουν στο τελευταίο δρομολόγιο.

Σκέφτεται λοιπόν μονάχη της και συλλογάει πως, έτσι πεταμένοι που είναι τώρα στα γεράματα, και αυτή και ο σύζυγος, μέσα στην πλέμπα της ναυπλιακής κοινωνίας και την καταφρόνια, στη λαϊκή ουρά του σισιτίου ολίγων μετρητών, δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν από το να αναζητήσουν νέους δρόμους που θα ξαναβόλεψουν τα προοδευτικά τους χαρίσματα και φυσικά τα άνεργα τέκνα τους.  Οι μνηστήρες πολλοί καθώς η πρόοδος κυκλοφορεί σε ποικίλες κυβερνητικές αποχρώσεις. Μέχρι να διαλέξουν όμως, πρέπει να σηκώσουν επειγόντως σήμερα το πρωί περί τα 300 ευρώ, γιατί οι λογαριασμοί τρέχουν αδυσώπητοι.

Έτσι φτάνει επιτέλους η ώρα της πληρωμής. Η κυρία πλησιάζει το ταμείο, βγάζει το βιβλιάριο από τη δερμάτινη και πανάκριβη τσάντα της, αγορασμένη  στα τέλη του προηγούμενου αιώνος, την περίοδο του σοσιαλιστικού εκσυγχρονισμού,  και ζητά από τη ταμία γεμάτη ντροπή και με βλέμμα κατεβασμένο, να κάνει ανάληψη του ευτελούς ποσού. Αυτό που την ενοχλεί  περισσότερο δεν είναι το μέγεθος του ποσού αλλά το γεγονός πως η ταμίας, για χρόνια γειτόνισσά της, θα δεί το χαμηλό υπόλοιπο του λογαριασμού της και θα την κουτσομπολέψει σε όλη τη γειτονιά.

Δεν είχε και άδικο. Η ταμίας ήταν μεν σοσιαλίστρια και του λόγου της, συνεπιβάτης για χρόνια στο τρένο της αλλαγής, αλλά με διαφορετικό εισιτήριο στη τσέπη. Η κυρία καθόταν πάντα πρώτη θέση ενώ η δόλια ταμίας λαϊκή απογευματινή.  Σαλόνια και εκδηλώσεις της υψηλής και ανεπαίσθητης διανόησης η κυρία, μπουζούκια, κλαρίνα, πιάτα και γαρούφαλλα η ταμίας. Φαγοπότια και συχνές συνευρέσεις με την νομεκλατούρα του κινήματος η μανδάμ, αφισοκόλληση, πορεία και διαδήλωση η εργατική τάξη. Όσο για την εποχή του γκλάμουρους σοσιαλισμού, ενώ η μιά οριστικοποιούσε την δυτικότροπή της αποχαύνωση, η άλλη την έβγαζε με reality shows και τηλεπαράθυρα μέχρι που από την πολύ κουλτούρα έγινε χρυσαυγίτισσα.

Το μόνο που τους ενώνει πια είναι η πλατεία Συντάγματος. Εκεί συχνάζουν και οι δυό όταν πίνουν τον καφέ τους. Στη γειτονιά ούτε καλημέρα δεν λένε. Εκεί στη πλατεία μόνο, αν τυχόν συναντηθούν κατά λάθος οι παρέες τους, ρίχνουν μια τυπική χαιρετούρα από τον υπερβάλλοντα ζήλο κοινωνικότητας που κυριεύει το μέρος. Μόνο στη πλατεία. Μέσα στο μοναδικό καζάνι της πόλης που βράζουν όλοι.



Κείμενο: Mario Vagman


Αφιερωμένο στη μεγάλη νίκη του λαού στις 18 του Οκτώβρη του 1981



1 σχόλιο:

  1. Να ήταν μόνο αυτή η ημερομηνία... Άλλες πόσες πριν την χούντα, μετά τα ειδικά δικαστήρια, μετά τον τυφώνα ΓΑΠ, πόσα χαμένα τραίνα (για την πλέμπα, οι πλήβειοι πάντα μένουν σε αυτό ή τριγύρω του)

    ΑπάντησηΔιαγραφή