"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ο Γκοντάρ, ο Spiderman, ο Τέτρις και άλλοι ματάκηδες

«Μας παίρνει μάτι όλο το Ναύπλιο, όλο το σύμπαν» φώναζε αισθησιακά νεαρός επιβήτορας και πρωταγωνιστής της χολιγουντιανής παραγωγής που γυρίστηκε κάποτε στα μέρη μας με τίτλο «το παλαμάρι του βαρκάρη».

Η ατάκα ξαναχρησιμοποιήθηκε αυτούσια στον πρώτο δίσκο των Ημισκουμπρίων στο κομμάτι «Τσόντα» και αποτελεί την μοναδική ιστορική καταγραφή μιας συνήθειας της πόλης που όλοι γνωρίζουν αλλά ελάχιστοι ομολογούν.


Αυτό συμβαίνει καθώς ελάχιστοι είναι εκείνοι που άσκησαν το χόμπι του ματάκια με τέτοιον επαγγελματισμό και μαεστρία που έγιναν δαχτυλοδεικτούμενοι μέσα στην ναυπλιακή κοινωνία. Μια κοινωνία όμως που διατηρούσε όλες εκείνες τις απαραίτητες συνθήκες που γεννάνε τέτοια φαινόμενα και τέτοιους ανθρώπους, ανώμαλους και διεστραμμένους για πολλούς ή αστείες και κωμικοτραγικές  φιγούρες για άλλους.

Είναι όλοι αυτοί που τα βράδια σχεδιάζαν και οργάνωναν εξορμήσεις στους γαμηστρώνες της πόλης, κατασκεύαζαν ή έβρισκαν έτοιμες κρυψώνες με μόνο στόχο την απόλαυση και το ερωτικό μασάζ των ματιών τους. Όλοι οι υπόλοιποι αυτόχθονες ιθαγενείς ασκήθηκαν επί τω έργω μόνο εκ παρεκτροπής. Ποιός ή ποιά δεν έχει κρυφακούσει ζευγάρι στο διπλανό διαμέρισμα ή σπίτι που οι ήχοι της συνευρέσεώς τους διαπερνάν τους τοίχους και τα ντουβάρια; Ποιός έφυγε από ένα τέτοιο συμβάν μη θεωρώντας το πρέπον; Ποιός ή ποιά απομακρύνθηκε από μια παραλία ή ερημιά όταν δίπλα του ένα ζευγάρι εκτελούσε την αναπαραγωγική διαδικασία; Κανείς.

Παλαιόθεν το ερασιτεχνικό μπανιστήρι αποτελούσε προνόμιο των έφηβων αγοριών κάτι που φαίνεται τελείως λογικό λόγω της περιέργειάς τους σε έναν καινούριο κόσμο που ανοίγεται μπροστά τους. Τι συμβαίνει όμως όταν αυτή η συνήθεια σε ακολουθεί και στα επόμενα χρόνια της ζωής σου; Η απάντηση είναι απλή. Γίνεσαι λαϊκός ήρωας και οι περιπέτειές σου, όταν και αν ανακαλύψουν τις μεθόδους σου ή είσαι τόσο κυνικός που τις αποκαλύψεις ο ίδιος, γίνονται λαϊκές προφορικές αφηγήσεις του άστεως και μύθοι.

Πρώτος μύθος της πόλης είναι ο επονομαζόμενος «Γκοντάρ». Λάτρης του κινηματογράφου και της μαγνητοσκόπησης έχει κινηματογραφίσει με τρόπο μαγικό όσα ζευγαράκια κατάφερε (και είναι πολλά) από την δεκαετία του 70 μέχρι τουλάχιστον τα μισά της δεκαετίας του 90. Έστηνε την κάμερά του σε ερημιές και παραλίες πάντοτε σε σημεία ικανοποιητικού φωτισμού, χωρίς βεβαίως να φαίνεται ο ίδιος, και αποθανάτιζε στο φακό τις ερωτικές περιπτύξεις τουριστών, Αθηναίων και αυτοχθόνων ιθαγενών. Ένα αρχειακό υλικό 30 περίπου χρόνων που αν προς Θεού κάποτε ανοίξει, κανείς δεν γνωρίζει τι πρόκειται να αποκαλύψει. Οι επιρροές του ήταν φυσικά ο ευρωπαικός κινηματογράφος με ιδιαίτερη αδυναμία στο γαλλικό νουάρ.

Ακολουθεί κατά πόδας ο λεγόμενος «Τέτρις» ή «Τζένγκας». Πρόκειται για τον πρώτο δημιουργό του παιχνιδιού Τέτρις πολύ πριν το ανακαλύψουν οι Ρώσοι κατασκευαστές ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Γιατί ο φίλος μας το δημιούργησε μόνο με φυσικές πετρούλες και βοτσαλάκια. Έστηνε το παρακολουθητήριό του από την Μυτίτσα της Αρβανιτιάς μέχρι το Νεράκι και όπου υπήρχαν ανοίγματα και χαραμάδες μεταξύ των βράχων δημιουργούσε εκεί υπέροχες κατασκευές από βότσαλα και πέτρες που ισορροπούσαν αρμονικά, αφήνοντας πάντα μια διακριτική τρυπούλα για να χαίρεται ο οφθαλμός του τα κάλλη της φύσεως. Με πατημασιές γάτας δεν τον έπαιρνες ποτέ χαμπάρι και αν υπήρχε μια περίπτωση να γλιτώσεις από τα μάτια του, έπρεπε να ανακαλύψεις την ιδιοφυή και πρωτοπόρα κατασκευή του μόνο με το φώς της ημέρας και φυσικά να την γκρεμίσεις. Μετά από μερικές μέρες όμως, πάλι θα την έβλεπες εκεί.

Τρίτος αλλά εξίσου αξιόλογος ματάκιας ήταν και ο Spiderman. Mε εκπληκτικές αναρρηχητικές δεξιότητες, σκαρφάλωνε μέχρι και στον δεύτερο όροφο νεοκλασικών σπιτιών της παλιάς πόλης και χάζευε αθόρυβα κυρίες να γδύνονται, να ντύνονται και φυσικά να συνουσιάζονται. Ακόμα δεν γνωρίζει κανείς τον τρόπο που κατάφερνε να σκαρφαλώνει εξού και το ψευδώνυμο. Η καριέρα του τελείωσε άδοξα στις αρχές της δεκαετίας του 90 όταν συνειδητοποίησε πως οι κυρίες της παλιάς πόλης ήταν πια, ως επί το πλείστον, γριές.

Άλλος ένας μεγάλος λαϊκός αγωνιστής ήταν «ο Βατραχάνθρωπος». Το σύστημά του απλό και πάντοτε αποτελεσματικό. Φόραγε την ωραία του στολή, τα βατραχοπεδιλάκια του και τον αναπνευστήρα και κολυμπούσε διακριτικώς και παραθαλλασίως μέχρι να πετύχει στην ακτή κάποιο ζεύγος σε τρυφερές στιγμές . Κινούταν κυρίως στην Αρβανιτιά αλλά όταν είχε ερημιά επισκεπτόταν και τις ακτές της Καραθώνας. Μόλις πετύχαινε κάποιο ζευγαράκι, έβγαζε το κεφάλι του στον αφρό της θαλάσσης και απολάμβανε το θέαμα κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ρομαντικός τύπος και αισθηματίας.

Αυτοί και δεκάδες άλλοι, ήρωες της πόλης, γνωστοί και άγνωστοι, μύθοι και πραγματικότητες,  κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ζούν δίπλα μας αλλά δυστυχώς δεν τυχαίνουν και της καλύτερης εκτιμήσεως από την πλειοψηφία των ιθαγενών. Τους λέμε ανώμαλους, σιχαμένους, βρωμερούς και άλλα παρόμοια. Γι αυτόν τον λόγο παραμένουν μες τα χρόνια βουβοί. Σαν να παραδέχονται και οι ίδιοι την αρρώστια τους. Τις ιστορίες τους τις γνωρίζουν μόνο στενοί φίλοι και όσοι κατά λάθος τους ανακάλυψαν.

Κρίμα πάντως. Θα μπορούσαμε να μαθαίναμε πολλά από τις διηγήσεις τους. Μας ξέρουν καλύτερα από τον καθένα. Ίσως αυτό είναι που μας ενοχλεί περισσότερο πάνω τους.


Κείμενο: Μario Vagman
Φωτογραφία: Από την ταινία «Έλα να αγαπηθούμε νταρλίνγκ (1984)»

1 σχόλιο:

  1. Κρατάω τη χρονολογία της ταινίας εξ ής και η φωτογραφία: 1984 ! Οργουελική χρονολογία ή τρία χρόνια μετά την έλευση του σοσιαλισμού στη χώρα μας. Διαλέγετε και παίρνετε!..

    ΑπάντησηΔιαγραφή