"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης…

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα σε βλέπει στο δρόμο από μακριά και ύστερα θα κοιτάει αλλού για να μην αναγκαστεί να σε χαιρετήσει.

Ίσως αλλάζει και κατεύθυνση και κόβει απότομα πορεία στο πρώτο εμφανιζόμενο σοκάκι. Δήθεν μου και καλά. Λες και εσύ δεν είδες πως σε είδε. Λες και εσύ δεν έκανες το ίδιο. Μόνο αυτή η μοιραία και ακανόνιστη πορεία των κινούμενων σωμάτων μες το πλήθος, μόνο αυτή θα μπορέσει να σας φέρει, ως δυστύχημα, πρόσωπο με πρόσωπο. Και τότε θα ακουστεί αυτό το αμήχανο «επ», έπειτα μια χαιρετούρα τυπική, βιαστική και ο καθείς τον δρόμο του.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα παρκάρει το αυτοκίνητό του έξω ακριβώς από το σπίτι του. Ή όπου θέλει να πάει, ακριβώς έξω από εκεί θα το παρκάρει. Τουλάχιστον αυτό θα προσπαθεί μετά μανίας. Και θα γκρινιάζει ασύστολα όταν δεν τα καταφέρνει. Όταν κάποιος κερατάς του έχει πάρει την θέση. Την θέση που δικαιωματικά του ανήκει. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Το αυτοκίνητο θα είναι πια η δευτέρα φύσις του. Μόνο για κατούρημα δεν θα το παίρνει μαζί του. Αργίες, Σάββατα, γιορτές, λαικές αγορές, καθημερινές βολτίτσες στην πόλη, παντού και πάντα. Θα είναι πια αχώριστοι. Θα ξέρουνε μαζί όλα τα κόλπα του παρκαρίσματος και του διπλοπαρκαρίσματος. Είτε με αναμμένα αλάρμ ως άλλοθι κάποιας στιγμιαίας δουλειάς κάπου κοντά, ενός πετάγματος που λέμε παραδοσιακά εμείς οι ντόπιοι ή ακόμα και χωρίς αλάρμ, έτσι θρασύτατα και ωμά. Στη μέση του δρόμου. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα ξέρει τα πάντα για σένα. Όλο το γενεαλογικό σου δέντρο. Μπορεί να μην το ξέρεις εσύ ο ίδιος, αλλά αυτός θα το γνωρίζει. Και αν δεν το γνωρίζει, θα ρωτήσει και θα το μάθει. Και όχι μόνο αυτό αλλά ό,τι σε αφορά. Συνήθειες, στέκια, ρούχα, δουλειές, σχέσεις, χόμπυ, όλα. Δεν θα του ξεφεύγει τίποτα. Και μετά θα σε κουτσομπολεύει. Αφού πρώτα σε πεί, έτσι κι αλλιώς, μαλάκα. Γιατί όλοι εδώ, στα μάτια όλων των άλλων, μαλάκες είμαστε μεταξύ μας. Ανεξαρτήτως κριτηρίων, προσόντων και χαρακτηριστικών. Έτσι θα είσαι και εσύ γι' αυτόν. Ένας μαλάκας. Γιατί θα ναι και αυτός, ένας Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα πίνει πολύ καφέ. Πού θα τον χάνεις, πού θα τον βρίσκεις σε μια καφετέρια θα βολοδέρνει και θα πίνει καφέ. Στο μεσοδιάστημα κάθε ρουφηξιάς θα φιλοσοφεί για τη ζωή και θα είναι γνώστης και αναλυτής των πάντων. Δεν θα υπάρχει κλάδος της ανθρώπινης δραστηριότητας που δεν θα κατέχει και δεν θα έχει μια βέβαιη γνώμη. Μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια γνώσης και προπαντός εμπειρίας. Κανείς δεν θα τον φτάνει. Αλλά δυστυχώς θα έχει αδικηθεί από τη ζωή. Θα είναι ένα ταλέντο που ενώ μπορεί και ξέρει τα πάντα, έχει μείνει ανεκμετάλλευτο. Γιατί κάποια άσχημη μοίρα, μια απόφαση της τύχης που δεν έλεγχε και δεν μπορούσε με τίποτα να αλλάξει, του στέρησε τη δόξα και την καταξίωση. Και έτσι έμεινε εδώ, άσημος και μικρός, να τριγυρνά δώθε-κείθε  και να φωτίζει όλους εμάς τους αδαείς και, όπως προείπαμε, μαλάκες. Γιατί είναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα απολαμβάνει τα καλοκαιρινά του μπάνια παρέα με την μυρωδιά και τη θέα των σκουπιδιών που παράγουν οι συμπολίτες του. Θα τσακώνεται διαρκώς με τους γειτόνους του για τα κοινόχρηστα, τις θέσεις πάργκινγκ ή όποιο άλλο θέμα τον ενοχλεί κάθε λίγο και λιγάκι. Θα εκνευρίζεται με τα αδέσποτα της γειτονιάς του, με τα σκατά τους πάνω στα τσιμέντα και τα πεζοδρόμια γιατί αυτός, τα δικά του σκυλιά, επειδή είναι προσεκτικός, κύριος και καθαρός, τα βάζει να χέζουν στα τσιμέντα του απέναντι δρόμου. Θα σπρώχνει τον κάδο των σκουπιδιών που βρίσκεται στην οδό του όλο και πιο μακριά από την πόρτα του σπιτιού του και όλο και πιο κοντά στην πόρτα του διπλανού. Θα τηλεφωνεί συνέχεια στην τεχνική υπηρεσία του Δήμου απαιτώντας να αλλάξουν την σπασμένη λάμπα που έσπασαν τα παιδιά του. Θα σαμποτάρει το καρτοτηλέφωνο της γειτονιάς γιατί τον ενοχλούν και τον ξυπνάν οι μεσημεριανές συνομιλίες των αλλοδαπών. Θα καταναλώνει το κοινόχρηστο νερό της πολυκατοικίας του για να πλένει το λατρεμένο του αυτοκίνητο και θα στάζει αδιάφορα τα υγρά της σκουπιδοσακούλας του μέσα στο ασανσέρ. Η καλημέρα του θα είναι κοφτή, χωρίς χαμόγελο, σαν υπόχρεωση που πρέπει να σου αρκεί. Δεν σου χαρίζει άλλη. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα είναι περήφανος. Θα είναι κάτοικος της πρώτης πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους. Ένας πραγματικός μεγαλοαστός κουλτουριάρης, ένας αριστοκράτης ενός τόπου μεγάλης ιστορίας. Που δεν θα την γνωρίζει αλλά όλο θα ακούει γι αυτήν οπότε θα είναι σαν να την ξέρει. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα γίνει σχεδόν αθάνατος. Γιατί εδώ ο χρόνος, ο κάθε χρόνος μέσα στην ιστορική σαπουνόφουσκα της πόλης, προχωράει αργά, ύπουλα και βασανιστικά. Kαι συνεχώς επιστρέφει ως ίδιος. Όπως το κύμα που τρώει τα βράχια.

Γιατί είναι Ναυπλιώτης.


Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Aρχείο Κυριάκου Καλκάνη

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η γενιά των 30

Προφανώς η γενιά των τριαντάρηδων που ζούν στο Ναύπλιο, τριάντα συν, τριάντα πλην δεν έχει σημασία, έχει φάει κατάρα από το σύμπαν. Αν όχι κατάρα, τουλάχιστον φάσκελο.


Γιατί εκεί που πέρναγε ωραία και καλά τη ζωή της, εκεί που βόλταρε ησύχως και διακριτικώς, όπως μαθαίνουν και συνηθίζουν να βολτάρουν όλοι οι αυτόχθονες ιθαγενείς προκειμένου να μην ταράξουν τα χρηστά και υπνηλιακά νερά της πόλης, της έπεσε στο κεφάλι, ουρανοκατέβατος, ένας κουβάς γεμάτος σκατά.

Γιατί μόλις αυτή η δόλια γενιά αποφάσισε να ζήσει την ζωής της στην γενέτειρά της πόλη, εμφανίστηκε η οικονομική κρίση με όλα της τα παραλειπόμενα. Ανεργία, εξευτελιστικά ωράρια, καταπίεση εργαζομένων, ελάχιστα ή μηδενικά μεροκάματα, φιλιά σε κατουρημένες ποδιές για μια δουλίτσα και όλα τα σχετικά. Η κρίση ήρθε βέβαια για όλη τη χώρα αλλά οι Ναυπλιείς τριαντάρηδες έχουν έναν λόγο παραπάνω να νιώθουν γκαντέμηδες και δύσμοιροι.

Βλέπεις ένας από τους βασικούς λόγους που τους οδήγησε να μείνουν εδώ, πέρα από την ομορφιά της πόλης και την όποια συναισθηματική σύνδεση είχαν μαζί της, είναι το γεγονός πως το Ναύπλιο ενδείκνυται για οικογενειακές καταστάσεις. Είναι το απόλυτο προσόν του. Μικρό, πρακτικό και σχετικά ασφαλές εξασφαλίζει σε κάθε νέο το όνειρο μιας φιλήσυχης οικογενειακής ζωής και χορταστικά παιδικά χρόνια για τους απογόνους κάθε αυτόχθονα ιθαγενή.

Και μόλις το σκέφτηκαν από εδώ, το ζύγισαν από εκεί, και τελικά το αποφάσισαν να μείνουν, ήρθε η πουτάνα η κρίση και τότε, η περίπτωση της οικογένειας, της μοναδικής ίσως αιτίας που τους έπεισε να προσπαθήσουν να χτίσουν ένα μέλλον σε αυτόν τον τόπο, έγινε εφιάλτης.

Όσοι δεν είχαν, δεν μπορούν πια τόσο εύκολα να κάνουν και όσοι είχαν ήδη αποκτήσει, δυσκολεύονται να τη χαρούν και να τη θρέψουν.

Για τους δεύτερους, δεν γίνεται να γραφτούν πολλά. Τους αφήνουμε τους ανθρώπους μέσα στα άγχη τους, να τρέχουν πανικόβλητοι, σαν μηχανάκια παραγωγής, σαν τρελαμένοι, με το βλέμμα αυτό της απορίας για το πως στο διάολο έγιναν έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη και τους ευχόμαστε από τα βάθη της καρδιάς μας καλά κουράγια και καλή τύχη. Θα τα ξαναπούμε πάλι μαζί τους στην εθνική σύνταξη των 360 ευρώ. Αν υπάρχει βέβαια στο μέλλον και αυτή και το ευρώ μαζί της.

Η άλλη όμως κατηγορία τριαντάρηδων, οι άτεκνοι νέοι της πόλης, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν τον ορισμό της απελπισίας. Γιατί αυτοί που έχουν κάνει παιδιά, με το αγγούρι μονίμως τοποθετημένο οπισθίως, έχουν τουλάχιστον ένα στόχο στη ζωή τους και δεν τους μένει και χρόνος να σκεφτούν πολλά πράγματα. Οι άλλοι όμως, ζώντας σε μια κοινότητα που είναι δομημένη από την πρώτη κοινωνική βόλτα μέχρι την όποια γιορτή πάνω στα ήθη, τα έθιμα και την εκτόνωση της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας, κυκλοφορούν στην πιάτσα ως φαντάσματα, ως κομπάρσοι χωρίς ρόλο και σκοπό. Μέσα σε μια κοινωνία γερόντων, ψυχή τε και σώματι, βολοδέρνουν μάταια σε στέκια και δρόμους, αναζητώντας μια ικμάδα διασκέδασης. Η όποια ανανεωτική τους όρεξη και το φρέσκο μυαλό τους χάνεται μέσα στον ατελείωτο κατάλογο διαχρονικών δεδομένων, συνηθειών και τρόπων που η πόλη αρνείται πεισματικά να αλλάξει στο ελάχιστο. Όποιες εξαιρέσεις ανακαλύψει κανείς, απλά θα επιβεβαιώσουν τον κανόνα, μέχρι βεβαίως και αυτές οι εξαιρέσεις, χρόνο με το χρόνο, να κινδυνεύσουν να γίνουν χειρότερες και από τον ίδιο τον κανόνα καθώς η πόλη έχει την μαγική ικανότητα να σε απορροφά, να σε ρουφάει λίγο-λίγο στον μικρόκοσμο του ωχαδερφισμού και του συμβιβασμού της, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν τα βροντάνε από εδώ για να σηκωθούν να φύγουν. Πάσχουν από το μόνιμο σύνδρομο της φυγής, κλασική περίπτωση ψυχασθένειας μεγάλης μερίδας Ναυπλιωτών. Αυτή η ψυχοπάθεια ξεκινάει πολύ ύπουλα μετά ακριβώς από τα σχολικά χρόνια. Τα πρώτα της συμπτώματα εμφανίζονται με την ιδεοληψία που εμφανίζει ο άρρωστος πως είναι δήθεν τουρίστας στο Ναύπλιο. Περαστικός. Ο μόνιμός του τόπος είναι η φοιτητική του πόλη, ένα μέρος μακρινό που εργάζεται ή ο στρατός. Όταν τον πιάσουν τα 30 όμως και βρίσκεται αραχτός στα μέρη μας, η ιδεοληψία αυτή, η άρνηση παραδοχής της ναυπλιακής μονιμότητας, μετατρέπεται σε σύνδρομο φυγής. Συνεχώς φεύγει, μεταναστεύει, απομακρύνεται, τα παρατάει όλα και πάει να ζήσει την ευτυχία σε άλλη γη και σε άλλα μέρη αλλά διαρκώς βρίσκεται εδωχάμου, γύρω-γύρω. Πλήθος κόσμου, κυρίως νέων, κυκλοφορεί ανάμεσά μας και μας επαναλαμβάνει γραφικά την ίδια και την ίδια ιστορία φυγής. Πρόκειται φυσικά για ψυχοπαθολογική κατάσταση που θα μπορούσε να την αποκαλέσει ποιητικά κάποιος και σύνδρομο του βάλτου.

Η αλήθεια είναι πάντως πως αυτοί οι ονειροπαρμένοι νέοι, αν και αρκετά βλαμμένοι, είναι σαφέστατα πολύ καλύτεροι από την τρίτη και τελευταία κατηγορία τριαντάρηδων της πόλης, τα λεγόμενα και κομματοπρόβατα. Είναι οι γνωστοί βολεμένοι της περιοχής, φανεροί ή κρυφοί, είναι αυτοί που βρίσκονται στην ουρά των τοπικών μεγαλοπαραγόντων, δημοτικών, πολιτικών και άλλων, που δεν τους πιάνει καμία κρίση, δεν τους πιάνει κανένα απολύτως πρόβλημα γιατί είχαν την ωριμότητα να καταλάβουν από πολύ νωρίς την αξία του πελατειακού κράτους, των γνωριμιών και της κοινωνικής υποκρισίας που απαιτείται για να επιβιώσεις σε μια ξεπεσμένη πολιτεία. Ξεπερνώντας την γλίτσα που στάζει το μυαλό τους, τους ενίοτε γλοιώδεις τρόπους τους, την ένοχη σιωπή τους και την σοβαροφανή, στα όρια του γελοίου, όψη τους, είναι τα άτομα με το μεγαλύτερο ένστικτο επιβίωσης ανάμεσα σε όλους τους νέους ανθρώπους της Ναυπλίας. Αληθινά θηρία με πρόσωπα αγγέλου μέσα σε μια ζούγκλα που νομίζει πως είναι πόλη.

Αυτή είναι λοιπόν η γενιά των αυτόχθονων τριαντάρηδων. Αν και πρέπει να σημειωθεί εδώ πως κάθε διαχωρισμός και δη κοινωνικός, είναι σίγουρα και λίγο σχηματικός. Τα όρια δεν είναι ποτέ τόσο απόλυτα, ακριβή και καθορισμένα και οι εύκολες ταμπέλες οδηγούν συχνά σε λάθος συμπεράσματα. Κάθε νέος αυτόχθονας μπορεί να ανήκει σε μία, σε δύο ή και ακόμα σε τρείς κατηγορίες, ανάλογα με την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχηματισμών γύρω του. Μπορεί και κάποιοι να νιώθουν πως δεν ανήκουν σε καμία γιατί μέσα στο μυαλό τους κατηγοριοποιούν τα πρόσωπα και τα πράγματα με διαφορετική λογική και νοοτροπία ζωής.

Γι' αυτό, καλό θα ήταν να μην αναζητούνται ούτε να πολυαναφέρονται σε άρθρα και παρεμφερή κείμενα, αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους και κυρίως τους νέους, αλλά να δίνεται έμφαση μόνο σε αυτά που τους ενώνουν.

Και αν κάτι ενώνει τους αυτόχθονες ιθαγενείς, και ειδικά την γενιά των τριαντάρηδων της πόλης, είναι η βαθιά πλέον πεποίθηση όλων, πως τίποτα και ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξει σε αυτήν την βρεγμένη και μάταιη βαλκανική τους επαρχία.



Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: "Ο έρωτας στα χρόνια του μνημονίου" από τον ιστότοπο Plasticobilism

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Η Ναυπλιακή εξέγερση του καφενείου

Επετειακό Παλαμπούρτζι 

Ξημερώνει η 17η Νοέμβρη αύριο στην όμορφη πόλη μας και όλοι, μα όλοι οι αυτόχθονες ιθαγενείς ζούν ήδη μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς της γιορτινής της ατμόσφαιρας.



Όπως σε κάθε μίζερη και αραχνιασμένη επαρχία της χώρας, έτσι κι εδώ, οι κάτοικοι είναι συντονισμένοι, καλωδιωμένοι και τηλεφορτισμένοι με τις εξέλιξεις, τις πορείες, τα μπάχαλα και τα ξυλίκια που συμβαίνουν ή θα συμβούν σε άλλη γή και σε άλλα μέρη, στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στην πρωτεύουσα. Τα ελέη του πλούσιου θεάματος ενδέχεται φέτος να είναι πολλά είτε διαλέξει κάποιος την τηλεοπτική αποχαύνωση είτε το χάος των ιντερνετικών πληροφοριών. Σχόλια, ατάκες, αναρτήσεις και πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό είναι έτοιμο να ξεχυθεί μπροστά στους επαναστατικούς μας δέκτες συνοδεία καφέ και τσιγάρου και να μας κάνει να βροντοφωνάξουμε, χαμηλοφώνως όμως για να μην ενοχλήσουμε και τους γειτόνους: «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία».

Θα βγούν βέβαια και στους δρόμους κάποιοι λίγοι αυτόχθονες ιθαγενείς για να τηρήσουν το έθιμο της πορείας, αλλά προβλέπεται η συνάθροισή τους να μην αποτελέσει και κάποιο βαρύγδουπο γεγονός για την πόλη. Το Ναύπλιο άλλωστε δεν είχε ποτέ το χάρισμα της εξωτερίκευσης των συναισθημάτων και των διαθέσεων και δυστυχώς αυτό το κουσούρι τους πιάνει όλους, φιλοεπαναστάτες και μή.

Η πόλη όμως έτσι κι αλλιώς θα ζεί στους ρυθμούς της ημιαργίας. Αυτής της αναποφάσιστης κατάστασης της γιορτής ή της μη γιορτής που ισχύει για όλη τη χώρα, αυτό το ενοχικό σύνδρομο απέναντι στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, απέναντι σε κάθε επανάσταση και σε κάθε πιθανό ξεβόλεμα από την μικροαστική μας ραστώνη. Ραστώνη που το Ναύπλιο τηρεί και τιμά με θρησκευτική ευλάβεια εδώ και τουλάχιστον ενάμισο αιώνα.

Τουλάχιστον θα χαρούν οι αυτόχθονες μαθητές. Αυτή η ημιαργία τους βολεύει αρκετά. Μετά την πρόσφατη συμμετοχή τους στο πολύ πετυχημένο πανελλήνιο εκπαιδευτικό κίνημα που δεν κατάφερε απολύτως τίποτα, θα βρούν κάποιες ώρες να ξαποστάσουν από τις βαρετές σχολικές αίθουσες ακούγοντας την χιλιοπαιγμένη φωνή της συντρόφισσας Μαρίας Δαμανάκη από τον πειρατικό σταθμό του Πολυτεχνείου.

Όμως στο άκουσμά της φωνής της και μόνο, λόγω της μετέπειτα αμφιλεγόμενης πολιτικής της σταδιοδρομίας, αυτής και άλλων εξεγερμένων νεαρών της εποχής, θα ξυπνήσει μέσα από τον λήθαργο της ένοχης σιωπής, η φυλή των αντιφρονούντων.

Πρόκειται για μια φυλή που ευδοκιμεί με το κιλό στα μέρη μας. Είναι αυτή η γνωστή μερίδα κατοίκων που σιχαίνεται, απαξιώνει και κριτικάρει ό,τι έχει σχέση με την εξέγερση του Πολυτεχνείου εκτός βέβαια από την άγρια καταστολή του.

Τα μέλη αυτής της πολυπληθούς φυλής, αν και τους ενώνει η ίδια απέχθεια για την επέτειο, δεν έχουν ούτε την ίδια ηλικία ούτε φυσικά την ίδια αφετηρία σκέψης. Άλλος ακολουθεί τυφλά τα σοφά διδάγματα του πατέρα του. Άλλος βολεύτηκε επί χούντας σε μια θεσούλα. Άλλος έχασε μια γκόμενα στα νιάτα του επειδή δεν ήξερε να αναλύει «Το Κεφάλαιο» του Μαρξ. Άλλος έχασε μια θέση στο δημόσιο γιατί δεν άνηκε στην αριστερή κλαδική της δεκαετίας του 80. Άλλος είδε όλους τους φίλους επαναστάτες της γενιάς του να βολεύονται σε κρατικοδίαιτα πόστα. Άλλος είναι στρατόκαυλος, κομπλεξικός, μισάνθρωπος, αντιδημοκράτης και φιλοχουντικός. Ενώ δεν λείπουν και αυτοί που τότε φοβήθηκαν, δεν συμμετείχαν, και τα μετέπειτα χρόνια απαξίωσαν το γεγονός ως αυτοάμυνα για την ντροπή που ένιωθαν.

Όποιος όμως και να είναι ο λόγος, η φυλή των αντιφρονούντων χρησιμοποιεί από κοινού εδώ και δεκαετίες τα ίδια και τα ίδια ανυπόστατα, ημιμαθή και βλακώδη επιχειρήματα.

Μέσα στο Πολυτεχνείο δεν υπήρχαν νεκροί, λες και οι νεκροί την ίδια νύχτα, έξω και γύρω από το Πολυτεχνείο, υπολογίζονται για θύματα του πολέμου της Κορέας. Το Πολυτεχνείο δεν έδιωξε την χούντα, λες και αυτό το επιχείρημα καταργεί την πνιγμένη λαική βούληση που φανέρωσε η εξέγερση. Το Πολυτεχνείο δεν εξέφραζε την λαική βούληση γιατί έγινε από μια μερίδα της νεολαίας και μια χούφτα πολιτών, λες και την επόμενη χρονιά, στην ελεύθερη πια Ελλάδα, η πορεία για την εξέγερση και τους νεκρούς της δεν πλημμύρισε κυριολεκτικά όλη την Αθήνα, δείχνοντας με τον πιο δεικτικό τρόπο την αμέριστη συμπαράσταση σχεδόν όλων των Ελλήνων. Η γενιά του Πολυτεχνείου συμβιβάστηκε και βολεύτηκε σε πόστα, λες και μια χούφτα άνθρωποι που εξεγέρθηκαν, που ρίσκαραν την ίδια τους την ζωή και κάποιοι την έχασαν, αποτελούν ξαφνικά μια ολόκληρη γενιά ή φταίνε αυτοί που ανάμεσά τους υπήρξαν και οι όποιοι καιροσκόποι και πολιτικάντηδες ή φταίνε αυτοί που ένα σύνολο βουβών και συμβιβασμένων της εποχής ξεπλύθηκε αργότερα στα λουτρά της Μεταπολίτευσης και αυτοβαφτίστηκε ως άλλοθι «η γενιά του Πολυτεχνείου».

Κουραστικές όμως όλες αυτές οι αναλύσεις και οι ιστορίες του παρελθόντος. Ο καθένας άλλωστε έζησε, ζεί και θα ζεί με τους δικούς του ήρωες και είναι σχεδόν αδύνατο να τους αλλάξει. Αν κάτι έχει αξία πια σήμερα για εμάς, αν κάτι πραγματικά μπορεί να μας ενώσει και να μας κάνει να αντιδράσουμε συλλογικά και να εξεγερθούμε, όλοι εμείς οι Ναυπλιείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς που οραματιζόμαστε τόσο σοφά το μέλλον και διδασκόμαστε από το ίδιο και το ίδιο μας παρελθόν, είναι ένας κοινός αγώνας για την κατάργηση αυτής της αναποφάσιστης και ντροπαλής ημιαργίας και για την αντικατάστασή της με μια ολοκληρωμένη και γεμάτη με όλα της τα καλούδια αργία.

Ημιαργία σημαίνει μισή βόλτα σύντροφοι. Ημιαργία σημαίνει μισές δουλειές και μισός καφές. Για ποιό λόγο; Δηλαδή να μην μπορούμε να γιορτάσουμε, όπως κάθε εορτή, παραδοσιακά ως Ναυπλιείς; Και ειδικά φέτος που θα είχαμε και τριήμερο για να δουλέψουν και τα μαγαζιά μας, να κινηθεί τουριστικά η πόλη μας, είναι μια σκέτη καταστροφή.



Κείμενο: Mario Vagman

Φωτογραφία: John Winder

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Τα κομματικά κατοικίδια του δημοτικού συμβουλίου

Η αλήθεια είναι πως αν ο Αντωνάκης γίνει επίτιμος δημότης Ναυπλιέων, πολύ λίγους ανθρώπους ενδιαφέρει. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.



Πρόκειται για ένα γεγονός ασήμαντης πολιτικής αλλά και κοινωνικής αξίας. Οι αυτόχθονες ιθαγενείς, όπως όλοι οι Έλληνες, είναι βυθισμένοι στα προβλήματά τους και τις έγνοιες τους και αδιαφορούν πια για όλες τις κομματικές και πολιτικές φιέστες.

Ένας ασήμαντος πρωθυπουργός, παλαιοκομματικής κοπής, μια σκιά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας που η μελλοντική ιστορία θα τον αναφέρει στα ψιλά γράμματα και αν, χωρίς κανένα ουσιαστικό έργο και συμβολή, με λόγο διχαστικό, ενίοτε μάγκικο, βαρύ κι ασήκωτο, χωρίς κανένα περιεχόμενο και ώρες-ώρες γελοίο, γίνεται επίτιμος δημότης ενός Δήμου που αντιπροσωπεύει σε μικρογραφία μεν, στα άκρα δε, όλα τα κακώς κείμενα της νεοελληνικής παρακμής. Πελατειακό κράτος, κομματικές εξαρτήσεις, οικογενειοκρατία, διαμελισμένη κοινωνική συνοχή, πλήρως εξαρτώμενη τοπική αυτοδιοίκηση και τα σχετικά.

Οι μόνοι που ενδιαφέρονται για το γεγονός είναι οι φωτογραφιζόμενοι της μελλοντικής εκδήλωσης, τα κομματικά και πολιτικά στελεχάκια της μικρής μας επαρχίας, οι βοσκοί των προβάτων-ψηφοφόρων και της κομματικής συσπείρωσης εν όψει των βουλευτικών εκλογών και των αλισβερισιών, των χρισμάτων, των δημοσίων σχέσεων και όλων των φτηνών πολιτικών τακτικών που ακμάζουν στην περιοχή.

Και αν όλοι αυτοί οι παρακμάζοντες πολιτίσκοι έχουν ορκισμένους πολιτικούς αντιπάλους που διαφωνούν, που εναντιώνονται στις σαπισμένες πρακτικές τους, δυστυχώς για εμάς όλους, αυτοί οι δεύτεροι έχουν διαλέξει να τους μοιάσουν για να τους αντιμετωπίσουν.

Το πρόσφατο δημοτικό συμβούλιο που συζήτησε δήθεν για την ανακήρυξη του πρωθυπουργού σε επίτιμο δημότη, αυτό το θέατρο των προειλημμένων αποφάσεων και αντιπαραθέσεων, ήταν ενδεικτικό της κομματοκρατίας και του φτηνού πολιτικού λόγου που πλήττει σχεδόν όλους πια τους τοπικούς μας αντιπροσώπους. Και αυτό το στοιχείο ήταν το μόνο ενδιαφέρον.

Ο Δήμαρχος της πόλης, καθόλη τη διάρκεια της συζήτησης ήταν αμήχανος και πιεσμένος. Γνώριζε εξαρχής πως τα πολιτικά του επιχειρήματα ήταν λίγα και τα περισσότερα αστεία. Ο Πρωθυπουργός μας βοήθησε στην αναστήλωση του αγάλματος του Κολοκοτρώνη, στην ρουσφετολογική συνέχεια του στρατοπέδου και στο Λιμάνι που ακόμα δεν έχει γίνει. Στην ένδεια των επιχειρημάτων του προστέθηκε το επιχείρημα πως η αντιπολίτευση κατά την προηγούμενη θητεία του, ζήταγε την ρουσφετολογική βοήθεια του πρωθυπουργού οπότε δεν δικαιούται δια να διαφωνεί. Τα επιχειρήματά του ήταν τόσο φτωχά που αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει επιχείρημα που γράφτηκε στον τοπικό τύπο και ισχυριζόταν πως η πρότασή του δεν αποτελεί κομματική επιταγή καθώς συχνά στηρίζει ψηφίσματα άλλων κομματικών χώρων. Ήταν ξεκάθαρος ο φόβος του να αποκαλυφθεί το χρέος που οφείλει στην δήθεν ανεξάρτητη εκλογή του ενώ όταν πιεζόταν με κάποια σοβαρά επιχειρήματα έπαιζε αμήχανα με το κινητό του προφανώς Τέτρις ή κάποιο ενδιαφέρον παιχνιδάκι του facebook.

O Χρήστος Γραμματικόπουλος επιβεβαίωσε τον λόγο που ουδέποτε θα μπορέσει να γίνει δήμαρχος. Με έλλειψη πολιτικού θάρρους, έμεινε πιστός στις κομματικές του καταβολές ψελλίζοντας μια δικαιολογία περί άκαιρης στιγμής για την ανακήρυξη του Αντωνάκη σε επίτιμου δημότη, η οποία μόνο γέλια ή σαρκασμό προκαλεί σε όποιον σκεπτόμενο πολίτη. Σερνόμενος από την κομματική του γραμμή, δεν κατάφερε να υψώσει ανάστημα απέναντι στον πολιτικό του αντίπαλο που τελικά αυτός γευόταν και θα γεύεται την κομματική στήριξη.

Ο Παντελής Κοκκινόπουλος επιχειρηματολογώντας αντιμνημονιακά και συριζέικα, έδωσε βούτυρο στο ψωμί του Δημάρχου καθώς ήταν η μόνη θέση που μπορούσε να αντιμετωπίσει υποκρινόμενος τον ανεξάρτητο και υπερκομματικό και τον φορώντα την φανέλα της πόλης(όλα τα υπόλοιπα επιχειρήματα ο Δήμαρχος τα αγνόησε προκλητικά κάνοντας πως δεν τα άκουσε). Η προσέγγιση της ΑΥΡΑ δεν είχε τοπική αναφορά παρά μόνο θέσεις της κεντρικής πολιτικής σκηνής που προσπάθησαν ανεπιτυχώς να συνδεθούν με την τοπική πραγματικότητα και ακολούθησε έτσι την μονότονη γραμμή της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Παρουσιάστηκε σαν ένα μικρό ΚΚΕ που κολλάει την ίδια λύση, την ίδια ρητορεία σε όλα τα προβλήματα, πράγμα που αποδεικνύει πως η πρόσφατα δημιουργημένη παράταξη δεν έχει αποκτήσει ακόμα τον απαιτούμενο τοπικό βηματισμό της και τη ντόπια ανεξαρτησία της και αλιεύει απόψεις μόνο από την κεντρική κομματική γραμμή της.

Το ΚΚΕ, η δημοτική παράταξη Λαική Συσπείρωση, ήταν άφαντη. Έτσι δεν έπαιξε κανέναν απολύτως ρόλο στην εξέλιξη της συζήτησης. Και να ερχόταν βέβαια πάλι δεν θα έπαιζε. Η γνωστή κομματική κασετούλα του αντικαπιταλισμού, του διεθνούς κεφαλαίου, της εργατικής τάξης και άλλα παρεμφερή που δεν φέρνουν ποτέ κανένα αποτέλεσμα αλλά ταιριάζουν για να θεραπεύσουν κατά ΚΚΕ πάσαν νόσον και πάσαν μαλακία, δεν ακούστηκαν. Μας έλλειψε τα μάλα η παρουσία τους.

Υπήρχε βέβαια και η Άλλη Πρόταση, η μοναδική ανεξάρτητη δημοτική παράταξη, χωρίς όμως φυσική παρουσία. Η Μαργαρίτα Καραμολέγκου απουσίαζε αλλά διαβάστηκε μια επιστολή της. Λογική μεν επιστολή, αλλά δυστυχώς και ως συνήθως χωρίς να δεχτεί απάντηση ή κριτική. Επιστολή με το γνωστό ορθολογικό ύφος της παράταξης και με αποκλειστική τοπική προσέγγιση που όμως αγνοήθηκε παντελώς μέσα στο χάος της κουβέντας. Η Άλλη Πρόταση μοιάζει να συνομιλεί πια μόνο με το σταθερό, μικρό και ιντελεξουέλ κοινό της και έχει τεράστιο ζήτημα τακτικής και επικοινωνίας καθώς και οι ίδιοι οι πολιτικοί της αντίπαλοι και συνομιλητές περιφρονούν τις τοποθετήσεις της.

Και τέλος οι δημοτικοί σύμβουλοι. Πλην των δεδομένων αρνητών της αυτού μεγαλειότητας του Πρωθυπουργού και της υποτελικής επίτιμης δημότευσής του και του Παναγιώτη Μερμίγκη από την παράταξη του Γραμματικόπουλου, όλοι οι υπόλοιποι, βουβοί και άβουλοι, χωρίς να πάρουν ούτε μια στιγμή τον λόγο για να επιχειρηματολογήσουν για την ψήφο τους, μικροί και ελάχιστοι, χωρίς καν το θάρρος της γνώμης και των επιχειρημάτων που προφανώς δεν είχαν, ψέλλισαν το τελικό ναι και κάλυψαν τα νώτα τους για το μέλλον και την λαμπρή τους πολιτική καριέρα.

Το μόνο βέβαιο συμπέρασμα είναι πως υπάρχουν πια αυτόχθονες ιθαγενείς, λίγοι-πολλοί δεν έχει σημασία, που δυστυχώς δεν εκπροσωπούνται στο νέο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Ναυπλιέων. Μπορεί και ο Αντωνάκης, ως συνδημότης, να είναι ένας από αυτούς. Οποιοσδήποτε να ήταν στη θέση του άλλωστε, απλά θα διασκέδαζε με την κατάντια του.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Μερικοί μεταλλαγμένοι Ναυπλιώτες

Και είναι εκείνο το ύπουλο σημείο της ζωής που ο δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο, μέσα στην ησυχία της εκπαιδευτικής αποβλάκωσης, ξεστομίζει χωρίς συναίσθηση καμία, χωρίς αιδώ, πως εμείς, τα μικρά αυτόχθονα ιθαγενάκια, κατοικούμε στην ένδοξη πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους.


Η μεγάλη αποκάλυψη συμβαίνει συνήθως στο μάθημα της Ιστορίας και δη στο κεφάλαιο της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αν δεν το μάθουμε όμως από το δάσκαλο, ίσως κάποιος γονιός, συγγενής ή γειτόνας θα μας φανερώσει την καθοριστική για το μέλλον μας πληροφορία.

Και είναι τότε εκείνη η μοναδική στιγμή που μας σημαδεύει για πάντα και που καρφώνει μέσα στα βάθη της ασυνείδητης και τρυφερής μας σκέψης το μέγεθος της γαματοσύνης μας. Ύπουλα και κρυφά γιομίζουμε το παιδικό μας Είναι με το κύρος και την αίγλη του πρωτευουσιάνου. Όπως ακριβώς ο νεοέλληνας που συνδέει την ύπαρξή του με το αρχαίο παρελθόν και νομίζει πως τελείως αβίαστα ο Σωκράτης, ο Σοφοκλής, ο Πλάτωνας και όλοι οι αρχαίοι σοφοί είναι πρώτα του ξαδέρφια.

Κάπως έτσι λοιπόν φορτωθήκαμε σιγά σιγά αυτήν την υφέρπουσα αστική περηφάνια της παλιάς μας ιστορίας χωρίς βεβαίως να φτιάχνουμε καινούρια αλλά ούτε καν να γνωρίζουμε την ήδη υπάρχουσα. Η γνώση του μέσου Ναυπλιώτη για τον τόπο του φτάνει μέχρι το σημείο της δολοφονίας του Καποδίστρια, της φυλάκισης του Κολοκοτρώνη στο κάστρο με τα 999 σκαλιά που δεν είναι ούτε καν τόσα, στη πρώτη βουλή, στο πρώτο γυμνάσιο της Ελλάδας, στις φυλακές της Ακροναυπλίας και στην Αρβανιτιά που φιλοξένησε το αίμα των Αρβανιτών. Ό,τι δείχνουν οι ταμπέλες δηλαδή και τα λίγα πεταχτά λογάκια που πιάνει δώθε-κείθε. Παραμένει όμως ένας πρωτοπρωτευουσιάνος. Ένας αληθινός αστός που έχει κάνει συμβόλαιο με τη μοίρα να μην θεωρηθεί ποτέ χωριάτης.

Μέσα σε αυτήν ένδοξη ασυναρτησία κάναμε το πρώτο μας ταξίδι με τους γονείς ή το σχολείο στη νέα πρωτεύουσα, στας όμορφας Αθήνας, και ομολογουμένως ψαρώσαμε λιγάκι. Χιλιάδες αυτοκίνητα, λεωφορεία, τεράστιοι δρόμοι, παντού πολυόροφα τσιμέντα και άπειροι άνθρωποι, ανέκφραστοι να τρέχουν προς πάσα κατεύθυνση. Μέχρι τότε πιστεύαμε πως η Άργους ή η Ασκληπιού είναι ό,τι μεγαλύτερο υπήρχε σε δρόμο και όπως ήταν λογικό, σοκαριστήκαμε. Αλλά δεν πτοηθήκαμε ποτέ.

Ήρθε αργοτέρα η εφηβεία, η φοιτητική, στρατιωτική και ενήλικη ζωή και έδιωξε μια για πάντα την παιδική μας ανασφάλεια. Οι επισκέψεις μας στο μεγάλο άστυ έγιναν συχνότερες και πιο τακτικές με αποτελέσμα πλέον κάθε Ναυπλιώτης να ξέρει την Αθήνα απέξω κι ανακατωτά. Κάθε Ναυπλιώτης έχει να σου διηγηθεί ιστορίες, να σου περιγράψει δρόμους, ανθρώπους και καταστήματα λες και έχει μεγαλώσει εκεί. Δεν είναι λόγω της ιδιαίτερης ευφυίας του αλλά βλέπεις, αυτό το πρωτευουσιάνικο αίμα που έχει κληρονομήσει, του δημιουργεί μεγάλη οικειότητα με τις πρωτεύουσες. Και στο Παρίσι να τον πήγαινες, μέσα σε χρόνο ρεκόρ θα είχε προσαρμοστεί. Άσε που η Αθήνα είναι και δίπλα μας, όπως λέμε όλοι σαν σούπερ δικαιολογία. Ένα τσουπ κάνεις και βρέθηκες εκεί. Ουσιαστικά, προάστιό της είμαστε. Και μάλιστα τί προάαστιο! Το αγαπημένο της.

Γι' αυτόν τον λόγο και πολλοί αυτόχθονες ιθαγενείς την επιλέγουν χωρίς δισταγμό ως νέα πατρίδα για να περάσουν εκείθε το παραγωγικό στάδιο της ζωής τους. Μερικοί από αυτούς, οι πιο λαμπροί της αναπλιώτικης φυλής, έχουν δημιουργήσει το γνωστό είδος αυτοχθόνων, των λεγόμενων και μεταλλαγμένων, που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εργασίας τους μέσα στα αθηναικά νέφη, τσιμεντοβλαχοποιούνται απόλυτα και γίνονται αθηνάνθρωποι.

Που κατεβαίνουν στο Ναύπλιο για διακοπές, πάντα συνοδεία του υπόλοιπου κοπαδιού νεοπρωτευουσιάνων και έχουν ήδη αρχίσει να σχηματίζουν αυτή την ανέκφραστη γκριζωπή φάτσα του μετρό και του αστικού λεωφορείου. Αυτή τη σνομπ καγκουριά της ανασφάλειας και της φοβίας. Που είναι χαραγμένο όλο τους το πρόσωπο από την κλεισούρα του τσιμέντου και το τίποτα συμβαίνον στα πέριξ ανάκτορα των Αθηνών πέραν της αδιακόπου εργασίας των. Που θα κανονίσουν για καφέ ή ποτό στη παλιά πόλη μόνο τις ώρες και τις μέρες με τον περισσότερο κόσμο και την μεγαλύτερη κίνηση αυτοκινήτων. Που δεν αποχωρίζονται το αυτοκίνητό τους ούτε για να πεταχτούν μέχρι το περίπτερο για να πάρουν τσιγάρα. Που παλεύουν μέσα στην οδική αγένεια και το μπινελίκι για μια θέση πάρκινγκ στο λιμάνι. Που θα τους δείς να περιμένουν ατάραχοι στην ουρά ενός ασφυκτικά γεμάτου καταστήματος ενώ το ακριβώς δίπλα είναι μισοάδειο. Που θα σε βγάλουν έξω για να πείτε τα νέα σας, στο μαγαζί που παίζει πάντα την πιο δυνατή μουσική και που για να μιλήσεις πρέπει να φωνάζεις σαν τον καθυστερημένο. Και που τέλος, θα γυρίσουν πίσω στη νέα τους γή μόνο όταν το μελίσσι τους μεταδώσει σήμα μέσω των τσιμεντοκεραιών του για μαζική αποχώρηση και εθιμοτυπικό μποτιλιάρισμα στας Εθνικάς οδούς.

Έπειτα, μπορούμε επιτέλους ήσυχοι, να χαρούμε το χωριό μας.


Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: StamatisGR για την εφημερίδα Daily Telegraph