"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η γενιά των 30

Προφανώς η γενιά των τριαντάρηδων που ζούν στο Ναύπλιο, τριάντα συν, τριάντα πλην δεν έχει σημασία, έχει φάει κατάρα από το σύμπαν. Αν όχι κατάρα, τουλάχιστον φάσκελο.


Γιατί εκεί που πέρναγε ωραία και καλά τη ζωή της, εκεί που βόλταρε ησύχως και διακριτικώς, όπως μαθαίνουν και συνηθίζουν να βολτάρουν όλοι οι αυτόχθονες ιθαγενείς προκειμένου να μην ταράξουν τα χρηστά και υπνηλιακά νερά της πόλης, της έπεσε στο κεφάλι, ουρανοκατέβατος, ένας κουβάς γεμάτος σκατά.

Γιατί μόλις αυτή η δόλια γενιά αποφάσισε να ζήσει την ζωής της στην γενέτειρά της πόλη, εμφανίστηκε η οικονομική κρίση με όλα της τα παραλειπόμενα. Ανεργία, εξευτελιστικά ωράρια, καταπίεση εργαζομένων, ελάχιστα ή μηδενικά μεροκάματα, φιλιά σε κατουρημένες ποδιές για μια δουλίτσα και όλα τα σχετικά. Η κρίση ήρθε βέβαια για όλη τη χώρα αλλά οι Ναυπλιείς τριαντάρηδες έχουν έναν λόγο παραπάνω να νιώθουν γκαντέμηδες και δύσμοιροι.

Βλέπεις ένας από τους βασικούς λόγους που τους οδήγησε να μείνουν εδώ, πέρα από την ομορφιά της πόλης και την όποια συναισθηματική σύνδεση είχαν μαζί της, είναι το γεγονός πως το Ναύπλιο ενδείκνυται για οικογενειακές καταστάσεις. Είναι το απόλυτο προσόν του. Μικρό, πρακτικό και σχετικά ασφαλές εξασφαλίζει σε κάθε νέο το όνειρο μιας φιλήσυχης οικογενειακής ζωής και χορταστικά παιδικά χρόνια για τους απογόνους κάθε αυτόχθονα ιθαγενή.

Και μόλις το σκέφτηκαν από εδώ, το ζύγισαν από εκεί, και τελικά το αποφάσισαν να μείνουν, ήρθε η πουτάνα η κρίση και τότε, η περίπτωση της οικογένειας, της μοναδικής ίσως αιτίας που τους έπεισε να προσπαθήσουν να χτίσουν ένα μέλλον σε αυτόν τον τόπο, έγινε εφιάλτης.

Όσοι δεν είχαν, δεν μπορούν πια τόσο εύκολα να κάνουν και όσοι είχαν ήδη αποκτήσει, δυσκολεύονται να τη χαρούν και να τη θρέψουν.

Για τους δεύτερους, δεν γίνεται να γραφτούν πολλά. Τους αφήνουμε τους ανθρώπους μέσα στα άγχη τους, να τρέχουν πανικόβλητοι, σαν μηχανάκια παραγωγής, σαν τρελαμένοι, με το βλέμμα αυτό της απορίας για το πως στο διάολο έγιναν έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη και τους ευχόμαστε από τα βάθη της καρδιάς μας καλά κουράγια και καλή τύχη. Θα τα ξαναπούμε πάλι μαζί τους στην εθνική σύνταξη των 360 ευρώ. Αν υπάρχει βέβαια στο μέλλον και αυτή και το ευρώ μαζί της.

Η άλλη όμως κατηγορία τριαντάρηδων, οι άτεκνοι νέοι της πόλης, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν τον ορισμό της απελπισίας. Γιατί αυτοί που έχουν κάνει παιδιά, με το αγγούρι μονίμως τοποθετημένο οπισθίως, έχουν τουλάχιστον ένα στόχο στη ζωή τους και δεν τους μένει και χρόνος να σκεφτούν πολλά πράγματα. Οι άλλοι όμως, ζώντας σε μια κοινότητα που είναι δομημένη από την πρώτη κοινωνική βόλτα μέχρι την όποια γιορτή πάνω στα ήθη, τα έθιμα και την εκτόνωση της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας, κυκλοφορούν στην πιάτσα ως φαντάσματα, ως κομπάρσοι χωρίς ρόλο και σκοπό. Μέσα σε μια κοινωνία γερόντων, ψυχή τε και σώματι, βολοδέρνουν μάταια σε στέκια και δρόμους, αναζητώντας μια ικμάδα διασκέδασης. Η όποια ανανεωτική τους όρεξη και το φρέσκο μυαλό τους χάνεται μέσα στον ατελείωτο κατάλογο διαχρονικών δεδομένων, συνηθειών και τρόπων που η πόλη αρνείται πεισματικά να αλλάξει στο ελάχιστο. Όποιες εξαιρέσεις ανακαλύψει κανείς, απλά θα επιβεβαιώσουν τον κανόνα, μέχρι βεβαίως και αυτές οι εξαιρέσεις, χρόνο με το χρόνο, να κινδυνεύσουν να γίνουν χειρότερες και από τον ίδιο τον κανόνα καθώς η πόλη έχει την μαγική ικανότητα να σε απορροφά, να σε ρουφάει λίγο-λίγο στον μικρόκοσμο του ωχαδερφισμού και του συμβιβασμού της, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν τα βροντάνε από εδώ για να σηκωθούν να φύγουν. Πάσχουν από το μόνιμο σύνδρομο της φυγής, κλασική περίπτωση ψυχασθένειας μεγάλης μερίδας Ναυπλιωτών. Αυτή η ψυχοπάθεια ξεκινάει πολύ ύπουλα μετά ακριβώς από τα σχολικά χρόνια. Τα πρώτα της συμπτώματα εμφανίζονται με την ιδεοληψία που εμφανίζει ο άρρωστος πως είναι δήθεν τουρίστας στο Ναύπλιο. Περαστικός. Ο μόνιμός του τόπος είναι η φοιτητική του πόλη, ένα μέρος μακρινό που εργάζεται ή ο στρατός. Όταν τον πιάσουν τα 30 όμως και βρίσκεται αραχτός στα μέρη μας, η ιδεοληψία αυτή, η άρνηση παραδοχής της ναυπλιακής μονιμότητας, μετατρέπεται σε σύνδρομο φυγής. Συνεχώς φεύγει, μεταναστεύει, απομακρύνεται, τα παρατάει όλα και πάει να ζήσει την ευτυχία σε άλλη γη και σε άλλα μέρη αλλά διαρκώς βρίσκεται εδωχάμου, γύρω-γύρω. Πλήθος κόσμου, κυρίως νέων, κυκλοφορεί ανάμεσά μας και μας επαναλαμβάνει γραφικά την ίδια και την ίδια ιστορία φυγής. Πρόκειται φυσικά για ψυχοπαθολογική κατάσταση που θα μπορούσε να την αποκαλέσει ποιητικά κάποιος και σύνδρομο του βάλτου.

Η αλήθεια είναι πάντως πως αυτοί οι ονειροπαρμένοι νέοι, αν και αρκετά βλαμμένοι, είναι σαφέστατα πολύ καλύτεροι από την τρίτη και τελευταία κατηγορία τριαντάρηδων της πόλης, τα λεγόμενα και κομματοπρόβατα. Είναι οι γνωστοί βολεμένοι της περιοχής, φανεροί ή κρυφοί, είναι αυτοί που βρίσκονται στην ουρά των τοπικών μεγαλοπαραγόντων, δημοτικών, πολιτικών και άλλων, που δεν τους πιάνει καμία κρίση, δεν τους πιάνει κανένα απολύτως πρόβλημα γιατί είχαν την ωριμότητα να καταλάβουν από πολύ νωρίς την αξία του πελατειακού κράτους, των γνωριμιών και της κοινωνικής υποκρισίας που απαιτείται για να επιβιώσεις σε μια ξεπεσμένη πολιτεία. Ξεπερνώντας την γλίτσα που στάζει το μυαλό τους, τους ενίοτε γλοιώδεις τρόπους τους, την ένοχη σιωπή τους και την σοβαροφανή, στα όρια του γελοίου, όψη τους, είναι τα άτομα με το μεγαλύτερο ένστικτο επιβίωσης ανάμεσα σε όλους τους νέους ανθρώπους της Ναυπλίας. Αληθινά θηρία με πρόσωπα αγγέλου μέσα σε μια ζούγκλα που νομίζει πως είναι πόλη.

Αυτή είναι λοιπόν η γενιά των αυτόχθονων τριαντάρηδων. Αν και πρέπει να σημειωθεί εδώ πως κάθε διαχωρισμός και δη κοινωνικός, είναι σίγουρα και λίγο σχηματικός. Τα όρια δεν είναι ποτέ τόσο απόλυτα, ακριβή και καθορισμένα και οι εύκολες ταμπέλες οδηγούν συχνά σε λάθος συμπεράσματα. Κάθε νέος αυτόχθονας μπορεί να ανήκει σε μία, σε δύο ή και ακόμα σε τρείς κατηγορίες, ανάλογα με την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχηματισμών γύρω του. Μπορεί και κάποιοι να νιώθουν πως δεν ανήκουν σε καμία γιατί μέσα στο μυαλό τους κατηγοριοποιούν τα πρόσωπα και τα πράγματα με διαφορετική λογική και νοοτροπία ζωής.

Γι' αυτό, καλό θα ήταν να μην αναζητούνται ούτε να πολυαναφέρονται σε άρθρα και παρεμφερή κείμενα, αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους και κυρίως τους νέους, αλλά να δίνεται έμφαση μόνο σε αυτά που τους ενώνουν.

Και αν κάτι ενώνει τους αυτόχθονες ιθαγενείς, και ειδικά την γενιά των τριαντάρηδων της πόλης, είναι η βαθιά πλέον πεποίθηση όλων, πως τίποτα και ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξει σε αυτήν την βρεγμένη και μάταιη βαλκανική τους επαρχία.



Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: "Ο έρωτας στα χρόνια του μνημονίου" από τον ιστότοπο Plasticobilism

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου