"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Μερικοί μεταλλαγμένοι Ναυπλιώτες

Και είναι εκείνο το ύπουλο σημείο της ζωής που ο δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο, μέσα στην ησυχία της εκπαιδευτικής αποβλάκωσης, ξεστομίζει χωρίς συναίσθηση καμία, χωρίς αιδώ, πως εμείς, τα μικρά αυτόχθονα ιθαγενάκια, κατοικούμε στην ένδοξη πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους.


Η μεγάλη αποκάλυψη συμβαίνει συνήθως στο μάθημα της Ιστορίας και δη στο κεφάλαιο της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αν δεν το μάθουμε όμως από το δάσκαλο, ίσως κάποιος γονιός, συγγενής ή γειτόνας θα μας φανερώσει την καθοριστική για το μέλλον μας πληροφορία.

Και είναι τότε εκείνη η μοναδική στιγμή που μας σημαδεύει για πάντα και που καρφώνει μέσα στα βάθη της ασυνείδητης και τρυφερής μας σκέψης το μέγεθος της γαματοσύνης μας. Ύπουλα και κρυφά γιομίζουμε το παιδικό μας Είναι με το κύρος και την αίγλη του πρωτευουσιάνου. Όπως ακριβώς ο νεοέλληνας που συνδέει την ύπαρξή του με το αρχαίο παρελθόν και νομίζει πως τελείως αβίαστα ο Σωκράτης, ο Σοφοκλής, ο Πλάτωνας και όλοι οι αρχαίοι σοφοί είναι πρώτα του ξαδέρφια.

Κάπως έτσι λοιπόν φορτωθήκαμε σιγά σιγά αυτήν την υφέρπουσα αστική περηφάνια της παλιάς μας ιστορίας χωρίς βεβαίως να φτιάχνουμε καινούρια αλλά ούτε καν να γνωρίζουμε την ήδη υπάρχουσα. Η γνώση του μέσου Ναυπλιώτη για τον τόπο του φτάνει μέχρι το σημείο της δολοφονίας του Καποδίστρια, της φυλάκισης του Κολοκοτρώνη στο κάστρο με τα 999 σκαλιά που δεν είναι ούτε καν τόσα, στη πρώτη βουλή, στο πρώτο γυμνάσιο της Ελλάδας, στις φυλακές της Ακροναυπλίας και στην Αρβανιτιά που φιλοξένησε το αίμα των Αρβανιτών. Ό,τι δείχνουν οι ταμπέλες δηλαδή και τα λίγα πεταχτά λογάκια που πιάνει δώθε-κείθε. Παραμένει όμως ένας πρωτοπρωτευουσιάνος. Ένας αληθινός αστός που έχει κάνει συμβόλαιο με τη μοίρα να μην θεωρηθεί ποτέ χωριάτης.

Μέσα σε αυτήν ένδοξη ασυναρτησία κάναμε το πρώτο μας ταξίδι με τους γονείς ή το σχολείο στη νέα πρωτεύουσα, στας όμορφας Αθήνας, και ομολογουμένως ψαρώσαμε λιγάκι. Χιλιάδες αυτοκίνητα, λεωφορεία, τεράστιοι δρόμοι, παντού πολυόροφα τσιμέντα και άπειροι άνθρωποι, ανέκφραστοι να τρέχουν προς πάσα κατεύθυνση. Μέχρι τότε πιστεύαμε πως η Άργους ή η Ασκληπιού είναι ό,τι μεγαλύτερο υπήρχε σε δρόμο και όπως ήταν λογικό, σοκαριστήκαμε. Αλλά δεν πτοηθήκαμε ποτέ.

Ήρθε αργοτέρα η εφηβεία, η φοιτητική, στρατιωτική και ενήλικη ζωή και έδιωξε μια για πάντα την παιδική μας ανασφάλεια. Οι επισκέψεις μας στο μεγάλο άστυ έγιναν συχνότερες και πιο τακτικές με αποτελέσμα πλέον κάθε Ναυπλιώτης να ξέρει την Αθήνα απέξω κι ανακατωτά. Κάθε Ναυπλιώτης έχει να σου διηγηθεί ιστορίες, να σου περιγράψει δρόμους, ανθρώπους και καταστήματα λες και έχει μεγαλώσει εκεί. Δεν είναι λόγω της ιδιαίτερης ευφυίας του αλλά βλέπεις, αυτό το πρωτευουσιάνικο αίμα που έχει κληρονομήσει, του δημιουργεί μεγάλη οικειότητα με τις πρωτεύουσες. Και στο Παρίσι να τον πήγαινες, μέσα σε χρόνο ρεκόρ θα είχε προσαρμοστεί. Άσε που η Αθήνα είναι και δίπλα μας, όπως λέμε όλοι σαν σούπερ δικαιολογία. Ένα τσουπ κάνεις και βρέθηκες εκεί. Ουσιαστικά, προάστιό της είμαστε. Και μάλιστα τί προάαστιο! Το αγαπημένο της.

Γι' αυτόν τον λόγο και πολλοί αυτόχθονες ιθαγενείς την επιλέγουν χωρίς δισταγμό ως νέα πατρίδα για να περάσουν εκείθε το παραγωγικό στάδιο της ζωής τους. Μερικοί από αυτούς, οι πιο λαμπροί της αναπλιώτικης φυλής, έχουν δημιουργήσει το γνωστό είδος αυτοχθόνων, των λεγόμενων και μεταλλαγμένων, που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εργασίας τους μέσα στα αθηναικά νέφη, τσιμεντοβλαχοποιούνται απόλυτα και γίνονται αθηνάνθρωποι.

Που κατεβαίνουν στο Ναύπλιο για διακοπές, πάντα συνοδεία του υπόλοιπου κοπαδιού νεοπρωτευουσιάνων και έχουν ήδη αρχίσει να σχηματίζουν αυτή την ανέκφραστη γκριζωπή φάτσα του μετρό και του αστικού λεωφορείου. Αυτή τη σνομπ καγκουριά της ανασφάλειας και της φοβίας. Που είναι χαραγμένο όλο τους το πρόσωπο από την κλεισούρα του τσιμέντου και το τίποτα συμβαίνον στα πέριξ ανάκτορα των Αθηνών πέραν της αδιακόπου εργασίας των. Που θα κανονίσουν για καφέ ή ποτό στη παλιά πόλη μόνο τις ώρες και τις μέρες με τον περισσότερο κόσμο και την μεγαλύτερη κίνηση αυτοκινήτων. Που δεν αποχωρίζονται το αυτοκίνητό τους ούτε για να πεταχτούν μέχρι το περίπτερο για να πάρουν τσιγάρα. Που παλεύουν μέσα στην οδική αγένεια και το μπινελίκι για μια θέση πάρκινγκ στο λιμάνι. Που θα τους δείς να περιμένουν ατάραχοι στην ουρά ενός ασφυκτικά γεμάτου καταστήματος ενώ το ακριβώς δίπλα είναι μισοάδειο. Που θα σε βγάλουν έξω για να πείτε τα νέα σας, στο μαγαζί που παίζει πάντα την πιο δυνατή μουσική και που για να μιλήσεις πρέπει να φωνάζεις σαν τον καθυστερημένο. Και που τέλος, θα γυρίσουν πίσω στη νέα τους γή μόνο όταν το μελίσσι τους μεταδώσει σήμα μέσω των τσιμεντοκεραιών του για μαζική αποχώρηση και εθιμοτυπικό μποτιλιάρισμα στας Εθνικάς οδούς.

Έπειτα, μπορούμε επιτέλους ήσυχοι, να χαρούμε το χωριό μας.


Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: StamatisGR για την εφημερίδα Daily Telegraph

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου