"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι σ’ ένα παράλληλο σύμπαν

Το Παλαμπούρτζι των Χριστουγέννων  Σ' ένα παράλληλο σύμπαν, στο Ναύπλιο χιονίζει. Και όταν λέμε χιονίζει, δεν εννοούμε αυτό το φλωροχιονόνερο που ρίχνει κάπου κάπου.

Ούτε το χιόνι που στέκεται μόνο για κανά δύωρο πάνω στα μπαμπρίζ των αυτοκινήτων και τα φύλλα των δέντρων μέχρι να το λιώσει γρήγορα η υγρασία. Όταν λέμε χιονίζει, μιλάμε για παχύ, άφθονο και ασταμάτητο χιόνι. Τόσο χιόνι που κάνει το Παλαμήδι να μοιάζει με έναν τεράστιο κουραμπιέ.

Έτσι και μόνο για να γιατρευτεί το παιδικό τραύμα των αυτοχθόνων ιθαγενών που κάθε χριστούγεννο, χιόνι άκουγαν και χιόνι δεν έβλεπαν. Μάλλον έβλεπαν αλλά σε χριστουγεννιάτικες κάρτες, τηλεοπτικά θεάματα και περιτυλίγματα χριστουγεννιάτικων δώρων. Κατά τα άλλα, η μοναδική πραγματικότητα της χριστουγεννιάτικής μας ατμόσφαιρας, αντί για χιόνι, γιομίζει με τη μυρωδάτη, γραφική και υγρή ομίχλη των πυρηνελουργείων της περιοχής που τώρα τελευταία ομοιάζει όλο και περισσότερο με νερουλή, αέρινη κι απείρως διαχεόμενη δημόσια τουαλέτα.

Σ' ένα παράλληλο συμπάν λοιπόν, χωρίς τεχνητές μυρωδιές, το Παλαμήδι είναι ένας τεράστιος χιονισμένος κουραμπιές που μέσα του ζουν κρυμμένοι όλο το χρόνο, οι αυτόχθονες καλικαντζάροι. Κρυμμένοι σε πέτρες, λαγούμια, μυστικές στοές και σπηλιές, οι καλικάντζαροι, αυτές τις τελευταίες μέρες του χρόνου, βγαίνουν από τις κρυψώνες τους και κατεβαίνουν στην πόλη για να καλικαντζαρίσουν τους ντόπιους.

Πρόκειται για ιδιαιτέρως επικίνδυνη ράτσα και πολύ δύσκολα αναγνωρίσιμη με την πρώτη ματιά. Καθώς στην όψη αλλά και στο ντύσιμο δεν διαφέρουν καθόλου από τους αυτόχθονες ιθαγενείς. Αναμειγνύονται με αυτόν τον τρόπο μέσα στο πλήθος και αναζητούν τα ανυποψίαστά θύματά τους. Με ύπουλα όπλα τον αυθόρμητό τους χαρακτήρα, την ενθουσιώδη και γιορτινή τους διάθεση, τα ειλικρινή και εξωστρεφή τους αισθήματα, το αληθινό τους χαμόγελο και την έλλειψη κάθε καχυποψίας, μυστικοπάθειας και πισώπλατου κοινωνικού σχολιασμού, καλικαντζαρίζουν το μυαλό του θύματος και του αλλάζουν τελείως την συμπεριφορά, τις σκέψεις και τις συνήθειες.

Δυστυχώς το καλικαντζάρισμα αναγνωρίζεται μόνο αμά τη εμφανίσει της ασθενείας του θύματος και μέχρι τα σήμερα δεν έχει βρεθεί γιατρειά.

Έτσι λοιπόν, σ' ένα παράλληλο σύμπαν, ο καλικαντζαροπαρμένος αυτόχθων ιθαγενής δεν κατεβάζει ποτέ τον διακόπτη των κουδουνιών του για να μην ακούσει τα πρωινά κάλαντα των πιτσιρικάδων. Δεν προσποιείται ποτέ τον χαρούμενο σαν κουρδισμένο ρομποτάκι, ούτε μοιράζει δώθε-κείθε, σε γνωστούς και αγνώστους με φορεμένο τυπικό χαμόγελο, εκατοντάδες χρόνια πολλά, καλά χριστούγεννα, ευτυχισμένο το νέο έτος και τα τοιαύτα για να καταντάει εκνευριστικός και να τον αποφεύγουμε όλοι στο δρόμο. Τα λέει μόνο εκεί που τα νιώθει πραγματικά. Ο καλικατζαροπαρμένος αυτόχθων δεν θυμάται την αλληλεγγύη και την προσφορά μόνο όταν του το θυμίζουν οι άλλοι. Μόνο αυτές τις μέρες δηλαδή που ο εγκέφαλός του παθαίνει ολική πλύση από τα σλόγκαν και τις ατάκες περί προσφοράς και αλληλοβοήθειας στον συνάνθρωπο που υποφέρει, λες και οι υπόλοιπες μέρες είναι μέρες παρτακισμού και αλληλοφαγωμάρας. Δεν οδηγεί σαν το μαλάκα για να βρεί μια καλή θέση πάρκινγκ, δεν τον ενδιαφέρει να παρκάρει κοντά στον όποιο στόχο γιατί προτιμά μια ήσυχη βόλτα στην στολισμένη και χιονισμένη πόλη. Δεν παθαίνει ποτέ ξαφνικά κι απότομα οικογενειοπληξία ούτε αγαπάει συγγενείς και γνωστούς που όλο τον υπόλοιπο χρόνο αγνοεί παντελώς την τύχη τους. Ο καλικαντζαροπαρμένος αυτόχθων δεν κάνει δώρα ανάλογα με το συμφέρον και το κέρδος που προσμένει ούτε με βάση τις δημόσιες σχέσεις που θέλει να αναπτύξει. Δεν παρασύρεται από το πλήθος που ψωνίζει σαν υπερκαταναλωτικά υπνωτισμένο γιατί ξέρει πως είναι μπατίρης και το πρώτο δεκαήμερο του νέου χρόνου δεν θα έχει φράγκα ούτε για τσίχλες. Δεν περιμένει την πρωτοχρονιά σαν άλλοθι για να τζογάρει ούτε ντύνεται γιορτινά για να τον δούν οι άλλοι, μόνο για να χαρεί ο ίδιος τη γιορτή, όπως γουστάρει.

Σ' ένα παράλληλο σύμπαν, ο καλικαντζαροπαρμένος αυτόχθων ιθαγενής, πιστεύει ακόμα στον Άγιο Βασίλη, δεν κερδίζει ποτέ το φλουρί και όταν τον πιάνουν τα μέσα του, χορεύει.





Καλή χρονιά σε όλους.



Κείμενο: Mario Vagman

Φωτογραφία: Γιάννης Ρεκούμης

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα που έπεσαν νωρίς…

Τοπική επικαιρότης ελαχίστη, μόνο από τη μακρινή Αθήνα και τις λοιπές μεγαλουπόλεις έρχονται μερικές ιαχές του εμφυλίου αλλά μετά την στροφή των Δερβενακίων, ευτυχώς επικρατεί σιωπή και παύουν και αυτές.


Τίποτα δεν ακούγεται στα μέρη μας κι εμείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, βαδίζουμε αμέριμνοι κι ολοταχώς προς τα Χριστουγέννα, μάλλον τα διανύουμε ήδη καθώς η πόλη διάλεξε και φέτος, ως πιθηκίζουσα κοινωνία που είναι, να ακολουθήσει την πανελλήνια και παγκόσμια μόδα του πρόωρου εορτασμού τους.

Είναι αυτή η νέα τάση που από τα τέλη Νοεμβρίου ή τις αρχές Δεκεμβρίου, ένα μήνα πριν την εορτή, ξεκινάν οι στολισμοί, οι ευχές, οι χριστουγεννιάτικες προσφορές των καταστημάτων, τα εορταστικά τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά και διαδικτυακά σποτς και όλα τα σχετικά.

Πρόκειται φυσικά για μια μόδα που πολλοί Ναυπλιώτες, τελείως άκριτα, σύρονται να ακολουθήσουν μη τυχόν και δεν θεωρηθούν μοντέρνοι. Γιατί μπορεί εκ φύσεως ο Ναυπλιεύς, ο αυτόχθων, να είναι συντηρητικός άνθρωπος, καχύποπτος και δύσκολος στις αλλαγές, αλλά σε ό,τι έχει να κάνει με την αγνή και παρθένα ανθρώπινη βλακεία, ακολουθεί με κλειστά μάτια. Ο Ναυπλιεύς πάνω από όλα είναι μοδάτος τυπάς.

Και εδώ δε μιλάμε για μια απλή μόδα. Ένα στυλ κουρέματος ας πούμε, ένα ρούχο ή ένα βιβλίο που πουλάει. Μιλάμε για κοτζάμ μετεξέλιξη του συστήματος ανθρώπινης αποβλάκωσης. Γίνεται να λείπει ο Ναυπλιώτης από ένα τέτοιο πανηγύρι;

Γίνεται να μην συμμετέχει όταν το οικονομικό σύστημα, επειδή δεν μπορεί πια να μας αναγκάσει να υπερκαταναλώσουμε προϊόντα, αφού μας άφησε άφραγκους και πένητες, μας βάζει να υπερκαταναλώνουμε ολόκληρες γιορτές και συναισθήματα, θέλοντας να μας κρατήσει ακόμα ηλίθιους; Γίνεται να μείνει αμέτοχος ο Ναυπλιεύς όταν μας διαστέλλουν εικονικά τον χρόνο της εορτής και μας δημιουργούν μαεστρικά την ψευδαίσθηση μιας μεγαλύτερης απόλαυσης; Γίνεται να μην θέλουμε να υπερκαταναλώνουμε τη χαρά μας την ίδια;

Αυτή η νέα φάση όμως της κλιμακούμενης ανοησίας δεν στηρίζεται μόνο στο ψυχολογικό κενό που άφησε μέσα μας η εποχή της υπερκατανάλωσης. Στηρίζεται στο γενικότερο θυμικό του ανθρώπου. Στη μεγάλη αγάπη του εν προκειμένω για αυτή τη γιορτή, την πιο λαοφιλή γιορτή ομολογουμένως σε όλον τον κόσμο, και στο παράλληλο μίσος του για τη μίζερη καθημερινότητα που περνάει.

Κι ενώ η αγάπη των Ναυπλιωτών για τα Χριστούγεννα είναι αδιαμφισβήτητη και πολύ λογική, απορείς τι ζόρι τραβάνε με την καθημερινότητά τους και τόσο βιαστικά λαχταρούν να απαλλαγούν από αυτήν.

Κάθεται δηλαδή ο μοδάτος Ναυπλιεύς, αυτός ο πιστός ακολουθητής όλων των μοντέρνων εξελίξεων πλην των ουσιαστικών, και πίνει τον καφέ του στη πλατεία Συντάγματος, αρχές Δεκέμβρη για παράδειγμα. Η φύσις όλη γύρω του, τεχνητή και φυσική, του προσφέρει απλόχερα παραδείσιες στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης. Και αυτός, σαν κάτοικος αγχώδους μεγαλούπολης ή παθητικός δέκτης των οθονών και των ήχων που τον περιβάλλουν, ονειρεύεται μόνο τα Χριστούγεννα. Θα πετάξει έτσι μέρες και μέρες από την καθημερινότητά του, χωρίς να σκεφτεί, χωρίς να τις ζήσει, έχοντας μόνο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του το χαζογελάκι μιας αυτοικανοποίησης για τη μεγάλη γιορτή που πλησιάζει.

Άγνωστο και αδιάφορο αν αυτός ο Ναυπλιεύς είναι μειοψηφία ή πλειοψηφία μέσα στην πόλη. Το σίγουρο είναι πως είναι βλαξ. Και ως βλαξ, απλώνει την ανίκητη βλακεία του ολούθε και τελικώς επικρατεί.

Και δεν επικρατεί αυτή του η βλακεία μονάχα για τα Χριστούγεννα. Αλλά για όλες τις γιορτές, τις αργίες, τις ημιαργίες, τα Σάββατα και τις Κυριακές. Σαν όλες οι άλλες μέρες να είναι παρενθέσεις. Να μην είναι για να τις ζήσουμε αλλά απλά να λειτουργούν ως διαλείμματα μέχρι την επόμενη γιορτή ή αργία.

Και όλα αυτά στο Ναύπλιο. Ούτε στη Νέα Υόρκη, ούτε στην Αθήνα, ούτε καν σε μια πυκνοκατοικημένη επαρχιακή πόλη του κόσμου που ο καθείς μπορεί να βαρέσει την καταθλιψάρα του μέσα στη γκριζωπή του πραγματικότητα. Όλα αυτά συμβαίνουν στο μικρό και γραφικό Αναπλάκι. Το χωριό μας. Το μέρος που διαλέξαμε να το κατοικήσουμε μόνιμα κυρίως για την απλή, λαϊκή, όμορφη και ανθρώπινη καθημερινότητά του.

Μπας και έχουμε χαζέψει τελείως;