"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Ναύπλιο, η πόλη μεταφέρθηκε στη διεύθυνση www.facebook.com


7 Δεκεμβρίου, 2015.

Εν μέσω λοιμών, σεισμών και καταποντισμών, βομβών, πυραύλων και στρατών, φόρων, πόνων και πνιγμών, το κυματάκι παφλάζει ακόμα γαλήνιο στις ακτές της πόλης.

Η φύσις γενικώς στο Ναύπλιο και τα πέριξ αυτού παραμένει ελαττωματική. Δεν αναμεταδίδει επαρκώς τις ειδήσεις. Ενίοτε δε, τα στοιχεία του περιβάλλοντος παραπληροφορούν εξακολουθητικά.

Γιατί που να πιάσει η μεσαιωνική η πέτρα και ο νεοκλασικός ο σοβάς την ασύρματη σύνδεση των εικοσιτεσσάρων μεγκαπιπιές, να σου μεταδώσουν τα νέα πριν ακόμα συμβούν; Πως να φτάσει το φτωχό και μόνο κυματάκι την ψηφιακή τελειότητα για να ξεπεράσει τα αναλογικά και αργοτάξιδά του σήματα;

Χωρίς όμως αυτά τα αργοτάξιδα σήματα , η ζωή θα ήταν ομολογουμένως ανυπόφορη στη Ναυπλία. Χωρίς αυτά, η ενημέρωση θα ήταν μονόπλευρη και καταθλιπτική. Ενώ τώρα, όταν οι εικόνες, οι οθόνες, οι φωνές, τα καλώδια, οι σκέψεις, οι σχέσεις και τα βουβά ντουβάρια σου μικραίνουν το μπόι, αρπάζεις τα κλειδιά της εξώπορτας ή βγαίνεις για λίγο στο μπαλκόνι σου κι αλλάζεις κανάλι. Εκπέμπεις σε άλλο μήκος κύματος. Τοπικό και αναλογικό. Το πιο απόμακρο νέο που χωράει τότε ο νους σου, είναι μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου και το αυτί σου.

Προσωπικά προτιμώ το αυτί. Το μάτι έχω αρχίσει να το βαριέμαι. Άλλωστε τα πάντα γύρω μου, πρόσωπα, πράγματα, κάστρα, δέντρα , πάρκα, ηλιοβασιλέματα, πλατείες, παραλίες, γλάστρες, ό,τι κινείται και δεν κινείται τέλος πάντων, το βλέπω δημοσιευμένο δέκα φορές την ημέρα στο διαδίκτυο. Η πόλη όλη εκδίδεται δημοσίως, αφιλοκερδώς και περηφάνως. Σαν καλοκάγαθη πουτανίτσα που νιώθει πως εκτελεί το μέγιστο κοινωνικό λειτούργημα και το κάνει συνεχώς με ψηλά το κεφάλι.

Οπότε προτιμώ το αυτί. Ήχους δηλαδή που δεν έχουν ακόμα αποτυπωθεί σωρηδόν στη Ναυπλιακή ιντερνετοκρατία. Να ακούς τα πουλάκια της πόλης. Το πλίτσι-πλίτσι της θάλασσας. Το τσίρι-τσίρι της βροχής. Το βουβού του ανέμου. Τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους και ιδίως αυτούς, που σε κάθε ευκαιρία, στιγμή και μέρος φωνάζουν δυνατά τα προσωπικά τους. Στο δρόμο, στις πολυκατοικίες, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα καταστήματα και φυσικά στις καφετέριες. Είναι αυτοί που όλοι προσποιούμαστε πως δεν τους ακούμε, μάλλον για να συνεχίσουν να μιλάνε εξίσου δυνατά, που όλοι κάνουμε πως συνεχίζουμε κανονικά τη δουλειά μας, χαζεύουμε εκεί που χαζεύαμε, μιλάμε εκεί που μιλούσαμε, αλλά όλοι μα όλοι στήνουμε αυτί για να ακούσουμε κάθε λεπτομέρεια.

Και επειδή τυχαίνει να τις μαθαίνουμε όλες τις λεπτομέρειες, ή τέλος πάντων όσες μας λείψουν θα τις συμπληρώσουμε αργότερα κινούμενοι στη πόλη και ρωτώντας, έπειτα μας λένε κουτσομπόληδες.

Αναλογικοί επαναστάτες δια της ακοής θα ήταν ακριβέστερος όρος νομίζω και πιο τιμητικός για εμάς όλους, τους περήφανους αυτόχθονες ιθαγενείς.



Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, Τόμος XLVIII – Της Τσιμεντοβλαχιάς τ’Ανάπλι



ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ

XLVIII

ΤΗΣ ΤΣΙΜΕΝΤΟΒΛΑΧΙΑΣ Τ' ΑΝΑΠΛΙ
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 20ου ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
ΝΑΥΠΛΙΟ, 14-16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2398

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η περίοδος της Τσιμεντοβλαχοκρατίας αποτέλεσε την βασικότερη πηγή επιδράσεων στην ιστορία της πόλης του Αναπλιού, όπως την γνωρίζουμε και την ζούμε σήμερα στον 24ο αιώνα. Είναι αδύνατον όμως να εξεταστεί αυτή η περίοδος, αν δεν συνδεθεί κοινωνιολογικά, ψυχολογικά και πολιτιστικά με όλες τις προηγούμενες περιόδους που η πόλη τελούσε υπό κατάκτηση. Αν δεν εξεταστεί επομένως ολόκληρη η ιστορία του Ναυπλίου.

Από την εποχή που το Ναύπλιο δεν ήταν παρά μόνο ένα λιμάνι της αυτοκράτειρας πόλης του Άργους μέχρι τις μέρες μας, ο αυτόχθων ιθαγενής ζει, συνηθίζει και επιβιώνει υπό κατάκτηση. Βενετοκρατία, Φραγκοκρατία, Τουρκοκρατία, Βαυαροκρατία, Γερμανική και Ιταλική Κατοχή, Καγκουροκρατία και εντέλει Τσιμεντοβλαχοκρατία είναι μερικά ενδεικτικά παραδείγματα που αποκαλύπτουν το ανά τους αιώνες δέσιμο της πόλης στον κάθε ξένο. Το Ναύπλιο δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα μωσαικό άλλων, ένας ανοιχτός κι αναποφάσιστος καμβάς που ζωγραφίζεται σε κάθε εποχή, συνειδητά ή ασυνείδητα, από τις ορέξεις και τα γούστα των φιλικά ή εχθρικά προσκείμενων επισκεπτών του.

Η Τσιμεντοβλαχοκρατία επομένως δεν θα είχε αφήσει κανένα στίγμα, και αυτό το Συμπόσιο δεν θα είχε κανένα νόημα ύπαρξης, αν οι ίδιοι οι αυτόχθονες ιθαγενείς δεν είχαν την κληρονομική ικανότητα να αξιοποιήσουν, να μιμηθούν και να αναπτύξουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τους ένωναν με την πρωτευουσιάνικη κατάκτηση.

Δεν ήταν βέβαια μόνο η ιστορική κληρονομικότητα που συνετέλεσε στην ακμή μιας χρυσής εποχής. Μια τέτοια θεώρηση θα ήταν μονόπλευρη αν όχι αφελής. Κάθε κατάκτηση, σε κάθε κοινωνία, για να ανθήσει, χρειάζεται και τους ιδιαίτερους κοινωνικοπολιτικούς και οικονομικούς της παράγοντες.

Ο πρώτος και πλέον καθοριστικός για την αθηναική εισβολή ήταν η έλλειψη οποιουδήποτε τουριστικού προσανατολισμού εκείνης της εποχής. Οι Τσιμεντόβλαχοι αποτελούσαν αρχικά την εύκολη λύση για την τουριστική οικονομία. Γνωστοί για τις κατά κύματα επιθέσεις τους τότε σε γύρω περιοχές όπως το Λουτράκι, το Κιάτο και το Ξυλόκαστρο, η οικονομία του Ναυπλίου τους άνοιξε διάπλατα την πόρτα και τους αντιμετώπισε ως σωτήρες.

Δεν ήταν αμελητέα βέβαια αιτία της Τσιμεντοβλάχικης κυριαρχίας και η παρακμή της ναυπλιακής αστικής τάξης . Η εισβολή των Αθηναίων βρήκε την ντόπια αστική τάξη σε σύγχυση, χωρίς ιδεολογικούς προσανατολισμούς και πολιτική ταυτότητα, χωρίς προτάσεις και συλλογική δράση, ρηγμένη κατά ένα μέρος της σε μια αριστοκρατική ανάμνηση που ολοένα και ξέφτιζε και κατά ένα άλλο σε μια νεόπλουτη κι απαίδευτη παραζάλη. Το διοικητικό και γεωγραφικό άνοιγμα του Δήμου με τον γνωστό τότε για τους πολιτικούς επιστήμονες νόμο του Καποδίστρια και έπειτα του Καλλικράτη, διευκόλυνε την παρακμή.

Η πολιτική κατάσταση δεν ήταν διαφορετική. Το πολιτικό προσωπικό, ίσως το πιο οπισθοδρομικό και συντηρητικό δείγμα της κοινωνίας, επιβίωνε μέσα σε πελατειακές δομές καταλοίπων της Τουρκοκρατίας και μάλλον ήταν το λιγότερο ικανό να θέσει και να υλοποιήσει προτάσεις.

Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν, οι Αθηναίοι αποτέλεσαν μια λυτρωτική διέξοδο σε κάθε επίπεδο, έναν σύνδεσμο του αυτόχθονα ιθαγενή με το ξεχασμένο πρωτευουσιάνικό του παρελθόν και τη μοναδική του ως εκείνη τη στιγμή δίοδο προς κάτι καινούριο πέρα από την αυταρέσκεια που πήγαζε από την ιστορία του και την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του τοπίου του.

Το ζητούμενο όμως είναι, ταυτόχρονα και το ενδιαφέρον, πότε είναι αυτή η στιγμή. Το ακριβές έτος, ο χρόνος όπου ξεκινάει επίσημα η εποχή της Τσιμεντοβλαχοκρατίας. Οι γνώμες διίστανται. Όλοι συμφωνούν και αναζητούν το έτος στο τέλος του 20ου αιώνα. Για λόγους ιστορικής ακρίβειας αλλά και συμβολικής διήγησης όμως, μια γενική χρονολογική αναφορά δεν είναι αρκετή για ένα γεγονός που καθόρισε την ιστορία τεσσάρων αιώνων.

Ίσως μας βοηθήσει στην εξακρίβωση της ημερομηνίας ένα στοιχείο που μόνο ως σύμπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί. Παράλληλα με την εισβολή των Αθηναίων στην ναυπλιακή γη, χρονολογείται και η εισβολή της μπανάνας στα Ναυπλιακά μανάβικα. Ως γνωστόν, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 80, η μπανάνα πουλιόταν μόνο σε υπαίθριους πάγκους των Εθνικών οδών και κυρίως αυτών που οδηγούσαν στην Αθήνα. Από ακριβείς πηγές της εποχής, όπως το χρονογράφημα Παλαμπούρτζι, τα παιδιά των αυτοχθόνων ιθαγενών περίμεναν με ανυπομονησία τους γονείς τους να γυρίσουν από ταξίδι στην πρωτεύουσα για να τους φέρουν μπανάνες Τσικίτα από την Εθνική οδό. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε η πρώτη μπανάνα σε ναυπλιώτικο πάγκο. Άραγε πότε ακριβώς; Μένει να απαντηθεί. Γιατί την ίδια περίοδο εμφανίστηκε το πρώτο μεγάλο κύμα Τσιμεντόβλαχων στη ναυπλιακή σκηνή.

Τσιμεντόβλαχοι και Μπανάνες, βίοι παράλληλοι.





Επιστημονική Επιμέλεια: Mario Vagman

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Εμφανίσεις ιπτάμενων δίσκων πάνω από το Ναύπλιο – Όλες οι φωτογραφίες και τα πιθανά σενάρια

Συγκλονισμένη είναι η κοινωνία του Ναυπλίου αλλά και όλης της Αργολίδας ύστερα από την φωτογραφία-αποκάλυψη της Ελένης Ντρούλια που αποθανάτισε αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο να κόβει βόλτες πάνω από το επιβλητικό κάστρο της πόλης.


Οι θεωρίες συνομωσίας φούντωσαν, οι ψίθυροι απλώθηκαν έξω από τα γνωστά σοκάκια και ναυπλιώτικα παραθυρόφυλλα που συνήθως τους κρύβουν καλά μέχρι να τους ακούσει πάντοτε τελευταίο το εκάστοτε θύμα του κοινωνικού σχολιασμού, και η αποκάλυψη πως τελικά δεν είμαστε μόνοι στο σύμπαν, δεν είναι τυχαίο πως έγινε στην πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, το τιμημένο και εις τους αιώνες των αιώνων δοξασμένο Ναύπλιο. Αμήν.

Και αν κάποιοι κακεντρεχείς και δύσπιστοι θεωρούν πως η φωτογραφία ήταν αντικείμενο φωτομοντάζ, το Παλαμπούρτζι θα αποκαλύψει σήμερα σειρά φωτογραφιών ιπτάμενων δίσκων πάνω από το Ναύπλιο και τα μνημεία του για να πειστούν και οι πιο άπιστοι Θωμάδες. Το γεγονός πως οι Ναυπλιώτες δεν παρατήρησαν αυτά τα ιπτάμενα αντικείμενα, είναι σημείο προς συζήτηση. Το πιο πιθανό σενάριο είναι τα σκάφη να έχουν ειδικό μηχάνημα ανίχνευσης υπερβολικής δόσης καφείνης και εμφανίστηκαν επίτηδες την ώρα που οι ιθαγενείς απολάμβαναν σύσσωμοι τον καφέ τους, στιγμή που ως γνωστόν δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους, δηλαδή πέρα από τον πεζόδρομο που διαλέγουν για να σχολιάσουν κόσμο και να νιώσουν καλύτερα με την ύπαρξή τους.

Τι είναι όμως όλες αυτές οι μυστήριες εμφανίσεις αγνώστου ταυτότητας σκαφών και λοιπών αεροκινούμενων; Είναι βέβαιο πως πρόκειται για εξωγήινους πολιτισμούς; Και για ποιο λόγο διάλεξαν το Ναύπλιο για να εμφανιστούν;


Τα πιθανότερα σενάρια είναι δύο.

Σενάριο πρώτο. Πρόκειται για εξωγήινους πολιτισμούς, όπως καλά ειπώθηκε από τα μεγάλα και βαθυστόχαστα πνεύματα της περιοχής, που έμαθαν πως η Αργολίδα ξεπουλιέται στο ΤΑΙΠΕΔ και η πολιτική της ηγεσία, δημοτική, περιφερειακή και βουλευτική, κοιμάται όρθια παρέα με την αντιπολίτευση και τον αυτόχθονα πληθυσμό και θέλουν επειγόντως να προλάβουν τους Ρώσους ολιγάρχες που βολτάρουν εδώ και μέρες με τα ελικόπτερα τους, χαζεύοντας τα φιλέτα-οικόπεδα της ωραίας Ναυπλίας, έτοιμοι να τα ξεκοκκαλίσουν. Αν το σενάριο επιβεβαιωθεί, είναι αρκετά πιθανό η τοπική οργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ να εκδώσει δελτίο τύπου, πανηγυρίζοντας πως η ανάπτυξη του Αλέξιου του τέως Μνημονιοφάγου και νυν Μνημονιοχωνευτή ξεπέρασε ακόμα και τα σύνορα του πλανήτη. Το μόνο πρόβλημα είναι πως οι εξωγήινοι δείχνουν μια ιδιαίτερη συμπάθεια στα αρχαιολογικά μνημεία του Ναυπλίου, η πώληση των οποίων δεν προβλέπετε δυστυχώς ακόμα από το Μνημόνιο, οπότε ας ελπίσουμε πως θα υπάρχει ειδική πρόβλεψη στο επόμενο και ας προσευχηθούμε αυτό να γίνει σύντομα, θεού θέλοντος και ριζοσπαστικής αριστεράς επιτρέποντος.


Σενάριο δεύτερο. Δεν πρόκειται για εξωγήινους. Είναι απλά αυτοκινητάκια Τσιμεντόβλαχων-Αθηναίων του μέλλοντος, που μπέρδεψαν λιγάκι τις χρονολογίες ταξιδιού τους, μπλόκαραν δηλαδή οι χρονολογικές συντεταγμένες στο ταξιδιωτικό κοντέρ του αυτοκινήτου τους, και βρέθηκαν εδώ, στην πόλη του αιώνιου παρελθόντος, θέλοντας απλά οι δυστυχείς μερικά δωματιάκια για το παραδοσιακό διημεράκι τους στο Ναυπλιάκι. Απλοί καθημερινοί Τσιμεντόβλαχοι με τα απλά καθημερινά αυτοκινητάκια τους. Μόλις κατάλαβαν πως το Palamidi Hotel, το Bourtzi Hotel και το Αcronafplia Hotel που πουλήθηκαν στο ΤΑΙΠΕΔ μισό αιώνα περίπου πριν την γέννησή τους ήταν απλά, πρωτόγονα και τιποτένια αρχαιολογικά μνημεία χωρίς χρηματιστηριακή και ιδίως ξενοδοχοτουριστική αξία, εξαφανίστηκαν.


Όποιο και από τα δύο σενάρια να συμβαίνει όμως, το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο. Οι διακοπές στο Ναύπλιο είναι πάντοτε «διαστημικές» για όλους. Γήινους και εξωγήινους. Κοινώς σύντροφοι καταναλωτές και ufoλόγοι, θα είμαστε για πάντα η αυλή τους.



Κείμενο: Mario Vagman

Φωτογραφίες: Eλένη Ντρούλια(1) και 4 φωτογραφίες ανώνυμου αποστολέα

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Εμαχαιρώθη φιλήσυχο ίματζ, ημέρα Τετάρτη, ογδόη απογευματινή

Μαχαιρώθηκε αυτόχθων ιθαγενής, νεαράς ηλικίας από έτερο αυτόχθονα ιθαγενή νεαράς ηλικίας επίσης και σούσουρο μεγάλο απλώθηκε στο Ναύπλιο και τα πέριξ αυτού. Το θύμα δέχτηκε επίθεση μέσα στους δρόμους της πλακόστρωτης τουριστικής μας νιρβάνας, ημέρα Τετάρτη και ώρα κρισιμοτάτη για την φιλήσυχη ζωή της πόλης, περί την ογδόη απογευματινή.

Ο θύτης τράπηκε άμεσα σε φυγή μπροστά στο πανικοβλημένο πλήθος και το θύμα διεκομίσθη με σοβαρά τραύματα για νοσηλεία.

Η είδηση κυκλοφόρησε με την φυσιολογική ναυπλιώτικη ταχύτητα του φωτός διανθισμένη με τρομοκρατημένα σχόλια τύπου «Σικάγο γίναμε, Τέξας καταντήσαμε, σε λίγο καιρό δεν θα μπορείς να κυκλοφορήσεις πουθενά» και άλλα σχετικά και παροιμοιώδη. Με την ίδια ταχύτητα κυκλοφορήσε πως οι δύο νεαροί ήταν γνωστά φαντάσματα της πόλης, ήτοι τοξικομανείς, οπότε ξημέρωσε και όλα καλά.

Τα φαντάσματα, διαρκώς αυξανόμενα, συνεχίζουν να βολτάρουν αναζητώντας ψιλά για την δόση τους και το εν λόγω περιστατικό πήρε διαστάσεις καλτ παραφιλολογίας και κοινωνικού σχολιασμού με βασικό επίκεντρο αναζήτησης την αιτία του καυγά και το μέρος που κρύβεται ο φυγάς. Ως είθισται, όλοι γνωρίζουν και όλοι έχουν να προσθέσουν τη μαλακία τους την ώρα που τα φαντάσματα, διαρκώς αυξανόμενα, συνεχίζουν να βολτάρουν, αναζητώντας ψιλά για την δόση τους.

Οι πιο σοβαροί της ναυπλιώτικης φυλής κατηγορούν την Αστυνομία για έλλειψη αποτελεσματικής καταστολής που πλήττει το ίματζ της πόλης και την τακτοποιημένη ζωή των κατοίκων ενώ άλλοι ακόμα πιο σκληροπυρηνικοί κατηγορούν τα γνωστά αλλοδαπά κέντα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Λύσεις πραγματικά καινοτόμες, πρωτοπόρες και αποτελεσματικές όπου και αν εφαρμόστηκαν, από το Μεσαιώνα μέχρι την νεολιθική εποχή που ξεκίνησε και η χρήση ναρκωτικών ουσιών. Λύσεις από βαθυστόχαστα πνεύματα της πόλης.

Καθότι η σκληρή καταστολή θα διώξει μια και καλή τους ναυπλιώτες χρήστες από τις γειτονιές μας, θα τους στείλει ομαδικώς στην πρωτεύουσα να ζητιανεύουν θάνατο και έτσι δεν θα τους έχουμε μέσα στα πόδια μας να ντροπιάζουν την αειφόρο μας ανάπτυξη. Η δε αντιμετώπιση της αλλοδαπής μαφίας θα επιφέρει την αντικατάστασή της με μια άλλη μαφία, ίσως εγχώρια, ντόπια και όσο να πεις πιο ανθρώπινη. Τα παιδιά μας δεν θα σφάζονται πια στο δρόμο για μια χούφτα γραμμάρια αλλά θα πεθαίνουν ησύχως εντός των οικιών τους.

Λύσεις λοιπόν ακούραστες και στοχευμένες. Χωρίς να ξοδεύουμε περιττά κονδύλια ΕΣΠΑ για ενημερώσεις και προλήψεις των νέων ανθρώπων. Κονδύλια που τόσο πολύ χρειαζόμαστε για άλλα έργα, πολύ σημαντικότερα, έργα βασικών υποδομών της πολιτείας μας. Χωρίς να δημιουργούμε κέντρα απεξάρτησης, αποκατάστασης, κοινωνικής ένταξης και συμπαράστασης στις γειτονιές μας που θα γεμίζουν έτσι από ανεπιθύμητους τοξικομανείς. Προτιμούμε να τους βλέπουμε ανάμεσά μας, να αυξάνονται και να συνεχίζουν να βολτάρουν, αναζητώντας ψιλά για την δόση τους, μέχρι βέβαια να οργανώσουμε το πολυμήχανο σχέδιο απομάκρυνσής τους. Και φυσικά δεν πρόκειται να αναρωτηθούμε ποτέ ως μικρή, γραφική και φιλήσυχη κοινωνία, αν η δική μας συμπεριφορά κι αδιαφορία οδήγησε αυτά τα παιδιά στην καταστροφή και αν συνεχίζει να τα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια.

Γιατί σήμερα ξημέρωσε μια άλλη μέρα. Ο Ναυπλιώτης σηκώθηκε από τις πρώτες πρωινές ώρες, συγύρισε το σπιτικό του, σκέφτηκε για λίγο τα οικονομικά του, έφτιαξε το καφεδάκι του και βγήκε στο μπαλκόνι ή την αυλή του για να ξεσκάσει. Και μ' ένα μαεστρικό τσουπ, άρπαξε την σκούπα και έδιωξε όλη τη χθεσινή σκόνη, μακριά κι απόμακρα από την πολύτιμη περιουσία του. Σωστός νοικοκυραίος.



Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Η καλύτερη βδομάδα του φετινού καλοκαιριού

Ήταν βράδυ Παρασκευής της 26ης Ιουνίου του σωτήριου έτους 2015. Όλα κυλούσαν ησύχως και γραφικώς στη μικρή επαρχιακή και πάλαι ποτέ ένδοξη πόλη των Βαλκανίων, το ρομαντικό Ναύπλιο.

Τα κλαμπέλια είχαν αρχίσει να βαράνε τα καλοκαιρινά τους κουδούνια, τ' αυτοκίνητα γέμιζαν τα μισοάδεια μας μυαλά, οι καφέδες τσίτωναν την νευρική μας ανεπάρκεια, η θάλασσα γαλήνευε τα μικροαστικά μας σύνδρομα, τα ημίγυμνα σώματα κάλυπταν τα γυμνά αισθήματα και τα βλέμματα αποκάλυπταν την κενή τους περιέργεια. Ένα καλοκαιρινό βράδυ Παρασκευής, σαν όλα τα προηγούμενα.

Μέχρι που αίφνης, ο κυβερνήτης Αλέξανδρος ο Μνημονιοφάγος (λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα) αποφασίζει να εμφανιστεί στους τηλεοπτικούς μας δέκτες και να ανακοινώσει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, καλώντας μας να αποκηρύξουμε τις κακές βουλές των δυτικών ιδιοκτητών μας.

Και τότε, το ιστορικό ασυνείδητο της πρώτης πρωτεύουσας του βαυαρικού παρακράτους ξυπνά από το λήθαργο και ο αυτόχθων ιθαγενής αποκωδικοποιεί το μήνυμα του κυβερνήτη του, όπως πραγματικά ήταν. Γιατί το μήνυμα ήταν σαφές και δεν χωρούσε αμφισβήτησης: «Έχετε δύο μόνο μέρες μέχρι τη Δευτέρα, για να βγάλετε από την τράπεζα, όσα χρήματα προλαβαίνετε. Μετά θα κάνω έλεγχο κεφαλαίων γιατί είστε μαλάκες και θα πάτε να τραβήξετε όλα σας τα λεφτά», υποννόησε ο κυβερνήτης και μας έκλεισε το μάτι σοσιαλιστικά.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, πιστοί ακόλουθοι της εκάστοτε εξουσίας, στήθηκαν μπροστά στους ναούς του χρήματος . Η πλάκα ήταν πως οι πρώτοι νυχτερινοί επισκέπτες των τραπεζών είχαν στα μάτια τους αυτό το αίσθημα συνομωσίας και την αίσθηση πως μόνο αυτοί και κανένας άλλος δεν θα σκεφτεί τόσο γρήγορα να δράσει. Είχαν και την ψευδαίσθηση πως τους έκρυβε το σκοτάδι και με χαμηλομένο προφίλ έβλεπες μια μικρή και ανεξήγητη ενοχή στο πρόσωπο. Σαν να τους πέρναγε από το μυαλό πως οι άλλοι, οι μη περιμένοντες στην ουρά, αυτοί που θα δεχτούν συλλογικά τη μοίρα και τα δεινά τους, θα τους θεωρούσαν προδότες. Μόλις όμως οι ουρές μεγάλωσαν, κατάλαβαν προς μεγάλη τους έκπληξη πως όλοι μας τελικά στο ίδιο κουτοπόνηρο καζάνι βράζουμε.

Οι ουρές συνεχίστηκαν αμείωτες και κάτω από το καλοκαιρινό φως του Σαββάτου. Μεταφέρθηκαν δε και στα βομβαρδισμένα σούπερ μάρκετ της πόλης, ο τζίρος των οποίων μέχρι σήμερα δεν έχει υπόπτως μετρηθεί. Και έτσι φτάνουμε στη Δευτέρα. Είναι η στιγμή που το λαικό αίσθημα προνοητικότητας δικαιώνεται. Κηρύχθηκε και επίσημα έλεγχος κεφαλαίων. Capital controls για να μιλήσουμε την γλώσσα της οικονομίας. Αληθινός και ριζοσπαστικός σοσιαλισμός. Πλούσιοι και φτωχοί μπορούσαν να βγάλουν μέχρι 60 ευρώ. Οι πάμπτωχοι πάντως, εξακολουθούσαν να μην μπορούν να βγάλουν τίποτα. Τότε ξεκίνησε και η πιο συναρπαστική εβδομάδα του καλοκαιριού.

Γιατί τα Capital Controls μας έφεραν πιο κοντά σύντροφοι καταναλωτές. Μπορεί να είχαμε να μιλήσουμε χρόνια με το γείτονα, μπορεί να είχαμε κόψει τις πολλές καλημέρες αναμετάξυ μας, μπορεί τα πρωτοπρωτευουσιάνικα γονίδια να μας είχαν κάνει κατιτίς σνομπ και αντιπαθείς παραπάνω αλλά ένεκα της μεγάλης ουράς και της πολλής ώρας αναμονής για τον άρτον ημών τον επιούσιον, το χρήμα δηλαδή, την κουβεντούλα μας την ανοίγαμε. Όχι μόνο την ανοίγαμε αλλά δίναμε και ραντεβού την επόμενη μέρα για να βρεθεί η ίδια παρέα ξανά, στο ίδιο σημείο, και να την συνεχίσει. Οι αυτόχθονες ιθαγενείς που διάλεγαν απομονωμένα μηχανήματα ανάληψης μετρητών για γρήγορη εξυπηρέτηση, αυτοί οι ατιμούτσικοι πονηρούληδες, έχασαν πραγματικά κορυφαίες στιγμές κοινωνικής συνεύρεσης που δύσκολα θα ξανασυνταντήσει ο τόπος. Ατάκες, λόγια σοφά, λόγια χαζά, πορίσματα, επιστημονικές έρευνες, χαοτικές σκέψεις, προβλέψεις, κριτικές για τα πάντα, μύθοι και παλιές ιστορίες, ειδήσεις, αναλύσεις επί αναλύσεων, συνομωσίες, όλων των ειδών τα φρούτα της λαικής συνείδησης πέρασαν και συνομίλησαν μέσα από τις ουρές των τραπεζών εκείνες τις μέρες.

Ενδιαφέρον όμως είχε και όταν η ουρά ήταν ξενέρωτη, απαθής, κρύα και αθηνομιμούμενη. Τσιμεντοβλαχούσα και ανιαρή. Τότε ο Ναυπλιεύς για να περάσει την ώρα του, χάζευε ως συνήθως τον γύρω κόσμο, ο οποίος όλως περιέργως ήταν πάντα περισσότερος από τον κόσμο της ουράς. Όσο μεγάλη και να ήταν η ουρά, γύρω της κινούνταν ένα αδιάφορο πλήθος πάντα πολλαπλάσιο. Αυτό προκαλούσε βαθιές απορίες στο Ναυπλιέα. Τον έβαζε σε ερωτήματα που του έτρωγαν το πανούργο του μυαλό. Απορούσε ο χριστιανός μήπως εδώ στεκόνται οι μόνοι μαλάκες που αφήσαν τα λεφτά τους στην Τράπεζα. Μήπως όλοι οι άλλοι το ήξεραν εδώ και μήνες και τους άφησαν ανενημέρωτους. Φοβόταν μήπως μόνο αυτός δεν έχει χρήματα και οι πάντες έχουν κάνει τις καβάντζες τους. Μήπως είναι το κορόιδο της ιστορίας. Το πρόσωπό του εκεί χλώμιαζε. Κοιτούσε με απορία θλιμμένη το κενό ή το πεζοδρόμιο. Έπειτα, αφού πέρναγε κάμποση ώρα, χαλάρωνε και άφηνε μια σκέψη θετική να περάσει από το πολυμήχανο και πάντα έτοιμο για δικαιολογίες κεφάλι του και να του προσφέρει με αυτόν τον τρόπο ένα μικρό και ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη. Έναν τόνο γλυκιάς αισιοδοξίας στην χαομένη του ύπαρξη. Μήπως μόνο εμείς έχουμε λεφτά σε αυτήν την πόλη; Σκεφτόταν. Μήπως είμαστε οι μόνοι τυχεροί; Λες να είμαστε τόσο γαμάτοι; Στο τέλος το πίστευε. Να 'σαι καλά Παναγίτσα μου μονολογούσε.

Και έτσι κεφάτος πια, με μια ζεστή παρηγορία στο νου και την καρδιά, περίμενε υπομονετικά τη σειρά του.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Ο χειμώνας που θα μας βρει ξεβράκωτους

Σεπτέμβρης. Κι ενώ η ηλιόλουστη ραστώνη συνεχίζει να γεμίζει το τουριστικό μας πορτοφόλι και να μεγαλώνει την ψευδαίσθηση πως βρισκόμαστε ακόμα σε μια πόλη ζωντανή, ο Σεπτέμβρης, ως τραύμα των σχολικών καιρών, δίνει το σύνθημα του τέλους ενός ακόμα καλοκαιριού.

Καλοκαίρι λίγο και μικρό, ένεκα που αναλώθηκε το μισό μέσα στην ονειροπαγίδα μιας κάποιας ελάχιστης εθνικής δικαιοσύνης. Ματαίως και οδυνηρώς όμως, θα οδηγηθούμε στο χειμώνα αυτό γυμνοί, μάλλον ξεβράκωτοι, με μισό καλοκαίρι στις πλάτες μας, με μισή ενέργεια και τον μισό μας ήλιο ως ενέχυρο σε κάποιον αναπτυξιακό γερμανικό όμιλο.

Κι αντί να μας αφήσουν επιτέλους ήσυχους οι Αθηναίοι αρχόντοι μας, να χαρούμε την τελευταία μας ζέστη, να πνίξουμε τον πόνο μας μέσα σε ένα αφρώδες φραπόγαλο, να επιδοθούμε σ' έναν ξέγνοιαστο κοινωνικό σχολιασμό ήτοι κουτσομπολιό, να τσακωθούμε αρμονικά με τους γειτόνους και συγγενείς μας, να κάνουμε τα τελευταία μας πλίτσι-πλίτσι στη θάλασσα, να αποβλακωθούμε στις οθόνες μας, μας φωνάζουν τώρα ξανά, μας σηκώνουν από τις βρεγμένες μας ξαπλώστρες και τους καλά βουλιαγμένους μας καναπέδες, για να διαλέξουμε λέει τον πιο ικανό διαπραγματευτή των αλυσίδων μας.

Τουλάχιστον η ψυχοσύνθεση του Ναυπλίου, για πρώτη φορά, ταιριάζει γάντι με το νόημα αυτών των εκλογών. Αδράνεια κι απάθεια, μούχλα και σπαρίλα εις το τετράγωνο. Αφού ακούγεται πως φέτος στην πόλη, οι προεκλογικές συγκεντρώσεις και ομιλίες όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων θα γίνουν την ίδια μέρα και στο ίδιο μέρος. Όλοι μαζί εκατό άτομα τα μαζεύουν δεν τα μαζεύουν. Πες, να είναι πενήντα όλοι οι βιζματωμένοι ή υποσχόμενα τακτοποιημένοι και δουλικώς ακόλουθοι. Άλλοι πενήντα να είναι οι πτωχοί τω πνεύματι-δυστυχούντες συμπολίτες μας που ακόμα ελπίζουν. Πες και άλλοι πενήντα κουτσομπόληδες της πόλης που όπου δουν πλήθος, αράζουν για να περάσει η ώρα τους, εκατόν πενήντα. Βαριά-βαριά διακόσιοι σου λέω. Μια χαρούλα την βγάζουν τη μία και μοναδική προεκλογική τους φιέστα. Ένα Εργατικό Κέντρο, ένα Βουλευτικό, τους χωράει άνετα όλους και περισσεύει και χώρος μπόλικος και για άλλους αναξιοπαθούντες . Αν μερακλώσουν κιόλας επειδή θα δούν πως είναι τόσοι πολλοί, ας νοικιάσουν και την παραλία Ναυπλίου, τώρα που βγήκε στο σφυρί. Ας πάρουν τον τιμοκατάλογο ενοικίασης από το Λιμενικό Ταμείο και αν τους συμφέρει, γιατί όχι; Γάμος και βαφτίσι ένα πεντακοσάρικο κοστίζει και κρατάει μέχρι πρωίας. Αυτοί όλοι, δυό-τρείς ωρίτσες θα μιλήσουν, τα ίδια και τα ίδια θα λένε χρησιμοποιώντας συνώνυμες λέξεις για να μην τους καταλαβαίνουν οι πτωχοί τω πνεύματι, έπειτα χειροκρότημα, ένα ξενέρωτο σύνθημα και τέλος. Ούτε διακόσια ευρώ δεν το κόβω να κάνει το όλο σόου. Και θα προσφέρουν επιτέλους και κάτι στο δημοτικό ταμείο. Έστω ένα μικρό αντίτιμο για την ανούσια ύπαρξή τους. Και θα χαρούν και τα παιδάκια απέναντι στις κούνιες που θα έχουν γύρω τους τόσους πολλούς κλόουνς.

Μόνο ένα πράγμα μην ξεχάσουμε να ρωτήσουμε τους κολαούζους των κομμάτων σ' αυτές τις εκλογές. Αυτό το έρμο το τριώροφο κτίριο στο Μεγάλο Δρόμο που ξαναμπήκε στο ΤΑΙΠΕΔ, τι θα το κάνουμε; Γιατί είχε έρθει ο Αλέξης το Γενάρη στ' Ανάπλι και μας είχε πει πως θα το καταργήσει το ΤΑΙΠΕΔ. Μετά βγήκε ο Αλέξης και μείς είπαμε «άραξε τώρα, άστο να αραχνιάσει το κτιριάκι και όταν είναι να το ξαναπουλήσουν, βλέπουμε». Αλλά το ΤΑΙΠΕΔ τελικά δεν καταργήθηκε και το τριώροφο ξαναμπήκε για πώληση, συγνώμη αξιοποίηση, αλλά όλο αυτό έγινε τόσο γρήγορα που και μείς τώρα δεν ξέρουμε τι να το κάνουμε. Μπες, βγες, μπερδευτήκαμε.

Προτείνω να το κάνουμε καφετέρια ή παγωτατζίδικο ή γιαουρτάδικο ή κατάστημα καλλυντικών. Ή όλα μαζί μιας και είναι τριώροφο. Εννοώ να πιέσουμε τους από πάνω, τους δικούς μας, αυτούς που θα κανονίσουν το ντίλ, προς μια τέτοια αναπτυξιακή κατεύθυνση. Να πιέσουμε συλλογικά και κοινωνικά με όποιον γνωστό έχει ο καθένας. Υπουργό, υφυπουργό, πρόεδρο, βουλευτή, δήμαρχο, εκδότη, δημοσιογράφο, με όποιον. Με όποιον μπορεί να γίνει η δουλειά, καλός είναι. Άμα λάχει, τον κάνουμε και επίτιμο. Νομίζω πως αξίζει τον κόπο. Πρόκειται για επένδυση που λείπει από την πολιτισμική φυσιογνωμία της πόλης και θα της έδινε πραγματικά φτερά προς τον πολυπόθητο μνημονιακό απεγκλωβισμό που θα έρθει στους αιώνες των αιώνων.

Αμήν Παναγίτσα μου.


Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Ζητείται επειγόντως τρελός άνευ προϋπηρεσίας

Επιτέλους έρχεται ο καύσωνας σύντροφοι νεοφιλελεύθεροι αυτόχθονες ιθαγενείς.

Επιτέλους οι προσευχές μας έπιασαν τόπο και εκεί που η κοινωνική ζωή της πόλης ήταν χειρότερη από ποτέ, εκεί που κυριαρχούσε ένα συλλογικό και πολιτιστικό τίποτα παρέα με μπόλικα ατομικά εγώ, ο καιρός μας λυπήθηκε και, κάλλιο αργά παρά ποτέ, άνοιξε την ρωγμή της ελπίδας.

Ελπίδα που επιτέλους έρχεται, όπως αναμεταδίδουν απολύτως βέβαιες οι καιρικές προβλέψεις, προστέθοντας έτσι άλλη μια σειρά απόλυτων βεβαιοτήτων στο πίσω μέρος των εγκεφαλικών μας και παράλυτων νευρώνων.

Σε μια κοινωνία λοιπόν ιστορικά πρωτοπόρα στο μιμητισμό του δυτικού τρόπου ζωής, μια κοινωνία δηλαδή εξόχως ειδωλολατρική, μόνο ο θεός ήλιος θα μπορούσε να της προσφέρει μια κάποια ελπίδα απέναντι στους νέους βάρβαρους καιρούς που έχει να αντιμετωπίσει.

Ο θεός ήλιος με τον θείο-καύσωνα. Τη λεγομένη και άνοιξη των τρελών. Που φουντώνει τα μέσα του ανθρώπου και τον ξεγυμνώνει κυριολεκτικά και μεταφορικά. Που μαζί με τις θερμοκρασίες, τους ιδρώτες και τους λογαριασμούς της ΔΕΥΑΝ, αυξάνει τα νευρολογικά μας συμπτώματα, τα ψυχωσικά μας κολλήματα, τις ανασφάλειες, τους φόβους, τις αγοραφοβίες, τις αρνήσεις, τα τικ, τις κρίσεις άγχους και τις κρυμμένες φωνές του κεφαλιού μας. Που αποκαλύπτει όλα μας τα σώψυχα και δίνει το μικρό έναυσμα στους έτοιμους από καιρό, στους θαρραλέους, να πάρουν τον δρόμο της λυτρωτικής τρέλας.

Αν κάτι σήμερα λείπει από το Ναύπλιο, από αυτό το παθητικό αναπλιώτικο καλοκαίρι του 2015, είναι οι τρελοί της πόλης. Όχι οι γιαλαντζί τρελοί. Οι τρελοί του κάθε στυλ, της μαγκιάς, της φάσης και της ατέρμονης ηλιθιότητας. Ούτε οι ημίτρελοι της καχυποψίας, του κρυψινισμού και της όποιας εγωπάθειας. Μιλάμε για τους κανονικούς, αυθεντικούς και πρωτοπόρους πάλαι ποτέ τρελούς του Ναυπλίου. Που ψιθύριζαν μόνοι τους στις γωνιές των καφενείων, που φώναζαν συνθήματα, που έκλαιγαν ή γέλαγαν στη μέση του δρόμου χωρίς προφανή λόγο, που σου έλεγαν ακατανόητες ιστορίες χωρίς αρχή, μέση και τέλος, ούτε καν συντακτική συνοχή, που σε κοίταγαν ευθεία και άγρια στα μάτια και τόσα άλλα μη κοινωνικώς αποδεκτά.

Κάποτε αφθονούσαν αυτοί οι τρελοί. Τώρα όμως, πάνω στην πιο δύσκολη στιγμή, πάνω που χάνουμε τη γη κάτω από τα πόδια μας, δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα. Η τρελή ενέργεια που άφησαν πίσω τους, απλώθηκε από λίγο στον καθένα μας και μείς αντί να την εκτονώσουμε συλλογικά και κοινωνικά, αναζητούμε τους επόμενους για να την ξεφορτωθούμε. Αναζητούμε τους συσσωρευτές όλης της κοινωνικής μας νεύρωσης, τους δημόσιους γελωτοποιούς μας, τους προφήτες, τους τσάμπα ψυχαναλυτές και κοροιδευτές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αυτές τις ευαίσθητες κεραίες όλων των αδύνατων σημείων μας. Ο καύσων ίσως μας βοηθήσει σε αυτό, γι' αυτό και κάθε χρόνο τον αποζητούμε χωρίς καν να το ξέρουμε.

Μέχρι να έρθει η στιγμή που ένα κατάζεστο βράδυ, στη μέση της πλατείας Συντάγματος, θα ανέβει πάνω στο ρολόι ένας κουστουμαρισμένος και καθωσπρέπει συμπολίτης μας, θα μας κοιτάξει πανοραμικά και αφ'υψηλού και ιδρωμένος θα φωνάξει δυνατά: « Πατριώτες! Μην πουλάτε άλλο γραφικότητα! Θα μας την βάλουν στον υψηλό Φ.Π.Α και μετά θα χρεοκοπήσουμε...»

Θα είναι ένας από εμάς. Ένας ήρωας. Ένας αλτρουιστής. Αυτός που θα αναλάβει ελεύθερα να σηκώσει στους ώμους του τον ψυχισμό μας.

Θα μας κάνει να χαμογελάσουμε αμήχανα. Τα παιδιά θα φωνάζουν άναρθρα και χαρούμενα γύρω του. Οι έφηβοι θα προσπαθούν να του απαντήσουν ανεπιτυχώς, κρυμμένοι, όπως πάντα, μέσα στο πλήθος των μεγάλων, επιδεικνύοντας την δήθεν εξυπνάδα τους. Οι παρέες θα λένε και θα ξαναλένε τα λόγια του, γελώντας σε κάθε στιγμή αμηχανίας. Οι κυρίες, που φοβούνται τους τρελούς περισσότερο, ίσως επειδή μπορούν να τις καταλάβουν, θα νιώσουν ασφάλεια στη αγκαλιά των συζύγων ή εραστών τους. Άλλοι θα προσπαθούν να κατανοήσουν, αν αυτό που ακούστηκε είχε κάποιο νόημα, μια βαθύτερη ουσία. Κάποιοι θα βρουν μια ουσία, άλλοι θα καταλήξουν πως πρόκειται απλά για τα λόγια ενός τρελού. Όλοι μα όλοι όμως, θα χαίρονται που δεν θα έχουν ξεπεράσει ακόμα το ψυχικό σύνορο του ήρωά μας. Λίγο θέλει για να σου στρίψει; Θα αναρωτιούνται εφησυχασμένοι. Και η ατμόσφαιρα ξαφνικά θα γίνει ολίγον ελαφρότερη.

Καθότι ο τρελός αναλαμβάνει για χάρη μας όλα τα φώτα της δημοσιότητας. Μας μετατρέπει από αγχωμένους πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής εξόδου σε φιλοθεάμον κοινό. Κάθε του υπαίθριο θεατρικό δρώμενο μας κοινωνικοποιεί ακαριαία ως θεατές. Ο τρελός, ο κάθε τρελός, είναι ο βίαιος εκφραστής μιας συλλογικά καταπιεσμένης έκφρασης.

Και είμαστε εξόχως καταπιεσμένοι σύντροφοι νεοφιλελέδες αυτόχθονες ιθαγενείς. Και ως δυτικότροποι, τουτέστιν ειδωλολατρικώς ηθικολάγνοι και ηθικοπροσκυνητές, ανίκανοι προς πάσαν αυθόρμητη κοινωνική εκτόνωση, χρειαζόμαστε επειγόντως αυτόν τον καύσωνα. Μπορεί και να είναι η τελευταία μας ευκαιρία. Ο χειμώνας προβλέπεται βαρύς και τα ψυχοφάρμακα θα μπουν στον υψηλό Φ.Π.Α.



Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Μένουμε Ναύπλιο

Καλή είναι και η συζήτηση για την χρεωκοπία της χώρας, οι κουβέντες για συμφωνία ή μη συμφωνία με τους εταίρους δανειστές που εισέρχεται από αύριο κιόλας στην πιο κρίσιμη καμπή της αλλά, φτάνει πια.

Υπάρχουν και σοβαρότερα θέματα να ασχοληθούμε.

Άλλωστε μια χρεωκοπία ελάχιστα πράγματα πρόκειται να αλλάξει στα μέρη μας. Το πολύ-πολύ εκεί που τσακωνόμασταν για τις θέσεις πάρκινγκ, να τσακωνόμαστε για το ποιος μάζεψε περισσότερα σαλιγκάρια στο βουνό ή ποιος έκοψε τα ραδίκια στο απέναντι ανοικοδόμητο χωράφι της γειτονιάς για να τα γεύεται ύπουλα κι αθόρυβα στο μαγκάλι του σπιτιού του. Μαυραγορίτες και τοκογλύφοι ζούσαν, ζουν και θα ζουν ανάμεσά μας αβγαταίνοντας τις περιουσίες τους, η θάλασσα θα παραμείνει ως έχει, τουλάχιστον μέχρι την πιθανή άνοδο της στάθμης των παγκοσμίων υδάτων, το Παλαμήδι και το Μπούρτζι δεν θα έχει καθόλου φως αλλά κάτι τέτοιο συμβαίνει συχνά στην πόλη οπότε απλά θα θεωρούμε πως υπάρχει προσωρινή βλάβη, οι γούβες στους δρόμους θα συνεχίσουν να ταίζουν κανονικότατα εργολάβους, των χωματουργικών εργασιών αυτή τη φορά, ο κλασικός μας περίπατος θα είναι δωρεάν, ο καφές ο ελληνικός θα είναι φτηνότερος, δεν υπόσχομαι το ίδιο για τους φρεντοτσίνους, το κουτσομπολιό αχρέωτο τελείως, ο παραδοσιακός κρυψινισμός των αυτοχθόνων ιθαγενών σταθερός και παραγωγικός και ο ατομικισμός, το ιδίον συμφέρον και η ρουφιανιά θα αναπτύσσονται σύμφωνα με τις παραδόσεις και δή με γεωμετρική πρόοδο λόγω των δύσκολων συνθηκών. Γενικώς όλα τα βασικά γνωρίσματα της φυλής των Ναυπλιέων θα μείνουν είτε αναλλοίωτα είτε προοδευτικώς αυξανόμενα, όπως το σεξ για παράδειγμα που λόγω μείωσης παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και συχνών ωρών σκότους, θα αναγκάσει δυστυχώς πολλούς και πολλές, παρά την καθωσπρέπει και αφ'υψηλού ανατροφή τους, να το πράττουν συχνότερα, και τολμώ να πω ζωηρότερα, για να περάσει κάπως η ώρα τους.

Πάντως αν είναι να χρεωκοπήσουμε, τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή. Τώρα που το διανοούμενο πλήθος της πόλης παρακολουθεί υπνηλιακά το φεστιβάλ κλασικής μουσικής και η είδηση περί χρεωκοπίας απλά θα το κάνει να αλλάξει πλευρό στο κάθισμα ή θα του αυξήσει το ροχαλητό. Φαντάσου να του το ανακοίνωνες σε κανά πανηγύρι του Ιουλίου πάνω στο τσακίρ κέφι και τον κανιβαλισμό της γκιόσας, του κρασιού και του κλαπατσίμπανου. Εμφύλιος θα ξεκίναγε.

Και το καλύτερο όλων είναι πως παρά την αμφίβολη κατάσταση της οικονομίας, συνεχίζουν και προσαράζουν στο λιμάνι μας γιοτ πολυτελείας, γεμάτα πρίγκηπες, βασιλιάδες και λοιπούς φραγκάτους που σε ώρα ανάγκης δεν είναι απίθανο να μας πετάνε από την πλώρη των σκαφών τους, έτσι γιατί είμαστε ωραίοι, μπανανίτσες και άλλα βιταμινούχα.

Οπότε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο παραμένουμε Ναύπλιο. Που καιρός για μετακινήσεις τώρα, βαλίτσες, τρεχάματα και νέες περιπέτειες. Άραξε. Καλά είμαστε. Τι να πεί δηλαδή και ο απέναντι, ο όμορος, ο Μέγας Αναπλαστήρας που θα τον αφήσει η χρεωκοπία μέσα στα χώματα, με τα κουβαδάκια στο χέρι, χωρίς θάλασσα;

Ό,τι συμβεί όμως, καλό ή κακό, θέλουμε να το μάθουμε οι Ναυπλιείς εγκαίρως. Τουλάχιστον μέσα στη δεκαετία. Μη μας περάσουν και οι σκαφάτοι για τίποτα οπισθοδρομικούς.


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Χρήσιμες συμβουλές για το φετινό καλοκαίρι

Κατόπιν χιλιάδων προσευχών, ευχών και γκρινιών κατέφτασε, όπως αναμενόταν και φέτος, το γλυκό το θέρος.

Ο πρώτος καύσων σήμανε το έξτρα παγάκι στο φραπόγαλο και τα καθημερινά τα νέα θα έχουν πλέον και την καθημερινή τους πυρκαγιά, ιδιαιτέρως και όλως τυχαίως τις ημέρες των ισχυρών ανέμων.

Το θέρος είναι η απόλυτη εποχή του Ναυπλίου. Ο καιρός της αμνησίας. Ο καιρός που ο Ναυπλιώτης ξεχνάει τη μουργέλα του χειμώνα και παρασυρμένος από την κοσμοπλημμύρα, το χαμό, το οβερντόουζ ιωδίου και το ντάλα ήλιο στο κεφάλι, αποφασίζει να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του εδώ. Αναμένεται λοιπόν και φέτος δεκάδες ζωές αυτοχθόνων ιθαγενών να καταδικαστούν σε ισόβια παραμονή σε αυτήν την πέτρινη παράγκα των Βαλκανίων.

Όσο υπάρχει καλοκαίρι όμως, υπάρχει και ελπίδα. Ακόμα και να μην υπάρχει, το καλοκαίρι είναι εδώ, για άλλη μια χρονιά, για να μας κάνει να αγνοήσουμε την απουσία της. Γιατί τι να την κάνεις την ελπίδα όταν υπάρχουν γύρω σου παραλίες για όλα τα γούστα, άφθονος καφές, καρπούζια, πεπόνια, βραδυνά σουβλάκια και χιλιάδες ημίγυμνα σώματα;

Ας αφήσουμε επομένως τις απαισιοδοξίες, τις γκρίνιες, τις μίρλες και τα παράπονα και ας απολαύσουμε τον ολιγοήμερο αποβλακωτικό μας παράδεισο όσο καλύτερα μπορούμε χωρίς τα λάθη του παρελθόντος.

Κατά πρώτον λοιπόν όταν μας ρωτήσουν φίλοι και γνωστοί που θα πάμε φέτος διακοπές, ας μην απαντήσουμε στο Ναύπλιο. Είναι πια πολύ κλισέ. Δεν πιάνει. Δεν είναι καθόλου κουλ. Καλύτερα να παραδεχτούμε στον συνομιλητή μας πως είμαστε μπατίρηδες ή σκουληκόκωλοι παρά αυτήν την χιλιοειπωμένη ανοησία. Ειδικά όταν την στολίζουμε με αυτά τα φούμαρα πως πουθενά αλλού δεν είναι πιο ωραία και άλλες παρόμοιες άρες μάρες κουκουνάρες. Φυσικά υπάρχουν και πιο ωραία μέρη από το δικό μας. Και πιο ωραία αλλά και πιο διασκεδαστικά, αυθόρμητα, γλεντζέδικα και πάει λέγοντας . Ποιόν κοροιδεύουμε; Τους εαυτούς μας; Ας είμαστε επιτέλους καλοκαιριάτικα ειλικρινείς.

Επίσης, να το πούμε και αυτό γιατί θα βοηθήσει πολλούς συμπολίτες μας, κανείς δεν γάμησε παίζοντας ρακέτες. Κανείς και ποτέ. Γεγονός ακλόνητο, στατιστικά αποδεδειγμένο από χιλιάδες έρευνες και από το μεγάλο πανεπιστήμιο της ζωής. Αντιθέτως. Όση ώρα ο ρωμαλέος ρακετίστας ποζάρει τα μούσκουλά του παίρνοντας καγκουροπόζες και χτυπώντας ενοχλητικά το μπαλάκι, κάποιος άλλος μιλάει με τις ηλιοκαμμένες κοπελιές της παραλίας, και για δες, αυτός θα τις καταφέρει στο τέλος. Ο ρακετίστας θα μείνει με το μπαλάκι στο χέρι και με μια αβάσιμη εντύπωση πως μάγεψε όλη τη παραλία με την δεξιοτεχνία του. Επίσης αυτή η δικαιολογία των ρακετιστών περί αθλητισμού και υγιεινής ζωής δεν πείθει πια ούτε καθυστερημένο κλαρινογαμπρό της παραλιακής. Από πού προκύπτει δηλαδή πως το να κοπανάς ένα μπαλάκι στους 40 βαθμούς υπό σκιάν είναι άθληση και υγεία; Εκτός αν η θερμοπληξία, η ηλίαση και η τενοντίτιδα θεωρούνται εξτρίμ σπορτς.

Πολύ σημαντική πληροφορία και η ακόλουθη και δώστε προσοχή: Ύστερα από διεξοδικές μελέτες ειδικών επιστημόνων, περιβαλλοντολόγων και οικολογικών οργανώσεων είναι βέβαιο πως τα κάρβουνα, τα σκουπίδια και τα αποτσίγαρα που θάβονται στην άμμο, δεν εξαφανίζονται για πάντα! Ξαναβγαίνουν τα μπάσταρδα στην επιφάνεια. Το χωράει ο νούς σας; Απίστευτο δεν είναι; Απίστευτο κι όμως αληθινό.

Και καλά με τα σκουπίδια στις αμμουδιές κάτι θα κάνουμε. Θα τα θάβουμε στη τελική πιο βαθιά και στη χειρότερη θα τραβιόμαστε μέχρι τους κάδους να τα πετάμε. Με τα τραπεζοκαθίσματα όμως στις αμμουδιές τι θα γίνει φέτος το καλοκαίρι; Αρκετά δεν έχει κρατήσει αυτή η ιστορία που προσβάλει το τουριστικό ίματζ της περιοχής; Δηλαδή κάνεις που κάνεις τον κόπο ντόπιε μου επιχειρηματία να βάλεις τα τραπεζοκαθισματάκια σε όλον τον αιγιαλό, όπως πρέπει και χρειάζεται, δεν σου κόβει να βάλεις και μερικά τραπεζάκια μέσα στη θάλασσα; Έτσι να δροσίζονται τα ποδαράκια μας, να κάνουμε πλίτσι-πλίτσι ακούγοντας μπίτια και ρουφώντας φρεντοτσίνους; Τόσο μυαλό θέλει δηλαδή η καινοτόμα επιχειρηματικότητα σ' αυτόν τον έρμο τον τόπο;

Άλλη μια μεγάλη μάστιγα της τουριστικής μας υποανάπτυξης που πρέπει να διορθωθεί άμεσα είναι οι πενηντάρηδες και άνω που επιμένουν να κάθονται καλοκαιριάτικα στα μπαλκόνια τους, ντυμένοι με την παραδοσιακή λευκή σωβρακοφανέλα του 80. Δεν αντέχεται άλλο αυτή η σωβρακοφανέλα. Ειδικά τα βράδυα που φωσφορίζει κιόλας. Δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα να μοιράζει ο Δήμος δωρεάν πολύχρωμες σωβρακοφανέλες επιδοτούμενες από κάποιο ΕΣΠΑ, εξειδικευμένο για τέτοιες περιπτώσεις τουριστικού καλλωπισμού της τοπικής χλωρίδας και πανίδας. Ευκαιρία είναι να τσιμπήσουμε κανά φραγκάκι κι από κεί ελέω καλοκαιριού.

Επίσης βασικό. Μην πετάτε τα τσιγάρα σας όπου νά ναι και ιδιαίτερα πάνω σε ξερόχορτα. Θα πιάσουνε τίποτα φωτιές και θα μείνουν άνεργοι χιλιάδες άνθρωποι. Εμπρηστές, οικοπεδοφάγοι, καταπατητές, πολιτικοί, χτίστες και τόσοι άλλοι. Η Αργολίδα είναι εδώ και χρόνια βασικός προορισμός όλων των επαγγελμάτων που βασίζονται στην πυρκαγιά και κατ' επέκταση στην οικοδομή. Η οικοδομή, όπως ξέρετε, είναι ο πυρήνας της ελληνικής οικονομίας και πρέπει να την στηρίζουμε. Και αν ανάβουμε μόνοι μας φωτιές, είναι σίγουρο πως δεν την στηρίζουμε. Γιατί εσύ την άναψες τη φωτιά, έστω από μαλακία σου, στεναχωριέσαι μεν αλλα νομίζεις πως μόνο ο εμπρηστής θα χάσει το μεροκάματο. Αμ, δε... Είσαι σίγουρος πως εκεί που έκαψες μπορούν να χτιστούν κατοικίες; Είσαι; Επειδή λοιπόν δεν είσαι, άσε τους κατάλληλους ανθρώπους να το κάνουν που ξέρουν, τους επαγγελματίες, να δώσουν και δουλίτσα στον κοσμάκη και εσύ πρόσεχε που τα πετάς τα τσιγαράκια σου. Εντάξει;

Κλείνοντας, μια παράκληση. Σταματείστε να κοπανάτε καρπούζια για να καταλάβετε αν είναι γευστικά, γλυκά και μαλακά εσωτερικά. Σταματείστε. Δεν πρόκειται να καταλάβετε. Ματαιοπονείτε. Σας βλέπουν και οι τουρίστες να τα κοπανάτε και μας περνάνε για σχιζοφρενείς στο Ναύπλιο.

Αφήστε επιτέλους και τίποτα στην τύχη. Καλοκαιράκι έχουμε. Γίνετε περιπετειώδεις άνθρωποι. Ριψοκίνδυνοι και τζογαδόροι της μοίρας. Πετάχτε έστω και για αυτούς τους λίγους μήνες αυτήν την εκνευριστική σιγουρίλα και μούχλα από πάνω σας. Δηλαδή τόσα χρόνια που βαράτε καρπούζια και βάζετε το χέρι σας σε κάθε πτυχή της ζωής σας «επί τον τύπον των ήλων» για να μην σας πιάσουνε κορόιδο, τί καταλάβατε;

Έτσι κι αλλιώς μια ζωή, μάπα δεν είναι το καρπούζι;



Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Στον βάλτο της Αθωνικής, ζει ένας βάτραχος μπεκρής

Στον βάλτο της Αθωνικής
ζεί ένας βάτραχος μπεκρής
χωρίς παιδιά, χωρίς κυρία
κάνει κουάξ στα καφενεία

Στον βάλτο της Αθωνικής
δεν έχει μέρη για να δείς
μόνο καφέ και λίγο μπάλα
κι ευθύς ανοίγει τη μπουκάλα

Με το που γίνεται στουπί
η κοινωνία τον μισεί
γιατί σε βάλτο λέει πως μένει
κι ένα ταξίδι μακρινό τον περιμένει

Και τον περνάνε για τρελό
στον βάλτο τούτο τον κλειστό
 πέρα από τα τείχη, άλλο λεν πως δεν υπάρχει
τέτοια ζωή που ο καθένας θά 'χει

Στον βάλτο της Αθωνικής
ζεί ένας βάτραχος μπεκρής
στην άκρη των νερών σαν φάρος
και μόνος φίλος του ο γλάρος

Στον βάλτο της Αθωνικής
ζεί ένας γλάρος ποιητής
για τα παλιά ταξίδια του στον βάτραχο μιλάει
και του μαθαίνει να πετάει

Και τον περνάνε για τρελό
στον βάλτο τούτο τον κλειστό
 πέρα από τα τείχη, άλλο λεν πως δεν υπάρχει
τέτοια ζωή που ο καθένας θα 'χει






Καλούνται όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά που εμένα μ'αγαπούνε να το μελοποιήσουν ελευθέρως

Στίχοι Mario Vagman



Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Σκατά στις Πανελλήνιες

Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι ο φασισμός του εκπαιδευτικού συστήματος.

Αυτό το ύπουλο σαράκι που γέννησε και συνεχίζει να γεννάει τόνους αμόρφωτων, ηλίθιων, πειθήνιων και παπαγάλων Νεοελλήνων εδώ και δεκαετίες, αυτό το μοχθηρό φίδι που καταστρέφει κάθε έννοια παιδείας, δωρεάν και μη, το αχόρταγο τέρας ιδιωτικών συμφερόντων, εκδοτικών οίκων και ιδιαιτεράκηδων, ο ανέραστος δημιουργός νεανικών ψυχοσωματικών προβλημάτων, αμέτρητων φόβων και ανασφαλειών.

Δεν θα μπορούσε λοιπόν έναν τέτοιο αξιολάτρευτο θεσμό να τον τιμάει και η μικρή πιθηκομιμητική μας πόλη συνοδεία της άκριτης αποδοχής όλων του των ελαττωμάτων.

Πανελλήνιες εξετάσεις εν Ναυπλίω λοιπόν, έτος 1998. Μέρα πρώτη. Μέρα Έκθεσης. Ο γράφων, γνήσιο χωριατόπαιδο της πόλης, Μπουρτζοβλαχάκι ολικής, όπως το πλήθος των συμμαθητών του, με κριτική σκέψη το πολύ μέχρι τα σύνορα της Νεμέας, καλείται να ανταποκριθεί στο εξεταζόμενο θέμα του Συντηρητισμού και των τρόπων αντιμετώπισής του. Τι συμφορά! Τι άγνωστο και αντι-sos θέμα! Και δή για την πόλη, αρκούντος αυτοψυχαναλυτικό. Νέο παιδί ο γράφων να γνωρίζει από την εφηβεία του αυτό για το οποίο πάσχει μεγαλωμένος εδώ; Αδιανόητο.

Ο γράφων όμως δεν το έβαλε κάτω. Ξεκίνησε να φέρνει στην υπερφορτωμένη μνήμη του όλα τα έτοιμα σχεδιαγράμματα της Έκθεσης Ετοίμων Ιδεών του καλού του φροντιστηρίου. Είχε την τύχη βλέπεις, λόγω οικογενειακών σχέσεων, να κάνει εξωσχολικά μαθήματα σε πολύ καλές τιμές για την εποχή με καθηγητή του δημοσίου που είχε μεγάλες επιτυχίες στο ντόπιο παλμαρέ του. Κάθε καθηγητής τότε, μάλλον ακόμα και τώρα, έσερνε στο διάβα του ένα αόρατο κοπάδι μεγαλοεπιτυχόντων. Όσο μεγαλύτερο το κοπάδι, τόσο μεγαλύτερο και το κασέ του. Η συνήθης τιμή των μεγάλων καθηγητών του δημοσίου ήταν περίπου 15 με 20 χιλιάδες μαύρες δραχμές την ώρα, κοντά στα 50 σημερινά ευρώ. Ο γράφων όμως πλήρωνε πολύ λιγότερα. Είχε επομένως μπροστά του μια απίστευτη ευκαιρία της μεταπολιτευτικής δωρεάν παιδείας, που σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να αφήσει να πάει χαμένη.

Οπότε ξεκίνησε να φτιάχνει μεθοδικά τον πρόλογο με το υλικό που κατείχε, γράφοντας αρλούμπες, τις λεγόμενες κοινώς παπαρολογίες, προσποιούμενος πως γνωρίζει το αντικείμενο και ξεγλιστρώντας περίτεχνα από τον ορισμό του και οποιονδήποτε προσδιορισμό του, μπήκε κατευθείαν στο κυρίως θέμα. Κατέβασε στο νου του σαν αυτόματο κομπιουτεράκι όλες τις αρνητικές συνέπειες και τα αρνητικά συνεπακόλουθα όλων των παπαγαλισμένων σχεδιαγραμμάτων για άσχετα θέματα, όπως η προπαγάνδα, ο κιτρινισμός του τύπου, η υπερκατανάλωση και άλλα συναφή και τα κόλλαγε υπούλως στην απροσδιόριστη γι' αυτόν έννοια του Συντηρητισμού.

Για τους τρόπους αντιμετώπισης και λύσης του προβλήματος δεν αγχώθηκε ιδιαίτερα. Αναμάσησε σε σωρεία παραγράφων τα γνωστά κλισέ της αφύπνισης της πνευματικής ηγεσίας, του ρόλου της οικογένειας, του σχολείου, της Εκκλησίας, των Μουμουέ και όλων γενικά των ακινητοποιημένων δυνάμεων του Γένους.

Μόλις έφτασε τις 20 σελίδες, σκέφτηκε πως το παράκανε με την ασύστολη φλυαρία του τίποτα και έκλεισε το θέμα μεγαλειωδώς μ' έναν πατροπαράδοτο ευχετικό επίλογο που προσδοκούσε λύση, αφύπνιση δυνάμεων κι Ανάσταση νεκρών.

Περιχαρής κι αμήχανος για την ενδεχόμενη αποτυχία του, παρέδωσε γραπτό και εξήλθε του αγωνιστικού χώρου. Εκεί, έξω από το προαύλιο των Λυκείων, συνάντησε έναν όχλο αγωνιούντων γονέων, τοπικών τηλεοπτικών καναλιών που έκαναν τότε τα πρώτα τους βήματα στη μάχιμη δημοσιογραφία και ραδιοφώνων. Ήταν ακόμα η εποχή που ο δικηγόρος, ο αρχιτέκτων και ο γιατρός, μέχρι και ο δάσκαλος, είχαν μεγάλη αξία στην πόλη. Οι γονείς της πόλης ακούγαν τις επαγγελματικές αυτές ιδιότητες και βαράγαν προσοχή. Το πτυχίο ήτο προσόν, όχι απλώς ένα καταθλιπτικό κάδρο, και η εισαγωγή στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση αναγνώριζε κοινωνικό κύρος στο νεαρό επιτυχόντα και βεβαίως σε όλη την οικογένεια αυτού. Μανάδες, πατεράδες, γιαγιάδες, παππούδες, θείους, θείες και πάει λέγοντας.

Ο γράφων μ' ένα κεφάλι γεμάτο ασυνάρτητες αρλούμπες που προ ολίγου παρέδωσε στο Κράτος, αντιλήφθηκε πως ήταν ο πρώτος αποχωρήσας και όλος ο ντουνιάς έπεσε πάνω του να μάθει το θέμα. Ιδιαίτερη εντύπωση του είχε κάνει αυτό το είδος των αυτοχθόνων κυριών, ονόματι μανάδων, που με τόσο πρόδηλη αγωνία για τον ίδιο και το μέλλον του, τον ρώταγαν συνεχώς πώς τα πήγε σκανάροντας τις αντιδράσεις του και κρατώντας ένα μικρό χνουδερό φτυαράκι για κάθε κίνηση που θα αποκάλυπτε την όποια αποτυχία του. Διασκεδάζοντας την πίκρα του όμως, τον χαμένο χρόνο και τα αδικοχαμένα φράγκα των γονιών του δήλωσε πως το θέμα ήταν βατό, το υλικό για να το αναπτύξεις εύκολο και αποχώρησε δηλώνοντας στα μέσα πως μόνο η σωστή οργάνωση του διαβάσματος τον βοήθησε να ανταπεξέλθει και όχι φυσικά το εγκεφαλικό, ψυχολογικό και σωματικό λιώσιμο που υπέστη για έναν τουλάχιστον χρόνο.

Ο γράφων όμως, όλως παραδόξως, δεδικαίωται. Το Κράτος, ενάμιση μήνα μετά, βαθμολόγησε το ασυνάρτητο και πανηλίθιο γραπτό του με βαθμό υψηλό, ικανό να του επιτρέψει την είσοδο σε υψηλόβαθμη σχολή της αρεσκείας του. Προφανώς το Κράτος, και ας με συγχωρέσουν οι διαχρονικά επιτυγχόντες,  αρέσκεται στους ασυνάρτητους ή για να το πώ πιο κομψά στους εγκεφαλικά μονότονους κι οι Πανελλήνιες είναι τελικά ένας πρώτος τρόπος για να τους επιβραβεύσει.

Και σείς τώρα διαβάζετε αυτόν τον επιβραβευμένο γράφοντα που παπαγάλισε κάποτε 100 σελίδες ανιστόρητης και κακοτυπωμένης ιστορίας, έγραψε μια 20σέλιδη εκθεσιακή αρλούμπα, αποστήθισε 50 λατινικές μεταφράσεις, 3 αρχαίες εισαγωγές, έγραψε αυτολεξεί τον ορισμό της τραγωδίας χωρίς να έχει έχει νιώσει ή έστω να έχει δεί κάποια, και του χαρίστηκε, σε αντίθεση με άλλους που δυστυχώς δεν είχαν τόσο υψηλές και παιδαγωγικώς τεκμηριωμένες διανοητικές ικανότητες, το δώρο να γίνει επιστήμων.

Σκατά λοιπόν στον γράφοντα, σκατά στον επιστήμονα, σκατά σε όλους μας αλλά κυρίως και βασικώς σκατά στις Πανελλήνιες.

Και καλή λευτεριά στα παιδιά μας. Η σκοτεινότερη ώρα άλλωστε είναι λίγο πριν την αυγή.


Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Ναυπλιέων εραστών βραδυνός διάλογος...

Ο διάλογος που ακολουθεί συνέβη μεταξύ Ναυπλιωτών εραστών το βράδυ της δεύτερης μέρας του Μαΐου του έτους 2015 σε κάποιο διαμέρισμα της πόλης.

Κατόπιν διεξοδικής έρευνας στους δρόμους και σε δικτυακά προφίλ Ναυπλιωτών, ό,τι και να ακούσετε περί αμφισβήτησής του, ο διάλογος ελέγχεται ως απολύτως ακριβής.

Ο διάλογος:

-Τί σου κάνω μάνα μουυυυ;
-Με βουλιάζεις από κόσμο παιδαρά μουυυ...
-Πες, τί άλλο σου κάνωωω;
-Μόντε Κάρλο με κάνεις μωράκι μουυυ...
-Ναι, ναι...τί άλλο, τί άλλοοο;
-Πριγκηπάτο του Μονακό με έχεις φτιάξει πρίγκηπά μουυυ...
-Ναι, ναι, ναι...αυτά είναι...τί άλλο σου κάνω κορώνα μου;
-Μου παρκάρεις βαθιά το σκάφος σου στο λιμανάκι μου καπετάνιε μουυυ...
-Αυτό δεν είναι λιμανάκι...είναι λιμανάρα της Μεσογείου κοριτσάρα μουυυ! Και τι άλλο σού χω παρκάρει γοργόνα μουυυ;
-Μου έχεις παρκάρει όλους τους πεζόδρομους Σουμάχερ μουυυ...
-Πω! Τρελαίνομαι! Και τί άλλοοο; Αχ, βαχ!
-Μου έχεις ξεχειλίσει όλους τους κάδους σκουπιδιών πρωτοπρωτευουσιάνε μου!
-Και πού πετάς τα σκουπίδια σου νοικοκυρά-θεά μου τώρααα;
-Πάνω σου τα πετάω βρώμικό μου αγόρι τρελό! Πάνω σουυυ!
- Χωματερή μουυυ!

(Ακολουθούν φωνές μιας απόλυτης ηδονής που ανθρώπου νους δεν μπορεί να χωρέσει και η παθιασμένη ερωτική πράξη ολοκληρώνεται αισθησιακά κάτω από τους ήχους του Άξιον Εστί σε εκτέλεση της Δημοτικής Μπάντας και του Σάκη Ρουβά)



Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Της πατρίδας μου η σημαία έχει χρώμα γαλανό

Ρίγη συγκίνησης κατέλαβαν την εβδομάδα που μας πέρασε τους Ναυπλιείς όταν πληροφορήθηκαν πως γνωστή τηλεπερσόνα του τίποτα, ονόματι κυρά-Τατιάνα,  αφιέρωσε ένα ολόκληρο άρθρο στο προσωπικό της ιστολόγιο για να περιγράψει τα κάλλη και τις ομορφιές της πόλης μας που επισκέφθηκε πρόσφατα μετά του τηλεεισαγγελέα συζύγου της.

Το νέο διαδόθηκε και χιλιοαναπαράχθηκε στα τοπικά μέσα αλλά και τα κοινωνικά δίκτυα  με τη ταχύτητα κάγκουρα γκαζόβιου στην παραλιακή Νέας Κίου-Ναυπλίου και γέμισε περηφάνια κάθε άδολη ναυπλιώτικη ψυχή.

Δεν είναι και λίγο να μιλάει για τον τόπο σου μια προσωπικότητα τέτοιας εμβελείας και τόσο αναγνωρισμένου κύρους. Φανταστείτε μόνο πόσους ακόμα «ποιοτικούς τουρίστες» (εκ του ποιοτικού τουρισμού ορμώμενος ο όρος). θα φέρουν στην πόλη μας οι δηλώσεις της πνευματικής ταγού.

Και τι δεν μας είπε. Άρχοντες μας είπε, ερωτικούς μας είπε, νεοκλασικούς μας είπε, γουστόζικους, καλαίσθητους και καλλιτεχνίζοντες μας είπε, γεμάτους φύση και χρώματα μας είπε, βαρυσήμαντα ιστορικούς μας είπε,  πρωτοπρωτευουσιάνους μας είπε και κυρίως και βασικώς μας είπε, πως βρεχόμαστε από τη θάλασσα.

Τα άκουσε αυτά τα πρωτότυπα ο Ναυπλιέας ο αυτόχθων, και του ανυψώθει ο τοπικισμός μέχρι το χαλασμένο ρολόι της Ακροναυπλίας, το ετοιμόρροπο ταμειακό περίπτερο του Παλαμηδιού στην κορυφή των ξακουστών 999 σκαλοπατιών και τα «Αναγνωσταρέικα» (περιοχή του Ναυπλίου δίπλα από τον ιερό ναό της Ευαγγελιστρίας που τα σπίτια της τα αρχιτεκτόνησε ως επί το πλείστον και μάλλον τυχαία ο πρώην δήμαρχος της πόλης Παναγιώτης Αναγνωσταράς, γνωστός και ως Τάκαρος ή το παιδί της νύχτας).

Κατόπιν τούτου η κυρά-Τατιάνα, όπως την αποκαλούσε κάποτε ένας Ναυπλιεύς καλεσμένος της μεσημεριανής εκπομπής της προκειμένου να συζητήσει μαζί της το πολύ σοβαρό ζήτημα της απομάκρυνσης από την οικογενειακή εστία της Βουλγάρας συζύγου του, πρέπει οπωσδήποτε να γίνει επίτημη δημότισσα της πόλης. Έτσι κι αλλιώς ο Δήμος έργο δεν κάνει, μόνο για γιορτές και φιέστες είναι, αν στο μέλλον υπάρχει κάποιο κενό, μετά την Έκθεση Σκαφών ίσως, δεν θα ήταν διόλου άσχημο να τιμήσει έναν άνθρωπο που αν μη τι άλλο, έστω και για μια βδομάδα, μας ανύψωσε το ηθικό και θα φέρει στη πόλη μας κόσμο. Και κόσμο όχι όποιον κι όποιον αλλά τον γνωστό, αεράτο, αυτοκινούμενο, τσιμεντόμυαλο, πρωτευουσιάνικο κόσμο και δή ευφυή αναγνώστη της κυρά-Τατιάνας. Συγνώμη, ο Σαμαράς περισσότερα προσέφερε και του δώσαμε το κλειδί;

Τέτοιες όμορφες κινήσεις ανταπόδοσης φέρνουν τον τουρισμό και μας ανεβάζουν όλο και ψηλότερα στην έγκυρη μηχανή τουριστικής αναζήτησης τριβάγκο στην οποία σαρώνουμε έτσι κι αλλιώς ξεπερνώντας ακόμα και το Λονδίνο. Άμα φτιάξουμε λίγο και το promotion μας, μια σημαία καινούρια για παράδειγμα, ανακαινισμένη και μοντέρνα για σήμα κατατεθέν της πόλης, όπως έκανε πρόσφατα ο Δήμος Άργους-Μυκηνών, θα περάσουμε χαλαρά και τη Ρώμη και τη Θεσσαλονίκη που μας περνάνε προς το παρόν και θα πατήσουμε πια μόνιμα κορυφή.



Μια σημαιούλα απλή και αφαιρετική, όχι κάτι ιδιαίτερο. Απλά να συμβολίζει το πνεύμα μας, το άπλετο γαλάζιο της φύσης μας και την καλλιτεχνική μας φυσιογνωμία. Σαν την γαλάζια σημαία που παίρνει η πεντακάθαρη Καραθώνας μας κάθε χρόνο, με χρώμα δηλαδή μπλε και στη μέση ένας κύκλος με τα καταγάλανα θαλάσσια κύματα. Μόνο που στη δική μας, για να μη μας περάσουν για αντιγραφείς και για να δώσουμε ένα τοπικό στίγμα, πρέπει να βάλουμε πάνω από τα κύματα καλλίγραμμα, αυτόχθονα οπίσθια, έτοιμα να πλυθούν στα γάργαρα νερά μας. Ένα ειλικρινές δηλαδή, συμπαθητικό και αυτοψυχαναλυτικό σχέδιο και τίποτα περισσότερο.

Με αυτό τον τρόπο, Άργος και Ναύπλιο θα έχουν έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό ανακαινισμένων συμβόλων, σύγχρονων και αλληλοσυμπληρούμενων. Στο μεν Άργος ο επισκέπτης θα απολαμβάνει καλαίσθητους αρχαιοελληνικούς μαιάνδρους, που είναι και της μοδός, ολόχρυσες και αρχαιοπρεπίζουσες γραμματοσειρές μακραίωνης ιστορίας, συνοδεία ίσως ενός ραψωδού που θα απαγγέλει με άρπα στην είσοδο της πόλης τους στίχους  του γνωστού γιουροβιζιονικού άσματος της Καίτης Γαρμπή «τη μια μας παίζουν ροκ, την άλλη τσιφτετέλι, παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μας ξεγελάνε με σεκλέτι και μεράκι, πνεύμα αθάνατο, σε τρώει το σαράκι κτλ, κτλ». Έπειτα, στο δε Ναύπλιο, ο επισκέπτης, όπως μας πληροφόρησε η κυρά-Τατιάνα, θα βρέχεται ψυχή τε και σώματι στη θάλασσα και θα τρώει παραδοσιακό λουκουμαδάκι.

Kαι το τριβάγκο θα μετράει ατελείωτα αργολιδιώτικα κλικς…



Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Οι Ναυπλιώτες δεν ψεκάζονται ποτέ

Τελικά μας ψεκάζουν. Ούτε καν εμείς, οι τηλεκατευθυνόμενα συνετοί, πειθήνιοι και βολικοί αυτόχθονες ιθαγενείς δεν γλιτώνουμε από την πνευματική καταστολή που πραγματοποιούν ύπουλα και μοχθηρά τα παγκόσμια κέντρα εξουσίας.

Χθές λοιπόν, ημέρα Σάββατο, ο ουρανός είχε γεμίσει από τις πρώτες πρωινές ώρες μέχρι αργά το απόγευμα μ' αυτές τις συννεφένιες μαστουρογραμμές. Τώρα που μιλάμε, ήδη οι μαστουροκατασταλτικές ουσίες των αεριωθούμενων ιπτάμενων σκαφών έχουν καθίσει στις ρίζες των κεφαλικών τριχών μας και εισχωρούν ετοιμοπόλεμες μέσα στις εγκεφαλικές συνάψεις μας, με μόνο στόχο των περιορισμό των υπέρλαμπρων εγκεφαλικών δεξιοτήτων μας.

Ούτε που προλάβαμε να χαρούμε καλά-καλά την άνοιξη, που τόσο ποθήσαμε και λαχταρήσαμε φέτος, και οι παγκόσμιοι δυνάστες αποφάσισαν να μας καταπιέσουν τη λίμπιντο. Μόλις που είχαν αρχίσει να μας πιάνουν οι διονυσιακές ορέξεις, τα πάθη, οι ορμές, τα έντονα συναισθήματα και οι αυθορμητισμοί που μας χαρακτηρίζουν ως Ναυπλιείς αιώνες τώρα, μόλις που είχαμε αρχίσει να αποζητούμε μανιασμένα extra παγάκια για τον καφέ μας, κι αυτοί οι μισάνθρωποι, να μη δούνε χαρά στο ποτήρι μας, να μην νερουλιάσουμε το αφρόγαλό μας για ένα μισάωρο παραπάνω παραμονής στην αγαπημένη μας καφετέρια, εκεί, να μας στερήσουν όλα τα πλούσια ελέη της αργολικής μας φύσεως.

Δεν φτάνει δηλαδή που ήρθε η άνοιξη και δεν έχουμε λουλούδι να χαρούμε, στολίδι να χαρίσουμε γιατί τα φορέσαμε όλα στα καλλιστεία των Επιταφίων την προηγούμενη εβδομάδα, ήρθαν και οι αεροψεκασμοί τώρα να μας μουλιάσουν την σκέψη και να μην μπορούμε να βγάλουμε νικητή Επιτάφιο. Ούτε καν μονάδα μέτρησης δεν μπορούμε να αποφασίσουμε. Ποιος είναι δηλαδή ο καλύτερος Επιταφίος της Ναυπλίας για το έτος 2015; Αυτός που είχε τα περισσότερα λουλούδια; Αυτός που είχε πάνω του τα περισσότερα κοσμήματα ή αυτός που είχε φορεμένα πάνω του γενικώς τα περισσότερα μεροκάματα, ανεξαρτήτως υλικού; Για φέτος τουλάχιστον θα μείνουμε με την απορία, αν και φαβορί ήταν αυτός με τις 60.000 πέρλες τις 2.000 πούλιες και τα 7.000 χρυσάνθεμα. Νούμερα αδιαμφισβήτητα μεγάλα, ισοδύναμα με πολλές πασχαλινές τσάντες σούπερ μάρκετ για πεινασμένες οικογένειες. Γι αυτό του χρόνου το Πάσχα ας είμαστε πιο συνετοί. Ας ορίσουμε μια κριτική επιτροπή, με αντιπροσώπους από κάθε ενορία, και ας βγεί ένα αδιάβλητο αποτέλεσμα. Είναι κρίμα να καθόμαστε να αναρωτιόμαστε ψεκασμένοι άνθρωποι.

Άλλωστε δεν έχουμε και πολύ χρόνο. Πρέπει να ηρεμήσουμε από τις διλημματικές θεολογικές ανησυχίες και τα νηστίσιμα τριγλυκερίδια των ημερών γιατί όπου νά ναι, αρχές του μήνα, πρέπει να χαζέψουμε τα γιοτ που δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσουμε. Και το δράμα δεν είναι πως δεν πρόκειται να τα αποκτήσουμε. Αυτό το ξέρουμε ήδη, εκτός βέβαια αν έτυχε περισσότερη δόση ψεκαστικού προϊόντος να πέσει στα κεφάλια μας. Το δράμα είναι πως, όπως ακούγεται, η έκθεση των γιοτ μάλλον δεν θα ξαναέρθει στον τόπο μας. Είναι η τελευταία της εμφάνιση. Πως θα αντέξει η πόλη χωρίς να βλέπει τουλάχιστον μια φορά το χρόνο πολυτελή σκάφη, παραμένει άγνωστο. Το πλήγμα θα είναι βαρύ κι ασήκωτο. Από Μόντε Κάρλο, Μονακό και άλλα συναφή και σοφιστικέ μέρη, θα καταντήσουμε πάλι το μικρό και ταπεινό Αναπλάκι. Βαρκούλες, ψαράδες, χταποδάκια και άλλα αντίστοιχα και γραφικά. Τρέ μπανάλ, σε νε πα ποσίμπλ και παναγία βόηθα που λέν και στο χωριό μου.

Πάλι με χρόνια με καιρούς όμως, πάλι δικά μας θα 'ναι. Η νέα μαρίνα που αποφάσισε η δημόσια διαβούλευση ότι θα γίνει στο Πί λίαν συντόμως, και ξέρετε όταν λέμε εμείς οι αυτόχθονες ιθαγενείς λίαν συντόμως πόσο ακριβολόγοι είμαστε, θα φέρει ξανά πίσω την χαμένη αίγλη της δυτικής μας αριστοκρατίας.

Μέχρι τότε, δεκαετία και βάλε δηλαδή, το μόνο πράγμα που θα μας παρηγορεί είναι πως, χάρη της νέας μας κυβερνήσεως, θα έχουμε από φέτος 5 μέτρα περισσότερη ακτή στη Καραθώνα μας, 5 μέτρα χωρίς τραπεζάκια, ξαπλώστρες και όλα τα σχετικά, για να απολαμβάνουμε με άνεση, δροσεροί και ηλιοκαμμένοι, τις μυρωδιές της τοπικής μας χωματερής και να παίζουμε ρακέτες.

Κακόμοιροι αεροψεκασταί! Τσάμπα βαράτε.


Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Όταν πεθαίνει ο Θεός στ’ Ανάπλι

Δεν είναι και λίγο πράγμα να κουβαλάς το βάρος ενός θανάτου στις πλάτες σου. Δεν είναι καθόλου λίγο να κυλάει στα χέρια σου το αίμα ενός νεκρού. Πόσο μάλλον όταν αυτό το αίμα είναι αίμα θεϊκό κι αθώο.

Μπορεί να μην το έκανες εσύ. Μπορεί να μην βάρεσες εσύ ο ίδιος τις σφυριές για τα καρφιά στο δέρμα. Μπορεί να ήταν άλλοι αυτοί που σήκωσαν το βάρος της αποτρόπαιας αυτής πράξης. Και σίγουρα ήταν. Αλλά πάντα θα διερωτάσαι και θα σου τρώει την ψυχή η απορία, αν ζούσες τότε, σ'εκείνα τα μέρη, εσύ τι θα διάλεγες να φωνάξεις. Τον Ιησού ή τον Βαραβά; Θα είχες άραγε την ικανότητα να διακρίνεις ή παρασυρμένος από τον όχλο, όπως και τώρα συνηθίζεις, θα έκανες για άλλη μια φορά την λάθος επιλογή;

Η στατιστική πάντως κι αυτός ο ονειροκτόνος νόμος των πιθανοτήτων που σε καθοδηγεί, δυστυχώς δεν είναι με το μέρος σου. Φονιά σε λέει, όπως και να τον ερμηνεύσεις, όσο και να του λειάνεις τις πιθανές γωνίες, και σου γεμίζει το κεφάλι μόνο με τύψεις κι ενοχές.

Ονομάζεται Εβδομάδα των παθών, Μεγάλη Εβδομάδα, ή αλλιώς εβδομάδα των μεγάλων μας ενοχών. Γι' αυτό κι οι καλημέρες γίνονται πιο ζεστές. Γι' αυτό και οι ευχές έχουν μια στάλα ειλικρίνειας. Γι' αυτό και οι άνθρωποι γίνονται πιο ακίνδυνοι από ποτέ. Γι' αυτό και η άνοιξη είναι πάντοτε αυτές τις μέρες η αναγκαία συνθήκη της παρηγοριάς.

Φέτος όμως, όπως μας ενημερώνουν τα μερομήνια και οι προβλέψεις των μετεωρολόγων, η άνοιξη δεν πρόκειται να μας γιατρέψει από τα ενοχικά μας σύνδρομα. Θα αργήσει να φανεί στα πέριξ, θα μας αφήσει ολομόναχους, για να μάθουμε να μην την αποζητούμε μόνο για λόγους διασκεδαστικούς.

Έτσι οι κόκκινες σημαίες των μπαλκονιών μας θα ανεμίζουν μουσκεμένες καταθλιπτικές κι ανέραστες. Τα σκαλοπάτια της παλιάς πόλης, που ασβεστώθηκαν για να υποδεχτούν τους πασχαλινούς μας επισκέπτες, θα περιμένουν τους πλούσιους περιπάτους της έκθεσης πολυτελών σκαφών στις αρχές του επόμενου μήνα. Τα μοσχομυριστά λουλούδια, τα πλούσια στεφάνια και τα όμορφα ντυσίματα θα παραμείνουν μόνο ενδείξεις της αμήχανής μας ενοχής. Ο έρωτας θα είναι ακόμα χειμωνιάτικος κι επιλεκτικός. Οι ομπρέλες θα κρύβουν τα πρόσωπά μας κάνοντάς μας να δείχνουμε ακόμα πιο ένοχοι. Οι ευχές θα είναι γρήγορες, τυπικές και ίδιες. Οι καλημέρες, ως συνήθως, λιγοστές. Το βήμα θα βιαστεί να φτάσει στην Ανάσταση. Μόνο εκεί θα βρεί την σωτηρία.  Την άλλη μέρα θα έχει ήδη ξεχάσει από το πολύ φαί.

Όσο για την άνοιξη, μάλλον σκοπεύει να μας επισκεφθεί την Κυριακή του Θωμά. Επί τον τύπον των ήλων.

Ταιριάζει καλύτερα με το ορθολογικό πνεύμα της πόλεως.



Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Και η βρόχα να πέφτει στρέιτ θρού

Λήγει σήμερα, τελευταία Κυριακή του Μάρτη, η δημόσια διαβούλευση για την ανάπλαση του Λιμανιού της πόλης. Το master plan όπως το αποκαλούμε εμείς οι πρωτοπρωτευουσιάνοι πιθηκομίμοι.

Έτσι το τοπικό διαδίκτυο πήρε φωτιά αυτές τις μέρες. Όλοι έτρεξαν στην ιστοσελίδα του Δήμου, νέοι, γέροι, γυναίκες, άντρες και παιδιά, και έγραψαν τις προτάσεις τους για το λιμάνι που ονειρεύονται και το Ναύπλιο του αύριο. Έγινε της πουτάνας.  Δεν προλάβαινες να διαβάζεις. Η διαβούλευση έχει ξεπεράσει σε συμμετοχή και εκείνη την καλοκαιρινή συναυλία της Ευγενίας Μανωλίδου στο Φάρο. Για τόσο κόσμο μιλάμε. Και ήταν λογικό. Η διαμόρφωση του λιμανιού της πόλης είναι τεράστιο ζήτημα για τον τόπο και ένα πολιτικό ον τέτοιου ενεργού βεληνεκούς σαν τον σύγχρονο Ναυπλιώτη, δεν θα ήταν δυνατό να το αγνοήσει. Εκτός των άλλων, αν δεν πεί τώρα την άποψή του, με ποιο δικαίωμα θα μπορεί μετά να γκρινιάζει για τ’ οτιδήποτε; Τι είναι ο Ναυπλιώτης δηλαδή; Κανάς καναπεδάτος αναθεσάκιας που στο τέλος όλα του φταίνε, όλα συμβαίνουν λάθος  και όλοι γύρω του είναι άχρηστοι και κλέφτες εκτός από αυτόν;

Το ηθικό δίδαγμα πάντως της εβδομάδας που πέρασε,  αυτό που προσέφερε η πόλη σαν πνευματική παρακαταθήκη στον οικουμενικό πολιτισμό, είναι το άκρως φυσιολατρικό θεώρημα πως τελικά η βροχή,  είναι μεγάλη μαλακία και ως φυσικό φαινόμενο πρέπει να καταργηθεί. Τουλάχιστον την άνοιξη. Δεν είναι σοβαρή κατάσταση τώρα να έχει φτάσει 30 του Μάρτη κι ο Ναυπλιώτης να μην μπορεί να βγεί έξω, να πάει τη βόλτα του, να κάνει την παρέλασή του, να ψωνίσει στους πανηγυριώτικους πάγκους του, να κουτσομπολέψει ηλιόλουστα και καθιστικά, επειδή του κάρφωσε του καιρού ανοιξιάτικα να μαζέψει σύννεφα για να ποτίσει το χώμα. Ο εκνευρισμός που έχει απλωθεί στις τάξεις του αυτόχθονος πληθυσμού εξαιτίας του απαράδεκτου αυτού φαινομένου είναι μέγας.  Ο κόσμος έχει μουρλαθεί και δικαιολογημένα. Του έχει μουλιάσει  αλλά και μουχλιάσει τελείως ο εγκέφαλος. Σχόλια επί σχολίων, γκρίνιες και κατάρες μέχρι και κρούσματα βροχοφοβίας, συννεφοφυγής και αστραποβροντοπληξίας σημειώθηκαν, ευτυχώς όμως  χωρίς μέχρι τώρα να θρηνήσουμε θύματα.  Η φύση, καλώς ή κακώς, πρέπει να έχει τα όριά της. Ευκαιρία να της τα μάθουμε λοιπόν. Η πιο καλή λύση που ακούστηκε μέχρι τώρα είναι να αναλάβει το φυσικό φαινόμενο αποκλειστικά και μόνο η Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και για να μην ξεχνιόμαστε, Αποχέτευσης. Σε ένα μηνάκι το πολύ, θα έχει καταφέρει να καταστρέψει το δίκτυο βροχής, θα ανακοινώσει βλάβη και θα κάνει υποχρεωτική διακοπή παροχής νερού επ’ αόριστον. Τι καλύτερο; Ποτέ ξανά βροχή. Μόνο ήλιος και παθιάρικη λίμπιντο Ναυπλιωτών για όλα τα γούστα.

Άσχετο. Αυτό το μπλεδάκι πάνω στο Μπούρζτι, τώρα που το επισκευάζουν και του έχουν βάλει αυτές τις γαλάζιες σκαλωσιές της επιδιόρθωσης, ωραίο δεν είναι;

Μήπως να το βάφαμε όλο μπλε; Του πάει πολύ. Του σπάει τη μονοτονία τόσων αιώνων. Να αλλάξει και εμάς λίγο το μάτι μας.  Να δούμε κάτι διαφορετικό.  Το βλέπουμε που το βλέπουμε στα ιντερνέτια και τα φεισμπούκια σε 100 χιλιάδες φωτογραφίες την ημέρα, το χαζεύουμε που το χαζεύουμε σε κάθε βόλτα μας από τη μέρα που γεννηθήκαμε, δεν είναι ώρα για μια αλλαγή; Νισάφι. Έτσι κι αλλιώς η πόλη εκσυχρονίζεται ολοένα και πιο πολύχρωμα. Γιατί όχι και το Μπούρτζι μας. Μόνο να προσέξουμε να μην το βάψουμε και ακριβώς στο χρώμα της θαλάσσης γιατί κάποια στιγμή θα βυθιστεί, και δεν θα έχουμε πάρει χαμπάρι. Θα καθόμαστε στην παραλία σαν τους μαλάκες και θα το κοιτάμε, θα κοιτάμε δηλαδή εκεί που θα φαντάζεται η μεγαλοαστική μας όραση πως βρίσκεται, ενώ αυτό θα κολυμπά αμέριμνο στους γάργαρους βυθούς του λιμανιού μας.

Αλλά και πάλι δεν θα χαλαστούμε και τόσο πολύ. Θα διοργανώσουμε μια ωραία και ρηξικέλευθη έκθεση φωτογραφίας με τις καλύτερες εικόνες της καστρονησίδας και θα την επαναλαμβάνουμε μία φορά το χρόνο για να την θυμόμαστε. Σαν μνημόσυνο. Θα ταιριάζει και με την εν γένει έφεση της πόλης προς την ανατρεπτική και αντικαθεστηκυία τέχνη.  Αυτού του είδους την τέχνη που με τρόπο περίτεχνο ομολογουμένως καταφέρνουμε να κρύβουμε όλη την ουσία κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας και να κινούμαστε πάντοτε στα βαλτωμένα νερά της φαιδρής μας επιφάνειας. Στον κόσμο του ντεκόρ, του ίματζ και της διασκεδαστικής διακόσμησης. Εκεί που ο Νίκος Καρούζος μας κάνει γοητευτικούς, καλλιεργημένους και ξεχωριστούς προφέροντας απλά και μόνο το όνομά του. Εκεί που το Μπούρτζι δεν είναι ένας παλιός φοβιστικός τόπος εξορίας, το απομονωμένο σπίτι του αχώνευτου δημίου και η πέτρινη φυλακή των ψυχών μας, αλλά το γλυκανάλατο στολίδι της πόλης και του αναπλασμένου, λίαν συντόμως, λιμανιού.

Και η βρόχα, έξω από το παράθυρο, να πέφτει ολημερίς στρέιτ θρού.



Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Κάντε ησυχία, θα ξυπνήσετε την πνευματική ελίτ της πόλης!

Οδεύουμε ολοταχώς προς το πανέμορφο εαρινό μας Πάσχα.

Έναν από τους βασικούς λόγους δηλαδή που μένουμε ακόμα Ναύπλιο και δεν την έχουμε κάνει με ελαφρά πηδημάτια, ρίχνοντας μια ξεγυρισμένη μαύρη πέτρα σε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και μας εκνευρίζουν, μας ξενερώνουν και ενίοτε μας προκαλούν κατάθλιψη. Πού να τη βρούμε όμως τη μαύρη πέτρα να τη ρίξουμε; Ούτε η φύση δεν μας βοηθάει εδώ πέρα. Αν την βρίσκαμε πάντως, πιο πιθανό ήταν να προσπαθούσαμε να τη πουλήσουμε στο γιουρουρούμ της εμπορικής μας πόλης παρά να την χαρίζαμε καταγής στ' αμέτρητα σιχτίρια μας. Γιατί τέτοιοι είμαστε.

Και έχεις κι από πάνω τους λάτρεις της ναυπλιακής καθημερινότητας, που ο τόσο γρήγορος ερχομός της πασχαλινής γιορτής δεν είναι και ό,τι καλύτερο γι αυτούς. Γιατί φέτος, τα πάντα συμβαίνουν πριν καλά-καλά περάσουν τα προηγούμενα. Ούτε που πρόλαβαν τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες και οι καλές χρονιές να χωνευτούν και ήρθαν τα ξίγκια, τα μπριζολίδια, οι χοροί κι οι μάσκες της Τσικνοπέμπτης και των Αποκρεών. Ακολούθησαν ταχύτατα τα βροχερά Σαρακοστιανά της Καθαροδευτέρας χωρίς πλουμιστούς χαρταετούς αυτή τη φορά και πάλι καλά, δόξα τον Ηλία τον Ψινάκη, που ο καλός μας Δήμαρχος έστησε τον λιποκτόνο Μαραθώνιο, γιατί όπως πήγαιναν τα πράγματα δεν θα υπήρχε και πολύς στομαχικός χώρος για το κοκορετσάκι που έρχεται βιαστικό-βιαστικό να βουλώσει για πάντα τον πλούσιο εσωτερικό μας κόσμο.

Μέχρι τότε όμως, ας απολαύσουμε, σαν φιλοθεάμον και φιλότεχνο κοινό που είμαστε, τις 40 χαριτωμένες γελοιογραφίες που είναι επί σπάγκου κρεμάμενες και αφ'υψηλού τοποθετημένες, σαν τις μύτες μερικών εξ'ημών, στα σοκάκια της παλιάς πόλης.

Τα έργα του Πανελληνίου Διαγωνισμού Γελοιογραφίας θα τα απολαμβάνουμε μόλις 2 εβδομάδες κι έπειτα, θα ξεκρεμαστούν και θα μας αφήσουν με το κενό της ατομικής και συλλογικής μας γελοιογραφίας ή μάλλον γελοιότητας. Για δύο εβδομάδες θα μας επιτρέπουν το άλλοθι ενός κάποιου αυτοσαρκασμού και μιας επιφανειακής, ως συνήθως, καλλιτεχνικής ανησυχίας που διέπει τμήμα του «ανωτέρου» πληθυσμού της πόλης.

Τα χαριτωμένα έργα βεβαίως δεν φέρουν καμία ευθύνη για το πνευματικό δήθεν της κοινωνικής μας ελίτ και η ιδέα της επί σπάγκου τοποθέτησής τους αποτελεί σύλληψη κορυφαία, παρόλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν πιο χρήσιμα για τη ζωή της πόλης. Να συνδύαζαν τρόπον τινά το τερπνόν μετά του κοινωνικού ωφελίμου.

Δεν θα τα διόλου άσχημο δηλαδή στη μέση της Αμαλίας, εκεί που ξεκινάει η λαμπρή πλακόστρωση, ο τάφος του αρχαίου τείχους για να μην ξεχνιόμαστε, να κρέμεται γελοιογραφικώς κι αφ'υψηλού, ένας νεαρός, κοντά στα 30, με μάτια μπλαζέ, αδιάφορα και Ναυπλιώτικα, με αυτό το βλέμμα το σε βλέπω αλλά δεν γουστάρω να σε χαιρετήσω σήμερα οπότε κοιτάω το κενό πίνοντας απολαυστικά το φτεντοεσπρεσάκι μου, σαν τον σύγχρονο «Σκεπτόμενο» του Τσαρούχη και να λέει: «Όσους κύκλους και να κάνεις μαλάκα οδηγέ, εδώ πάρκινγκ δεν πρόκειται να βρείς».

Όχι να το παινευτώ αλλά θα ήταν γελοιογραφία πολλαπλής χρήσης. Χρήσης κυκλοφοριακής, το πλέον βασικό. Χρήσης υποσυνείδητης προσταγής, μάλλον αποτροπής σε δεύτερη ανάγνωση. Και το ουσιαστικότερο για τους επισκέπτες της πόλης, ζωντανής ιστορικής γνώσης της μίας και μοναδικής χρηστικής αξίας του δρόμου για τον ντόπιο πληθυσμό.

Στην ίδια λογική, στο Μεγάλο Δρόμο, τη νέα πια πασαρέλα της πόλης, αφού η παλιά χαζεύει εδώ και χρόνια τα κυπαρίσσια ανάποδα, μια κρεμάμενη γελοιογραφικώς τηλεόραση, που δείχνει μια σιτεμένη κυρία να μιλάει μέσα σε τηλεπαράθυρο, ντυμένη σαν τις κουτσομπόλες θεούσες του Ναυπλίου που έχει κάθε γειτονιά του, για να μην πω κάθε πολυκατοικία του, για να νιώθουν σίγουροι οι ένοικοί της πως υπάρχει τουλάχιστον κάποιος που ασχολείται με την ζωή τους. Στο απέναντι τηλεπαράθυρο υπάρχει ένας καθρέφτης στη θέση του κεντρικού παρουσιαστή, έτσι για τον σουρρεαλιστικό συμβολισμό του πράγματος, την ώρα που η κουτσομπόλα κυρία παραθέτει τις νέες τάσεις της μόδας άγνωστων βλαχοσελέμπριτις ενώ παράλληλα αποκαλύπτει με ποιόν γνωστό μεγαλοδικηγόρο συνευρέθηκε σε γνωστή καφετέρια της πόλης, η Σούλα η κομμώτρια που τα είχε προ μηνός με τον Αποστόλη τον μεσίτη. Γελοιογραφία θα λέγαμε διδακτική για όλους όσους θεωρούν πως θα περάσουν από το Μεγάλο Δρόμο απαρατήρητοι και για όσους περισσότερους προσπαθούν απεγνωσμένα να υπάρξουν.

Στην είσοδο της πλατείας Συντάγματος θα κρέμεται ένας κλόουν που θα μας καλωσορίζει στη μοναδική πλέον ανοιχτή παιδική χαρά της πόλης ενώ στα σύνορα των καφετεριών, εκεί ακριβώς που τοποθετούν τα ξύλινα μενού τους, θα στέκεται από ψηλά μια γεροντόκορη, με πολλές κρεατοελιές, ντεμοντέ ρούχα και στριφνά μάτια και θα λέει κουνώντας το δάχτυλο: «Ως εδώ μαλακισμένα!» Γιατί και τα παιδιά θέλουν το σκιάχτρο τους για να χαρούν. Σας μιλώ εκ πείρας.

Στην αρχή των σκαλιών του Παλαμηδιού θα ήταν πολύ εποικοδομητικό ένα σκίτσο ενός τυπάκου σπασίκλα, ξερόλα, σαν αυτούς τους άχρηστους που ζουν στη πόλη διαδίδοντας μόνο δώθε-κείθε την παντογνωσία τους για κάθε επιστητό, με γυαλάκια προφανώς και αντιπαθητικό ύφος έτοιμο να σε διορθώσει σε κάθε σου λάθος, γκρινιάρης κι υπερόπτης που θα λέει την απλή φράση : «Δεν είναι 999».

Εννοείται πως στους διάσπαρτους γαμηστρώνες της πόλης, Ακροναυπλία, Αρβανιτιά, Καρνάγιο, Παλαμήδι και όλα τα σχετικά θα βάζαμε, όπου τουλάχιστον ήταν δυνατόν, γελοιογραφίες με κοινωνικά μηνύματα περί ερωτικής προφύλαξης, σεβασμού στην απόλαυση του διπλανού αυτοκινήτου και φυσικά του ματάκια που τους παρακολουθεί έτσι κι αλλιώς όλους. Δύο αυτοκίνητα το ένα δίπλα στο άλλο, με ανοιχτά παράθυρα, ερωτικές φωλίτσες ελαφρώς στριμωχτού πάθους ελέω έλλειψης σπιτιού, που στο ένα θα φωνάζει ο άντρας «τι σου κάνω μάνα μου» και θα απαντάει η γυναίκα του διπλανού αυτοκινήτου «όλα μου τα κάνεις τίγρη μου». Και ενώ οι σύντροφοι των δύο λαλιστάτων ερωτοπαθών θα δείχνουν σαστισμένοι από το μπέρδεμα, ακριβώς στη μέση των δύο οχημάτων θα βρίσκεται σκυφτός ένας ματάκιας με μαύρα γυαλιά, τα μαύρα γυαλιά θα μπουν ως έμφαση της ιδιότητάς του, ως κλισέ, και ατάραχος και απαθής θα τους απαντά : « Μη χαλιέστε. Συνεχίστε. Συμβαίνει συχνά. Μην ξεχάσετε την προφύλαξη μόνο»

Στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, τις εισόδους και τις εξόδους της, μια τεράστια γελοιογραφία, κρεμάμενη σαν πανό τύπου «κάτω τα χέρια από το στρατόπεδο» με ζωγραφισμένο το μπλόκο της τροχαίας να έχει σταματήσει ένα κάμπριο αγροτικό και ένα παπάκι με διπλάσια εξάτμιση από το μέγεθός του κι ο αστυνομικός, χοντρός και καράφλας, με ένα ελληνικότατο πιτόγυρο στο ένα χέρι και το μπλοκάκι των κλήσεων στο άλλο να λέει στους δύο κάγκουρες οδηγούς : « Λυπάμαι πολύ, ξεπεράσατε και οι δυό τα 120 ντεσιμπέλ Παντελίδη, θα φάτε πρόστιμο»

Στα σημεία του πράσινου της πόλης, στον κόμβο της ΔΕΗ, στο πάρκο αλλά και σε άλλα μικρότερα παρτεράκια, ένας σκύλος όρθιος, καφετής, σαν τον Σκούμπιντου, και κυρίως οικολόγος, με το βιβλιαράκι της WWF στα χέρια, σε στάση όρθιου κατουρήματος και με ύφος ξαλάφρωσης να κοιτάει τον θεατή ηδονικά κι από πάνω του μια λεζάντα για τίτλο :  «Περιμένοντας τις δημόσιες τουαλέτες»

Και τέλος, σε όλες τις πολυσύχναστες θέσεις πάρκινγκ του Ναυπλίου, εκεί που γίνεται σκοτωμός και δεν ξεχωρίζεις στη συμπεριφορά Τσιμεντόβλαχο Αθηναίο από Μπουρτζόβλαχο ντόπιο, εκεί που πέφτουν οι κόρνες, τα βρισίδια και τα στριμωξίδια, κρεμάμενες γελοιογραφίες όρθιων αυτοκινήτων, προσωποποιημένων, που τοποθετούν με τα μικρά τους χεράκια και γεμάτα ειρωνικό χαμόγελο, σε στίβες, σε σειρά και σε απόλυτη τάξη, τον έναν πάνω και δίπλα στον άλλον, αγέλαστους ανθρώπους.

Πολιτική γελοιογραφία νομίζω δεν χρειάζεται προς το παρόν. Οι αντιπρόσωποι άλλωστε όλων των εξουσιών, δόξα τον Θεό, ασκούν την τέχνη θαυμάσια.





Αφιερωμένο στην καλή μου φίλη Βάλια Ρεντούλη

Κείμενο : Mario Vagman
Εικόνα : «O Σκεπτόμενος» του Τσαρούχη

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Mαραθώνιος Φόλας 2015, η συνενοχή είναι που μετράει!

Θα προτιμούσα να κολυμπούσα μια ζωή μέσα σε μια πισίνα γεμάτη σκατά παρά να ζώ πλάι σε ανθρώπους που σκοτώνουν και βασανίζουν ζώα.



Θα προτιμούσα να ζούσα στην φυλακή, να ήμουν πρεζάκιας, άστεγος και όποια άλλη συμφορά μπορεί να διανοηθεί κάποιος παρά να ζούσα ανάμεσα σε σχιζοφρενείς σαδιστές.

Το γεγονός πως υπάρχουν δίπλα μου άνθρωποι με τέτοιες ψυχοπάθειες και τόσο συχνά πια φανερωμένες μου προκαλεί μονάχα τρόμο. Αυτά τα κτήνη είναι ικανά για οποιοδήποτε έγκλημα. Μπορεί ο όχλος των άλαλων, καχύποπτων, συμφεροντολόγων και ως συνήθως αδρανών κατοίκων της πόλης να μην ανησυχεί εξίσου, να του έχει γίνει ως ένα μεγάλο βαθμό συνήθεια και αυτονόητο το έγκλημα της φόλας, αλλά κάνει μεγάλο λάθος που το υποτιμά γιατί θα το βρεί σύντομα μπροστά του.

Ένας άνθρωπος που μπαίνει στο κόπο να μαγειρέψει φαγητό με δηλητήριο για να το ταίσει σε κάποιο ζώο, που αφήνει ένα ζωντανό πλάσμα να τρέμει με σπασμούς, κρυμμένο, φοβισμένο, να κοιτάει το κενό με φρίκη και σιωπηλές στριγγλιές και να ξεψυχά αργά κι επώδυνα καθώς καίγονται και λιώνουν τα σωθικά του, ένα τέτοιος άνθρωπος, ένας τέτοιος δολοφόνος είναι ικανός για τα χειρότερα εγκλήματα.

Και προφανώς αλλά και δυστυχώς ζούν πολλοί τέτοιοι δολοφόνοι σαν και του λόγου του ανάμεσά μας. Κτήνη που μας προσβάλλουν όλους. Προσβάλλουν την ιστορία μας, τη ζωή μας, την αισθητική μας και αυτό το αίσθημα θρησκευτικότητας που αποπνέει η πόλη μας. Προσβάλλουν και ποδοπατούν την επιλογή μας να διαλέξουμε αυτό τον τόπο για να περάσουμε και να χαρίσουμε τα χρόνια μας. Γιατί υποσυνείδητα και πονηρά μας διώχνουν. Μας τραμπουκίζουν. Μας στέλνουν το δικό τους μήνυμα πως η πόλη μας, η πόλη που αγαπάμε όσο καμία, είναι το δικό τους προσωπικό νεκροταφείο. Νεκροταφείο ψυχών ανθρώπινων, των δικών τους ψυχών, και μη ανθρώπινων, των αθώων θυμάτων τους. Μας ψιθυρίζουν κρυφά μες τη νύχτα, εκεί που σαν θρασύδειλες σκιές σκορπάνε το θανατικό τους, πως εδώ είναι ο τάφος που θα σκοτώνει μέρα με τη μέρα, γιορτή τη γιορτή, ό,τι αγαπάμε.

Μας μετατρέπουν σε μια άρρωστη, αφύσικη, απάνθρωπη και ψυχοπαθή κοινωνία. Την είδηση ή ακόμα και την θέα της φόλας τη συνηθίσαμε. Η μορφή του τέρατος όσο περνάει ο καιρός μας τρομάζει ολοένα και λιγότερο. Κανείς δεν μιλάει. Κανείς δεν ασχολείται. Μήτε πνευματικός, μήτε αστυνομικός, μήτε πολιτικός άρχων.

Κι έτσι, ανάμεσα σε μανιακούς δολοφόνους και καταθλιπτικούς φιλόζωους, μέσα στο πλήθος το πάντοτε φιλήσυχο και βουβό, οδεύουμε ανέμελοι προς την μεγάλη τουριστική φιέστα της πόλης. Στο γεμάτο υγεία, ομορφιά, ευεξία, αυτοπροβολή και τουριστικό χρήμα Μαραθώνιο Δρόμο της. Συλλέγοντας όμως προηγουμένως και επιμελώς όλα τα πτώματα των ζώων από τους δρόμους και τα χωράφια μας. Μη τυχόν και καταλάβουν οι ξένοι ανθρώποι μας πως διασκεδάζουν σ' ένα παραθαλάσσιο νεκροταφείο με όμορφη βιτρίνα για ξεκάρφωμα.

Ο Θεός ας μας συγχωρέσει όλους.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Γελοιογράφημα μιας βροχερής εβδομάδας

Φουντώνει λέει η δυσαρέσκεια των Ναυπλιωτών για την κλειστή είσοδο του Παλαμηδιού από την πλευρά των θρυλικών 999 σκαλοπατιών.

Τάδε έφη εμπεριστατωμένο ρεπορτάζ τσιμεντοβλάχικης εφημερίδος, πανελληνίας εμβελείας, που κυκλοφόρησε σωρηδόν και στον τοπικό τύπο της Αργολίδας.

Η είδηση του ρεπορτάζ δεν βρίσκεται φυσικά στους λόγους που η είσοδος παραμένει κλειστή. Αυτό αποτελεί μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Για την ιστορία, ένα πέτρινο φυλάκιο υπό κατάρρευση είναι ο βασικός λόγος και δευτερευόντως μερικά ιστορικά σκαλοπατάκια, λιγουλάκι κατεστραμμένα. Χαράς το πράγμα δηλαδή. Η είδηση κρύβεται όμως στη διαπίστωση πως οι αυτόχθονες ιθαγενείς δυσαρεστήθηκαν.

Μιλάμε σίγουρα για μεγάλη δυσαρέσκεια. Τεραστίων διαστάσεων. Όπως όταν το Μπούρτζι ήταν έτοιμο να πέσει. Θυμάστε διαδηλώσεις... Ή τότε που Ακροναυπλία είχε βγεί στο παγκόσμιο γιουσουρούμ για ξεπούλημα. Ο κακός χαμός. Πλήθος Ναυπλιωτών στις επάλξεις. Ή τώρα πρόσφατα που πλακοστρώθηκε το αναδυθέν παλαιό τοίχος της Αμαλίας μετά βαίων και κλάδων. Μιλάμε επομένως για τόση κι άλλη τόση δυσαρέσκεια. Κανονική λαική κατακραυγή. Οι Ναυπλιώτες άλλωστε αν είναι σε κάτι γνωστοί είναι στην προστασία και εκτίμηση της ιστορικής τους παρακαταθήκης. Συν βέβαια το γεγονός ότι κάθε μνημειακή παρακμή πλήττει την τουριστική εξυπηρέτηση και το ίματζ της πόλεως, οπότε και την οικονομική ευρωστία μας. Γιατί το χρήμα πάντοτε βοηθάει για να σέβονται οι κατά τόπους ιθαγενείς την ένδοξη ιστορία τους κατιτίς παραπάνω.

Ακόμα και όταν δεν έχουν να φάνε. Όταν περιμένουν από μια Εκκλησία, ένα ναό, έναν παπά και μερικούς εθελοντές τον άρτον ημών τον επιούσιον. Ένας άρτος που έχει γίνει σήριαλ, αργολική και όχι μόνο σαπουνόπερα πρώτης προβολής, που μία κόβεται και μία ξαναξεκινάει στις πλάτες αθώων και πεινασμένων ψυχών. Τουλάχιστον οι δυστυχείς πένητες, ανενημέρωτοι μέχρι τα σήμερα περί της σοσιαλιστικής αλλαγής και της αντιμνημονιακής πλεύσης της χώρας, ας ζητήσουν από τον Δήμαρχο, αφού δεν κάνει που δεν κάνει δημοτικό παντοπωλείο, αφού βολεύεται από αυτήν την φιλάνθρωπη ενέργεια ολίγων, ας του ζητήσουν επιτέλους σουβλάκια. Ξέρει αυτός. Παραγγέλνει τα καλύτερα. Μπορούν να τους το διαβεβαιώσουν και οι μαθητές των δύο Γενικών Λυκείων της πόλης που ημέρα Παρασκευή, προ Κυριακής Αποκρεών, διδάχθηκαν τις παραδόσεις της νεοελληνικής διατροφής χάρη στη δημοτική μας αρχή. Για να γίνουν σωστοί Έλληνες όπως οι προγόνοι τους και κυρίως σκεπτόμενοι χολιστερινούχοι ψηφοφόροι.

Ας του ζητήσουν λοιπόν σουβλάκια. Ο Δήμαρχος πιστεύω θα τους το κάνει το χατίρι. Αρκεί να μην του θυμίσουν κατά λάθος πως έκανε επίτιμο Δημότη της πόλης τον Αντωνάκη τον Σαμαρά. Μόλις το ακούει, κάτι παθαίνει. Γίνεται Τούρκος, βρίζει και προσβάλλει. Οι τύψεις βλέπεις, και οι πουτάνες οι αναγκαίες υποχρεώσεις της εκλογής.

Έτσι την πάτησαν και οι κακομοίρηδες της (ριζο-)σπαστικής δημοτικής κίνησης της αύρας. Βγάλαν μια ανακοίνωση υποστήριξης των αιτημάτων των ελεύθερων επαγγελματιών της πόλης, και εκεί προς το τέλος, αφού δεν είχαν ως συνήθως τίποτα διαφορετικό να γράψουν πέραν του αντιμνημονιακού τους κύρους, θύμισαν στον Δήμαρχο την επίτιμη δημότευση του Μνημονιακού Μεγάλου Αντωνίου. Τί τό θελαν; Η απάντηση ήταν οξυτάτη και επιεικώς οργισμένη. Εξού κι ενοχική. Ο τσαμπουκάς της προσβόλας ξεπέρασε ακόμα και τον Δήμαρχο, Στρατηλάτη, Ηγέτη, Προπονητή της όμορης πόλης. Που πλέει πια σε πελάγη ευτυχίας. Μάλλον σε πελάγη Ανάπλασης.

Δεν τον νοιάζει τίποτα άλλο, δεν ενδιαφέρεται πια για κανένα πρόβλημα της πόλης του πέραν της ιστορικής Αναπλάσεως και βεβαίως του Παναργειακού. Τι κι αν το δημοτικό κοινωνικό παντοπωλείο υπάρχει ή δεν υπάρχει, τι κι αν το δημοτικό ξενοδοχείο «η Αργώ» στη Νέα Κίου διαλύεται, τι κι αν τα ΚΤΕΛ είναι παρανόμως τοποθετημένα με τις ευλογίες του, τι κι αν φωνάζει και γκρινιάζει ο λαός, η Δημαρχάρα τα γράφει όλα στ' αρχίδια της, δοξάζει μόνο την Ανάπλαση και σχεδιάζει το σύστημα που θα κατέβει η ομάδα με τον Πανελευσινιακό.

Είναι σίγουρο πάντως πως η Ανάπλαση, έτσι όπως πάει, για λόγους τακτικής και μόνο, θα κρατήσει πολύ καιρό. Ίσως και μέχρι τις επόμενες δημοτικές εκλογές. Είναι το καλύτερο άλλοθι και η πιο έξυπνη δικαιολογία δια πάσαν νόσον και πάσα μαλακία. Και γαμάει και σαν πολιτικό σύνθημα. Καμπόσος, ο ανα-Πλαστήρας του Άργους!

Αυτά βλέπει όμως ο κόσμος στην Αργολίδα και τρελαίνεται. Γι αυτό όπως γράφουν τα έγκυρα δημοσιογραφικά μέσα του νομού αυξάνεται η χρήση ναρκωτικών ουσιών και δή χαπιών στην περιοχή μας. Γι αυτό στο στρατόπεδο της πόλης, όπως καταγγέλουν οι ίδιοι οι φαντάροι, τραγουδάνε σκληρά και πολεμοχαρή στρατιωτικά άσματα, γεμάτα εθνική περηφάνια, απαράμιλλο θάρρος και εκδίκηση για τους εχθρούς του έθνους, τα βιζματόπαιδα του παραμεθώριου ΚΕΜΧ.

Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις. Άνθρωποι πρότυπα που ζούν ανάμεσά μας. Πολιτικοί ταγοί, σύμβολα εργατικότητας και αυτοθυσίας. Όπως ο ακούραστος Έντι. Ο αντιδήμαρχος του Αναπλιού. Ο κατά κόσμον Γιώργος Μπουζαλάς Ο γνωστός και ως Έντι ο Σούπερμαν. Αυτός που βλέπαμε όλο τον χειμώνα να μαζεύει με τα ακούραστα χεράκια του όλα τα σκουπίδια και τις βρωμιές από τα ρέματα της περιοχής για να μην υπερχειλίζουν. Και αυτά τα μαλακισμένα, με την πρώτη δυνατή βροχή, τελείως αντιπολιτευτικά, πήγαν και υπερχείλισαν...

Με αυτά και με αυτά, δεν είναι να απορείς που ο 3ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Γελοιογραφίας 2015 ξεκινάει στα μέρη μας. Θα είμαστε μάλλον πηγή έμπνευσης για πολύ κόσμο.



Κείμενο: Mario Vagman
Σκίτσο: Γελοιογραφία της εβδομάδας (30-9-11) από την εφημερίδα ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Τις Απόκριες ντύνομαι μαλάκας

Ένεκα λόγων διάφορων, μια μεγάλη μερίδα αυτοχθόνων ιθαγενών, ίσως μία από τις μεγαλύτερες της χώρας, αναλογικά του πληθυσμού της πόλης, δεν ντυνόμαστε μασκαράδες τις Απόκριες.


Βασικώς δεν γουστάρουμε. Άλλους μας τρώει η σοβαροφιγούρα της περπατησιάς, άλλους τα οξέα συντηρητικά των κοντινών μας μπαλκονιών, άλλους η αιώνια αμφιβολία της παραμονής μας εδώ και άλλους η μόνιμη υγρασία των εγκεφαλικών μας συνάψεων.

Απλές προφάσεις είναι όμως όλα αυτά. Φτηνές δικαιολογίες που χρησιμοποιεί ο καθένας με δικά του λόγια, απλά για να κρύψει τη βαρεμάρα του να προσποιηθεί γι' άλλη μια μέρα ή νύχτα, κάποιον άλλον. Ο ρόλος του εαυτού μας, που για χρόνια σκαλίζουμε με μόνο στόχο την φιλήσυχη επιβίωσή μας ανάμεσα σε αυτό το θαυμάσιο κοινωνικό σύνολο, είναι η καλύτερή μας κάλυψη. Καμία μάσκα δεν μπορεί πια να κάνει καλύτερη δουλειά. Είναι περιττή και παίζει να μας ζεσταίνει εκνευριστικά και τη μούρη.

Έτσι λοιπόν, φορώντας τα συνηθισμένα μας ρούχα, άντε και λίγο καλύτερα καθότι γιορτές έχουμε, κυκλοφορούμε τις Απόκριες ανάμεσα στους μασκαράδες, ντυμένοι με την παραδοσιακή και καθημερινή μας φορεσιά. Ντυμένοι μαλάκες. Όπως ακριβώς μας γνωρίζει ο αυτόχθων κοινωνικός μας περίγυρος.

Γιατί αν σε κάτι φημίζεται αυτή η πόλη, αν κάτι μοναδικό τέλος πάντων της συμβαίνει, δεν είναι άλλο, πέρα από αυτή την ισορροπιστική μηχανή που γεννά στη κοινωνία της ολοένα και περισσότερους μαλάκες. Λίγο τα εθνικά κουσούρια και επίθετα που κουβαλάμε και φωνάζουμε πάντοτε αυτούσια και χωρίς περαιτέρω επεξεργασία, λίγο η έλλειψη λεξιλογίου άρα και υβρεολογίου, λίγο η αλήθεια, λίγο η μετριότητα που καθησυχάζει τις ζωές μας, μαλάκες είμαστε, γινόμαστε ή κρινόμαστε σχεδόν όλοι. Αν προσθέσεις και αυτήν την αφ'υψηλού αντίληψη του Ναυπλιέα, αυτό το αόρατα ξεχωριστό συναίσθημα της αστικής καλλιεργείας του και της ενδόξης ιστορίας του, που ως δια μαγείας αφορά μόνο αυτόν τον ίδιο λες και οι υπόλοιποι γύρω του αποτελούν μεταναστευτικό ρεύμα Βησιγότθων, τότε ο μαλάκας ακόμα και να μην υπάρχει, πρέπει να εφευρεθεί.

Γιατί ο μαλάκας αποτελεί το σωσίβιο όλων. Ο μαλάκας δεν είναι μια σκέτη ιδιότητα. Δεν είναι ένας απλός χαρακτηρισμός. Είναι κοτζάμ κοινωνικό λειτούργημα. Είναι το γλυκό νανούρισμα των αυτοχθόνων μαζών. Το να είσαι μαλάκας στα μέρη μας, είναι λόγος για να καμαρώνεις. Κρατάς και σύ τον κοινωνικό ιστό της μικρής μας κοινότητας άρρηκτα δεμένο και επαναπαυμένο. Προσφέρεις σε συνανθρώπους, συμπολίτες και συνδημότες σου, θέλεις, δεν θέλεις, την ανακούφιση μιας κάποιας μη κατωτερότητας και το ψυχαγωγικό άθλημα του κοινωνικού σχολιασμού.

Ο μαλάκας επομένως, ο κάθε μαλάκας, μικρός, μεγάλος, δεν έχει σημασία, είναι αξία ανεκτίμητη για τον τόπο μας.

Γι' αυτό κι εγώ, πάντοτε τις Απόκριες, ντύνομαι μαλάκας και βγαίνω.



Κείμενο: Mario Vagman

Φωτογραφία: "Αfter the Carnival" Alan King

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Οι ευεργετικές συνέπειες της φόλας

Πάει καιρός από τότε που είχαμε να δούμε ομαδικές φόλες στην πόλη μας. Μας είχαν λείψει πραγματικά.

Οι φόλες άλλωστε είναι πολύ χρήσιμες για τη εύρυθμη λειτουργία κάθε πόλης και ανά τακτά χρονικά διαστήματα πρέπει να λειτουργούν προς όφελος της τοπικής οικονομίας και όχι μόνο . Ειδικά σε πόλεις με τουριστικό προσανατολισμό σαν και του λόγου μας και ειδικότερα λίγο πριν από μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις, όπως η τρελή και ξέφρενη αναπλιώτικη αποκριά.

Οι φόλες, κατά πρώτον, καθαρίζουν αποτελεσματικά την εικόνα της πόλεως που με τη παρουσία δεκάδων αδεσπότων είναι τουλάχιστον προσβλητική και αντιτουριστική για το πλήθος των προβάτων και γιδιών, συγνώμη επισκεπτών, που αναμένεται να την κατακλείσουν.

Είναι κοινώς παραδεκτό πως μεγάλο μέρος της τουριστικής κρίσης που περνάει το Ναύπλιο, είναι η παρουσία μεγάλου αριθμού αδεσπότων μέσα στον αστικό του χώρο.
Επομένως τα αδέσποτα είναι ιδιαιτέρως ζημιογόνα για όλους μας και εξαιτίας τους δεν έχουν γίνει τα απαραίτητα βήματα για την εκτόξευση της πόλης σε τουριστικό παράδεισο. Τα αδέσποτα σταμάτησαν το τρένο στην Αργολίδα. Αυτό το γνωρίζουν και το αναγνωρίζουν οι πάντες. Τα αδέσποτα κλείνουν το ένα κατάστημα πίσω από το άλλο. Τα αδέσποτα αυξάνουν τις τιμές του καφέ και της χωριάτικης σαλάτας. Ερημώνουν σημεία, σπάνε λάμπες, δεν μας αφήνουν να χτίσουμε δημόσιες τουαλέτες, μας κάνουν χώρους στάθμευσης τα σχολεία, κλείνουν τα λιμάνια, βάζουν χωματερές δίπλα από τις παραλίες μας, γεμίζουν με ρυπογόνα σκατίλα την ατμόσφαιρά μας, πεζοδρομούν δρόμους χωρίς κανένα νόημα, ανοίγουν παντού και μόνο γιαουρτάδικα και επιτρέπουν, για να μην πούμε επιβραβεύουν, να αραχνιάζουν μεγάλα τουριστικά ακίνητα. Τα αδέσποτα είναι αυτά που δεν αφήνουν τους επαγγελματίες να αποφασίσουν από κοινού μια ενιαία πολιτική προώθησης της πόλης. Τους σπέρνουν το μικρόβιο της διχόνοιας και του προσωπικού συμφέροντος με αποτέλεσμα η πόλη ολοένα να βουλιάζει. Τα αδέσποτα γεμίζουν κρυφά με άμμο κάθε βράδυ το βυθό της θαλάσσης, με μόνο στόχο να μην καταφέρουμε να κάνουμε λιμάνι κρουαζιέρας. Εμποδίζουν μανιασμένα μια οργανωμένη ξενάγηση σε όλα τα αρχαιολογικά σημεία του Δήμου Ναυπλιέων και κυρίως και βασικώς οπισθοδρομούν τις τουριστικές μας υπηρεσίες και τα τουριστικά γραφεία του Ναυπλίου. Ιδίως τα δημοτικά.

Πέρα όμως από τις ευεργετικές συνέπειες της φόλας στην τουριστική εξέλιξη μιας περιοχής, η φόλα ανανεώνει ριζικά το έμψυχο δυναμικό μιας πόλης. Μπορεί να σκοτώνει αναγκαστικά αρκετά αδέσποτα, ίσως και οικιακά ζώα, αλλά ανοίγει τον αστικό χώρο για να έρθουν άλλα, καινούρια, πρωτόγνωρα, με διαφορετικούς χαρακτήρες και συνήθειες ζώα, ζώα που πρόκειται να αφήσουν στην τύχη τους οι πολιτισμένοι και καλά στοχευμένοι από την άρτια τουριστική μας πολιτική, επισκέπτες μας. Γι αυτό ας μην θρηνούμε τόσο υποκριτικά για τις ψυχές που χαθήκαν άδικα και στυγερά. Θα ρθούνε άλλες και πριν καλά-καλά το καταλάβουμε, το συναισθηματικό μας κενό θα έχει αναπληρωθεί. Οι φιλεύσπλαχοι Τσιμεντόβλαχοι τουρίστες που αναμένεται για άλλη μια χρονιά να σκάσουν κατά κυμάτα, θα μας γεμίσουν με πληθώρα νέων αδεσπότων, που ευτυχώς για εμάς, δεν τα χρειάζονται πια. Με αυτό τον τρόπο, φροντίζουν να ανανεώνουν την καθημερινότητα του Ναυπλίου, μια ομολογουμένως αρκετά βαρετή καθημερινότητα, και μετά τις εορτές. Μέχρι βεβαίως τις επόμενες εορτές, μάλλον κατά Πάσχα μεριά, που θα σκάσουν νέες ευεργετικές φόλες.

Το σημαντικότερο όμως όλων, η μεγαλύτερη προσφορά της φόλας στη ναυπλιακή κοινωνία, είναι το θείο δώρο της αυτογνωσίας. Η φόλα καταφέρνει και μας υπενθυμίζει, κάθε φορά που δρά, πως ανάμεσά μας ζούνε κυνικοί δολοφόνοι. Συμπολίτες μας που χαιρετίζουμε, λέμε τα νέα μας και ίσως κάνουμε και παρέα. Μπορεί να είναι η κυρία μπροστά μας, στην ουρά του σούπερ μάρκετ. Ο απέναντι γείτονας. Ένας ταμίας, μια ψιλικατζού, ένα περιπτεράς ή ακόμα ένας μεγαλοσχήμων δικηγόρος. Ένας γιατρός ή αρχιτέκτονας. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να είναι. Ένοχος δεν έχει βρεθεί ποτέ άρα κατηγορούμενοι είμαστε όλοι μας. Η φόλα μας αφυπνίζει λοιπόν. Μας αναγκάζει να σκεφτόμαστε σε τι κοινωνία ζούμε. Μας εσωτερικεύει και μας κάνει καχύποπτους και μαζεμένους. Όπως πρέπει κανονικά να είμαστε για να επιβιώσουμε. Όπως ταιριάζει σε μια αναπτυσσόμενη κοινωνία σαν και τη δική μας.

Μια κοινωνία ζούγκλα.