"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Έρχεται ο σωτήρας, καβάλα στ’ άλογο

Το Παλαμπούρτζι των εκλογών

Πλατεία Πρόνοιας, εθνικές εκλογές 1990. Οι τρίτες κατά σειρά μέσα σε ένα χρόνο. Μήνας Απρίλιος και ο καιρός υπέροχος. Μεσημεράκι. Ώρα περίπου μία.

Στην πόρτα του 3ου δημοτικού σχολείου, του εκλογικού κέντρου δηλαδή, στέκονται χαμογελαστοί και καλοντυμένοι γαλάζιοι, πράσινοι, κόκκινοι και πολύχρωμοι κόκκοι της πολιτικής σκέψης εκείνης της εποχής και αυτού του τόπου. Υποψήφιοι βουλευτές, κομματάρχες, τοπικοί γραμματείς, κομματικοί υπάλληλοι υψηλής και κοινωνικής αμοιβής, υπάλληλοι για ένα κομμάτι ψωμί και ούτω καθεξής.

Γύρω από το σχολείο και την πλατεία είναι μαζεμένες παρέες ψηφοφόρων, άλλες αυτόνομες, άλλες αναμεμειγμένες με τους κομματανθρώπους, όλες όμως χωρίζονται με βάση την χρωματική αφοσίωση των ανωτέρων κόκκων τους.

Και ενώ οι κομματάνθρωποι πουλάνε απόλυτα προσηλωμένοι και με μικροαστική ευλάβεια την κομματική πραγμάτεια τους, χαιρετίζουν εγκάρδια όλους όσους πάνε για να ψηφίσουν και κόβουν από την κορυφή μέχρι τα νύχια αυτούς που μόλις ψήφισαν για να μαντέψουν την επιλογή τους, οι παρέες των ψηφοφόρων, τουλάχιστον οι αυτόνομες, σπαρμένες στο χώρο, συζητούν περί ιδεολογικών ανέμων και κομματικών υδάτων, συζητήσεις βεβαίως που οδηγούν πάντα στην αυτοεπιβεβαίωση της πολιτικής πεποίθησης του καθενός.

Και τότε, μέσα στην εκλογική κατάνυξη του τοπίου, σκάει από το πουθενά μια προνοιώτισσα γιαγιά, με μαλλί φουντωτό και βαμμένο, αυτό το ανοιχτό πορτοκαλί των γιαγιάδων ασορτί με τρίχες αραιές. Με μια μόνιμη λοιπόν πορτοκαλί ηλεκτροπληξία στο κεφάλι, λαική σαγιονάρα για πατούμενο και μια ρόμπα ριγωτή, κάτι μεταξύ νυχτικιάς και στολής πλυσίματος, πλησιάζει με αργά βήματα μια παρέα γνωστών που κάθεται στη μέση της πλατείας και σε μια παύση της κουβέντας τους, η γιαγιά βρίσκει την ευκαιρία, σηκώνει τον δείκτη του δεξιού της χεριού και διδακτικά τους λέει:

«Όπως λέγαν οι παλιοί, θα έρθει η ώρα, που σαν το έθνος κινδυνέψει, θα γυρίσει πίσω για να μας κυβερνήσει και να μας σώσει, ο εξαδάχτυλος βασιλιάς, καβάλα στ' άλογό του»

Αυτό το τελευταίο, το «καβάλα στ' άλογό του» η γιαγιά το είπε ελαφρώς πιο χαμηλόφωνα αλλά παθιασμένα, σχεδόν ερωτικά. Ίσως της ξέφυγε της καψερής μια υφέρπουσα ερωτική έλξη των νεανικών της χρόνων προς τον ανέμελο ιππέα, τότε που ήταν ωραία και παιδούλα, σαν παλαιά ρουβίτσα του στέμματος. Ίσως όμως, και μάλλον πιο πιθανόν, η πορτοκαλομαλλούσα και ρομποφόρα κυρία μετά σαγιονάρας, ποτισμένη με την ελληνορθόδοξη παραφιλολογία του Καζαμία, μόνιμο ανάγνωσμα και βασική πνευματική τροφή των γιαγιάδων της Πρόνοιας, είχε πλάσει το δικό της παραμύθι για τον προσωπικό της σωτήρα. Μέσα από εικόνες επικών ηρώων, χριστιανών αυτοκρατόρων, κλεφτών της Επανάστασης, αγίων που φονεύουν θηρία και πολεμοχαρών βασιλέων, μέσα από αυτό το αταίριαστο μείγμα ιστορικών σκιών, κάθε Σωτήρας εμφανίζεται στο νού της έχοντας ως μόνη απόδειξη της σωτηριολογικής του ικανότητας, το άλογό του. Είναι το σταθερό μοτίβο του. Εξ'ού λοιπόν και ο ειδικός επιτονισμός επί του μεταφορικού μέσου.

Η παρέα πάντως δεν έδειξε να επηρεάζεται ιδιαίτερα από την σοφή της ρήση ούτε το θεατρικό φινάλε της. Άλλοι δεν μίλησαν καθόλου ενώ οι πιο ευγενείς χαμογέλασαν συγκαταβατικά. Κανείς βέβαια δεν έφερε αντίρρηση δημόσια. Είναι άλλωστε γνωστό πως η Πρόνοια, ένεκα λαική συνοικία, περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή της πόλης, δείχνει κατατί σεβασμό σε τέτοιου είδους εθνικές παπαρίτσες. Στη Πρόνοια ζούν αρμονικά με την πραγματικότητα εδώ και χρόνια, μαρμαρωμένοι βασιλιάδες, προφητείες, μύθοι, δοξασίες, θαύματα αμφιβόλου αξιοπιστίας και προέλευσης, ξανθά γένη που επι ματαίω περιμένουμε 200 περίπου χρόνια να μας σώσουν και κάθε είδος παραφιλολογικής σοφίας.

Οι γενιές όμως είχαν αλλάξει και τα πρότυπα σωτηριολογικής μυθοπλασίας είχαν εξελιχθεί. Οι σωτήρες δεν καβαλούσαν πλέον άλογα και άλλα τινά παράλογα. Καβαλούσαν μόνο πολυτελή τζιπάκια, λιμουζίνες, μπεμβέ, μερσεντές, αεροπλάνα, ταχύπλοα και πολιτικά μπαλκόνια. Και είχαν και πέντε δάχτυλα σε κάθε πόδι. Όχι έξι.

Και εδώ τελειώνουν όλες κι όλες τους οι διαφορές. Εδώ σταματά όλη η εξέλιξη της νεοελληνικής πολιτικής σκέψης. Επί του μεταφορικού μέσου δηλαδή και του ενός παραπανίσιου δακτύλου. Καθώς σ' όλα τ' άλλα, οι δύο ιστορίες, τα δύο πρότυπα τελοσπάντων, το ένα της γιαγιάς και το άλλο της μοντέρνας παρέας που σνόμπαρε ευγενικώς τη γιαγιά, ήταν δομικά ακριβώς τα ίδια. Βγαλμένα από την ίδια μήτρα πολιτικής συνείδησης. Ένας σωτήρας κι ένα ωραίο παραμυθάκι να πλαισιώνει την Ιστορία του. Μπορεί ο ένας σωτήρας να προσέφερε μια σωτηρία ντυμένη με εξωλογικά ή μεταφυσικά στοιχεία και ο άλλος με κανονικότα ψέμματα αλλά στην ουσία και τα δύο παραμύθια ήταν. Άσε που και και στις δυό ιστορίες υπήρχε πάντοτε η συνθηματολογική και πατροπαράδοτη ηθικοιστορική δικαίωση του πολύπαθου Γένους που κατέληγε να είναι μια κενολογία με κούφιες υποσχέσεις.

Και το ιστορικό υποκείμενο; Ο περιούσιος ελληνικός λαός; Και στις δύο δήθεν διαφορετικές εκδοχές, μονίμως απών. Άβουλος και ανίκανος να διαμορφώσει τη μοίρα του, μικρός κι ελάχιστος απέναντι σ' αυτόν το μεγάλο και κακό κόσμο, καθήμενος αναπαυτικά στον καναπέ του, λίγο πριν του τον πουλήσουν και αυτόν οι σωτήρες του, άλλοτε να προσεύχεται κι άλλοτε να βρίζει για τα δεινά που τού λαχαν ή γι' αυτούς που τον κορόιδεψαν ξανά.

Και σήμερα, που κάτι δείχνει να αλλάζει, που τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα πείνασαν το πλήθος κι απέμεινε βουβό, κλεισμένο στο σπίτακι του, μακριά από τις έρημες πια προεκλογικές συνάξεις, τίποτα στην ουσία δεν έχει αλλάξει. Το πρότυπο παραμένει ακόμα ακριβώς το ίδιο. Το πλήθος κάθεται κρυμμένο μπροστά στην οθόνη του και πάνω από την κάλπη του και όλο βρίζει και προσεύχεται. Βρίζει τον άλλον, τον απέναντι, τον κάθε απέναντι και προσεύχεται να φανεί επιτέλους ένας Σωτήρας και ας είναι και καβάλα στ'άλογο.

Κι έπειτα πάλι, ραντεβού στους καναπέδες. Βρισίδια, νηστεία και φυσικά προσευχή.



Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Γιατί κουτσομπολεύουμε…

Φτάσαμε λοιπόν στα μισά του Γενάρη, λίγο πριν ο καιρός Φλεβαρίσει και κάνει ξαστεριά, δυστυχώς όχι σαν αυτή του άσματος, παρά τις προσδοκίες κάποιων αφελών, αλλά σαν την άλλη, την ολότελα δική μας, με τους δυνατούς πάγους και τον θόρυβο των ανεμομεικτών του κάμπου να μας νανουρίζουν μέσα στα ήσυχα βράδυα του Φλεβάρη καθώς τσακάλια, λύκοι, αλεπούδες και κάθε λογής άγρια ζώα θα κυκλοφορούν στους έρημους και βραδυνούς δρόμους του Ναυπλίου για να κάνουν παρέα στις δυστυχείς γάτες και τους καταθλιπτικούς σκύλους της πόλης που θα νιώθουν την καθιερωμένη τους φλεβαρινή μοναξιά.


Πρίν φτάσουμε όμως στον τελευταίο μήνα του φετινού χειμώνα, θα κάνουμε μια αναγκαία στάση, έτσι για να ξεπιαστούμε, για να έχουμε κάτι επιτέλους να κουτσομπολέψουμε και εμείς πέρα από τον στενό ή ευρύ κοινωνικό μας κύκλο. Στάση λοιπόν εθνικές εκλογές.

Οι εκλογές ήρθαν σαν λύτρωση για όλους τους αυτόχθονες ιθαγενείς. Ειδικά φέτος που ο καιρός, για άλλη μια φορά, δεν μας έκανε τη χάρη να ρίξει μια σταλίτσα χιόνι. Έτσι για να χαρούμε και μεις λιγάκι. Δεν ξέρουμε αν μας το κρατάει έκπληξη για τη συνέχεια αλλά μέχρι τώρα, ενώ κοτζάμ ακτές, ποτάμια και αρχαία θέατρα παγώσανε στα πέριξ, εδώ τίποτα.

Και δεν είναι μόνο το συμβολικόν του πράγματος. Αυτό το κοινότοτοπον περί της άσπρης μέρας που δεν πρόκειται να δούμε. Αφού χιονίσει, δεν χιονίσει, εμείς αυτήν την άσπρη μέρα δεν πρόκειται, έτσι κι αλλιώς να την συναντήσουμε. Γιατί πρώτον και κύριον, εμείς οι ίδιοι δεν την θέλουμε.

Αλλά το χιόνι το θέλουμε, έστω και χωρίς συμβολισμό. Μπορεί για κάποιους να είναι βάσανο, δεν λέω. Να κάνει την πόλη αργοκίνητη, κρύα και ακόμα πιο εσωστρεφή. Αλλά δεν θα είχε πλάκα να βλέπεις μεγαλοκύριες στο μεγάλο δρόμο και την πλατεία συντάγματος να πατινάρουν άναρχα και χαοτικά; Να συγκρούονται μπροστά στο πάγκο με τα ζαρζαβατικά στη λαική αγορά; Να φεύγουν τσάντες με ψώνια στον αέρα και στα πεζοδρόμια να περπατάνε όλοι σαν ανισόρροποι ακροβάτες; Δεν θα χανόταν για λίγο αυτό το καθωσπρέπει; Ο έλεγχος του σώματος; Αυτός ο αυτόματος πιλότος κανονικότητας που βασιλεύει μέσα στη καθημερινότητα της πόλης;

Κι έπειτα είναι και αυτή η ανεκπλήρωτη παιδική επιθυμία των αυτοχθόνων. Η στέρηση του χιονιού ως παιδικό παιχνίδι. Οι χιονόμπαλες, οι χιονάνθρωποι, ο χιονοπόλεμος και όλα τα συνακόλουθα που τα είχε μόνο ως σπάνιο δώρα ανά δεκαετία ή στις εξορμήσεις των γονιών του στα γύρω βουνά. Με τι να παίξει δηλαδή ο μικρός αυτόχθων τον χειμώνα; Με την υγρασία;

Η αναζήτηση της παιδικότητας πάντως δεν αποτελεί πρόβλημα για την πόλη. Αυτό το θέμα το έχει λύσει προ πολλού. Οικογενειοκρατία λέγεται και κυριαρχεί σε κάθε μήκος και πλάτος της περιοχής. Μεγαλώνεις, παντρεύεσαι κάνεις οικογένεια, παιδιά, ξαναζείς τα παιδικά σου χρόνια μέσα από τα μάτια και τις συνήθειες της κόρης και του γιού σου και η πόλη φροντίζει να στα έχει όλα έτοιμα και στη θέση τους. Οι υπόλοιποι συμπολίτες σου απλά φυτοζωούν γύρω σου. Ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει μόνο για σένα και την οικογένειά σου. Τόσο απλά, ήρεμα και κανονικά.

Απομένει λοιπόν σαν κερασάκι στη τούρτα, να δείς έξω από το παράθυρό σου, εκεί που κάνει ψοφόκρυο και όλη η χώρα έχει ντυθεί στα λευκά, έστω μια νιφάδα χιονιού. Μια νιφάδα μη κανονικότητας. Ένα ίχνος ανωμαλίας. Κάτι άλλο βρε αδερφέ.

Γιατί αν κάτι συμβολίζει το χιόνι σε αυτή την πόλη, δεν είναι ούτε η αναμονή μιας άσπρης μέρας, ούτε η στερημένη παιδικότητά της. Είναι η ανάγκη για κάτι διαφορετικό, για μια αλλαγή του ίδιου και του ίδιου σκηνικού.

Και κάπως έτσι, εκεί που είχαμε χάσει κάθε ελπίδα, εκεί που θα μας έτρωγε η υγρή μας βαρεμάρα μέχρι την άνοιξη, εκεί που θα τελείωναν όλα τα κουτσομπολιά της πόλης και θα ανακυκλώναμε τα ίδια και τα ίδια για να περάσει η ώρα, έπεσαν σαν μάνα εξ'ουρανού μπροστά στα πόδια μας, οι εθνικές εκλογές. Κι αρχίσαμε την σοβαρή πολιτική συζήτηση.

Ποιοί θα κατέβουν υποψήφιοι, πότε θα κλείσουν τα ψηφοδέλτια των κομμάτων, ποιοί έχουν μπάρμπα στη Κορώνη για να μπουν, ποιοί τρώγονται, ποιοί προωθούνται, πόσα πισώπλατα μαχαιρώματα γίνονται, ποιοί και ποιές είναι ωραίοι και ωραίες, ποιός βιζματώνει καλύτερα, ποιά χωριά, πόλεις και σόγια ολόκληρα είναι με ποιόν, ποιός τα λέει καλύτερα με τον αρχηγό, ποιούς υποστηρίζουν οι δημοτικές παρατάξεις, οι δημάρχοι κι οι συμβούλοι, ποιός στέλνει τα καλύτερα μηνύματα στο κινητό, πού τα βρίσκει τα γαμημένα τα νούμερά μας, ποιός σκάει τα περισσότερα λεφτά για προεκλογική εκστρατεία, πού τα βρήκε, πόσο γλίτσας ήταν στη ζωή του για να ανέβει στην κομματική ιεραρχία, ποιός θα νικήσει, με πόσους ψήφους διαφορά, τί λένε τα στοιχήματα και οι προβλέψεις των σοφών των καφενείων;

Υλικό μπόλικο λοιπόν προς επεξεργασία, ανάλυση και βαθειά πολιτική σκέψη. Η μεταφορά του σκηνικού της πολυκατοικίας, της γειτονιάς και της πόλης στον τοπικό πολιτικό στίβο. Ο κοινωνικός σχολιασμός στο ένδοξο πεδίο της πολιτικής ζωής. Αληθινή πνευματική ανανέωση για όλους.

Τί να το κάνουμε το χιόνι επομένως; Γιατί να αναγκαστούμε να ξεχάσουμε εξαιτίας του τις συνήθειες και την κανονικότητά μας; Προς τί η τόσο λαχτάρα να ξεφύγουμε λίγο από τη μίζερη μας ύπαρξη;

Αφού έχουμε τις εκλογές. Αυτές μας προσφέρουν απλόχερα αλλαγή κουτσομπολίστικου γηπέδου, άσκηση της αστυνομικής, υποχθόνιας και σουβλερής μας σκέψης, βαρύγδουπες αναλύσεις και αυτοεπιβεβαιώσεις των βεβαιοτήτων μας καθώς και ταχεία διάδοση κάθε πιθανής και απίθανης μαλακίας που πρόκειται να ακούσουμε. Έπειτα μπορούμε να επιστρέψουμε περιχαρείς, φρέσκοι, ορεξάτοι και κυρίως χορτάτοι από εξάσκηση στα καθημερινά μας κουτσομπολιά που θα έχουν στο μεταξύ ανανεωθεί και αυτά, ελέω προεκλογικού χρόνου.

Γιατί σύντροφοι τελικά, δεν είμαστε ανελέητα κουτσομπόληδες επειδή ζούμε σε μια μικρή κοινωνία που όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας και δεν έχουμε και πολλά πράγματα να κάνουμε.

Είμαστε κουτσομπόληδες γιατί πολύ απλά, είμαστε πολύ βαρετοί άνθρωποι.



Κείμενο: Mario Vagman

Φωτογραφία: palamidi.gr

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Ο σχετικός μας χρόνος

Πάλι καλά που υπάρχουν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά και καταλαβαίνουμε κάπως και εμείς οι Ναυπλιείς, πως ο χρόνος της πόλης κυλάει.

Γιατί πέρα της σημαδιακής ημέρας των γενεθλίων του κάθε αυτόχθονα ιθαγενή, που δείχνει κυρίως το πέρασμα των προσωπικών του χρόνων, αν δεν είχαμε την λαμπρή και παγκόσμια εορτή της Πρωτοχρονιάς, θα ήταν αρκετά πιθανό, αν όχι σίγουρο, πως θα ξεχνούσαμε σε ποια χρονιά ζούμε. Ίσως θα υπογράφαμε τα κατά καιρούς γραφειοκρατικά μας έγγραφα, τις υπεύθυνες δηλώσεις του νόμου 105, τις αγχώδεις πληρωμές μας, τις ευχετήριες κάρτες και τα γράμματα, βάζοντας μόνο το μήνα και την ημέρα, αφήνοντας κενό το έτος.

Γιατί άλλο τα χρόνια σύντροφοι, άλλο τα προσωπικά, εμπειρικά χρόνια του καθενός και άλλο η χρονιά, ο χρόνος ή το έτος. Καθότι ο χρόνος είναι συλλογικό και κοινωνικό φαινόμενο και όχι ατομικό, αλληλοεπιδραστικό που λένε και οι ειδικοί, μα πάνω απ' όλα σχετικό.

Και σε αυτή την πέτρινη γωνιά της γής, αυτή η χρονική σχετικότης έχει αποφασίσει να κυλάει ανάμεσά μας αραιά και πού, σαν τους χιονισμένους χειμώνες μας. Κάθε δέκα με είκοσι χρόνια. Να κάνει τον κύκλο της, να αλλάζει δήθεν μου κάπως το μεσαιωνικό μας τοπίο και το μεσαιωνικό μας μυαλό, και να επιστρέφει ιδία και απαράλλαχτη.

Σαν την αδιάκριτη ματιά μας. Πού φοράει πάντοτε τις διάφορες αστικές πόζες των εποχών και των μοδών αλλά στο βάθος της παραμένει πάντοτε δήθεν, καχύποπτη και κουτοπόνηρη.

Όπως και η λεωφόρος Αμαλίας. Που την γκρεμίσαμε περιχαρείς για να την ξαναχτίσουμε με τουριστικές τυμπανοκρουσίες και αντιαυτοκινητιστικά διαγγέλματα. Και τελικά απλά της αυξήσαμε το πεζοδρόμιο μερικά εκατοστά. Και τα αυτοκίνητα ακόμα εκεί. Λιγότερα μεν αλλά εκεί. Και οι Ναυπλιώτες, σαν έτοιμοι από καιρό, να κλωθογυρίζουμε πάνω της, στα ολοκαίνουρια πλακάκια της, για να βρούμε μια καλή θέση να παρκάρουμε. Μπορούν όμως μερικά εκατοστά πεζόδρομου να μας αλλάξουν τον χρόνο; Δεν μπορούν.

Και μετά σου έρχονται και οι εκλογές. Μα πόσες φορές πια; Και δώστου πάλι, μές τα καλά καθούμενα, εκεί που πίναμε ανέμελοι τον πλαστικό καφέ μας, να ξυπνάει πάλι μέσα μας ο ραγιάς και να ψάχνουμε απεγνωσμένα τον βουλευτή-μπέη μπας και μας βολέψει. Να προσπαθούμε μέσα από φήμες και ψιθύρους να βρούμε τον νικητή, τον ισχυρό, τον άρχοντα, τον γνωστό, που θα μας βάλει στο νέο του κομματικό τσιφλίκι. Για να υπάρξουμε και εμείς κοινωνικά. Να επιβιώσουμε. Και ας ακούμε γύρω μας πως όλα αυτά δεν γίνονται πια. Πως η κρίση σταμάτησε τα ρουσφέτια. Μωρέ γίνονται και παραγίνονται, απαντάμε. Κι αλήθεια λέμε. Ακόμα όμως και να μην λέγαμε αλήθεια, ακόμα και να ήταν μια λανθασμένη εντύπωση του πελατειακού μυαλού μας, είναι σίγουρο πως θα εξαντλούσαμε και την τελευταία ρανίδα του αίματός μας για να το διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι. Και μέχρι τότε, σε όλους θα λέγαμε ναι. Την ξέρουμε καλά τη συνταγή. Μας την έχουν διδάξει σοφά οι παλιότεροι. Γιατί να δημιουργούμε εχθρούς και να κακοκαρδίζουμε ανθρώπους; Μικρή κοινωνία είμαστε άλλωστε, όλο και κάποιον από δαύτους μπορεί να χρειαστούμε στο μέλλον. Το σίγουρο είναι πάντως πως τώρα, έτσι βουβή, σιωπηρή και ήσυχη που είναι η εκλογική πελατεία, έτσι άφραγκοι και πεινασμένοι που είμαστε όλοι, μπορούμε να ελιχθούμε ακόμα πιο άνετα και αποτελεσματικά.

Όπως κάναμε και με τα σκουπίδια της Καραθώνας. Που κάποτε τα αδειάζαμε παρέα με τις γόπες στην αμμουδιά. Τώρα έχουμε αφήσει μόνες τους τις γόπες. Τα σκουπίδια μεταφέρθηκαν ελέω οικολογικής συνειδήσεως στο απέναντι βουνό. Μπορεί όμως μια τόση δα μετακόμιση να τσουλήσει τα χρόνια μας; Και αυτό το αστείο με την πλαζ που όλο πουλιέται και όλο δεν πουλιέται εδώ και δεκαετίες; Μήπως και αυτό δεν είναι σαν ένα ρολόι που πότε λειτουργεί και πότε σταματάει αλλά ο χρόνος του μένει πάντα ίδιος;

Σαν το ρολόι της Ακροναυπλίας. Το μνημείο που ενώνει τον προσωπικό με τον συλλογικό μας χρόνο. Πού πότε χτυπάει και πότε παύει. Έτσι κι αλλιώς όμως, κανείς πια δεν το ακούει γιατί μάλλον κανέναν δεν τον ενδιαφέρει να το ακούσει. Έχουμε τα δικά μας ρολόγια βλέπεις ο καθένας και υπολογίζουμε με ακρίβεια. Και κάποια στιγμή, εμφανίζεται και η Πρωτοχρονιά και όλα μπαίνουν στη θέση τους, αθόρυβα και τακτοποιημένα. Χρόνια, συμβάντα, αποστάσεις, περασμένα όνειρα και αναμνήσεις. Κυρίως αναμνήσεις.

Γιατί σ' αυτήν την πόλη, ένεκα αργόσυρτης χρονικής σχετικότητας,  αυτές έχουμε που λογαριάζουμε περισσότερο.





Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Π. Μαζαράκης από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου "Ο Παλαμήδης"