"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Έρχεται ο σωτήρας, καβάλα στ’ άλογο

Το Παλαμπούρτζι των εκλογών

Πλατεία Πρόνοιας, εθνικές εκλογές 1990. Οι τρίτες κατά σειρά μέσα σε ένα χρόνο. Μήνας Απρίλιος και ο καιρός υπέροχος. Μεσημεράκι. Ώρα περίπου μία.

Στην πόρτα του 3ου δημοτικού σχολείου, του εκλογικού κέντρου δηλαδή, στέκονται χαμογελαστοί και καλοντυμένοι γαλάζιοι, πράσινοι, κόκκινοι και πολύχρωμοι κόκκοι της πολιτικής σκέψης εκείνης της εποχής και αυτού του τόπου. Υποψήφιοι βουλευτές, κομματάρχες, τοπικοί γραμματείς, κομματικοί υπάλληλοι υψηλής και κοινωνικής αμοιβής, υπάλληλοι για ένα κομμάτι ψωμί και ούτω καθεξής.

Γύρω από το σχολείο και την πλατεία είναι μαζεμένες παρέες ψηφοφόρων, άλλες αυτόνομες, άλλες αναμεμειγμένες με τους κομματανθρώπους, όλες όμως χωρίζονται με βάση την χρωματική αφοσίωση των ανωτέρων κόκκων τους.

Και ενώ οι κομματάνθρωποι πουλάνε απόλυτα προσηλωμένοι και με μικροαστική ευλάβεια την κομματική πραγμάτεια τους, χαιρετίζουν εγκάρδια όλους όσους πάνε για να ψηφίσουν και κόβουν από την κορυφή μέχρι τα νύχια αυτούς που μόλις ψήφισαν για να μαντέψουν την επιλογή τους, οι παρέες των ψηφοφόρων, τουλάχιστον οι αυτόνομες, σπαρμένες στο χώρο, συζητούν περί ιδεολογικών ανέμων και κομματικών υδάτων, συζητήσεις βεβαίως που οδηγούν πάντα στην αυτοεπιβεβαίωση της πολιτικής πεποίθησης του καθενός.

Και τότε, μέσα στην εκλογική κατάνυξη του τοπίου, σκάει από το πουθενά μια προνοιώτισσα γιαγιά, με μαλλί φουντωτό και βαμμένο, αυτό το ανοιχτό πορτοκαλί των γιαγιάδων ασορτί με τρίχες αραιές. Με μια μόνιμη λοιπόν πορτοκαλί ηλεκτροπληξία στο κεφάλι, λαική σαγιονάρα για πατούμενο και μια ρόμπα ριγωτή, κάτι μεταξύ νυχτικιάς και στολής πλυσίματος, πλησιάζει με αργά βήματα μια παρέα γνωστών που κάθεται στη μέση της πλατείας και σε μια παύση της κουβέντας τους, η γιαγιά βρίσκει την ευκαιρία, σηκώνει τον δείκτη του δεξιού της χεριού και διδακτικά τους λέει:

«Όπως λέγαν οι παλιοί, θα έρθει η ώρα, που σαν το έθνος κινδυνέψει, θα γυρίσει πίσω για να μας κυβερνήσει και να μας σώσει, ο εξαδάχτυλος βασιλιάς, καβάλα στ' άλογό του»

Αυτό το τελευταίο, το «καβάλα στ' άλογό του» η γιαγιά το είπε ελαφρώς πιο χαμηλόφωνα αλλά παθιασμένα, σχεδόν ερωτικά. Ίσως της ξέφυγε της καψερής μια υφέρπουσα ερωτική έλξη των νεανικών της χρόνων προς τον ανέμελο ιππέα, τότε που ήταν ωραία και παιδούλα, σαν παλαιά ρουβίτσα του στέμματος. Ίσως όμως, και μάλλον πιο πιθανόν, η πορτοκαλομαλλούσα και ρομποφόρα κυρία μετά σαγιονάρας, ποτισμένη με την ελληνορθόδοξη παραφιλολογία του Καζαμία, μόνιμο ανάγνωσμα και βασική πνευματική τροφή των γιαγιάδων της Πρόνοιας, είχε πλάσει το δικό της παραμύθι για τον προσωπικό της σωτήρα. Μέσα από εικόνες επικών ηρώων, χριστιανών αυτοκρατόρων, κλεφτών της Επανάστασης, αγίων που φονεύουν θηρία και πολεμοχαρών βασιλέων, μέσα από αυτό το αταίριαστο μείγμα ιστορικών σκιών, κάθε Σωτήρας εμφανίζεται στο νού της έχοντας ως μόνη απόδειξη της σωτηριολογικής του ικανότητας, το άλογό του. Είναι το σταθερό μοτίβο του. Εξ'ού λοιπόν και ο ειδικός επιτονισμός επί του μεταφορικού μέσου.

Η παρέα πάντως δεν έδειξε να επηρεάζεται ιδιαίτερα από την σοφή της ρήση ούτε το θεατρικό φινάλε της. Άλλοι δεν μίλησαν καθόλου ενώ οι πιο ευγενείς χαμογέλασαν συγκαταβατικά. Κανείς βέβαια δεν έφερε αντίρρηση δημόσια. Είναι άλλωστε γνωστό πως η Πρόνοια, ένεκα λαική συνοικία, περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή της πόλης, δείχνει κατατί σεβασμό σε τέτοιου είδους εθνικές παπαρίτσες. Στη Πρόνοια ζούν αρμονικά με την πραγματικότητα εδώ και χρόνια, μαρμαρωμένοι βασιλιάδες, προφητείες, μύθοι, δοξασίες, θαύματα αμφιβόλου αξιοπιστίας και προέλευσης, ξανθά γένη που επι ματαίω περιμένουμε 200 περίπου χρόνια να μας σώσουν και κάθε είδος παραφιλολογικής σοφίας.

Οι γενιές όμως είχαν αλλάξει και τα πρότυπα σωτηριολογικής μυθοπλασίας είχαν εξελιχθεί. Οι σωτήρες δεν καβαλούσαν πλέον άλογα και άλλα τινά παράλογα. Καβαλούσαν μόνο πολυτελή τζιπάκια, λιμουζίνες, μπεμβέ, μερσεντές, αεροπλάνα, ταχύπλοα και πολιτικά μπαλκόνια. Και είχαν και πέντε δάχτυλα σε κάθε πόδι. Όχι έξι.

Και εδώ τελειώνουν όλες κι όλες τους οι διαφορές. Εδώ σταματά όλη η εξέλιξη της νεοελληνικής πολιτικής σκέψης. Επί του μεταφορικού μέσου δηλαδή και του ενός παραπανίσιου δακτύλου. Καθώς σ' όλα τ' άλλα, οι δύο ιστορίες, τα δύο πρότυπα τελοσπάντων, το ένα της γιαγιάς και το άλλο της μοντέρνας παρέας που σνόμπαρε ευγενικώς τη γιαγιά, ήταν δομικά ακριβώς τα ίδια. Βγαλμένα από την ίδια μήτρα πολιτικής συνείδησης. Ένας σωτήρας κι ένα ωραίο παραμυθάκι να πλαισιώνει την Ιστορία του. Μπορεί ο ένας σωτήρας να προσέφερε μια σωτηρία ντυμένη με εξωλογικά ή μεταφυσικά στοιχεία και ο άλλος με κανονικότα ψέμματα αλλά στην ουσία και τα δύο παραμύθια ήταν. Άσε που και και στις δυό ιστορίες υπήρχε πάντοτε η συνθηματολογική και πατροπαράδοτη ηθικοιστορική δικαίωση του πολύπαθου Γένους που κατέληγε να είναι μια κενολογία με κούφιες υποσχέσεις.

Και το ιστορικό υποκείμενο; Ο περιούσιος ελληνικός λαός; Και στις δύο δήθεν διαφορετικές εκδοχές, μονίμως απών. Άβουλος και ανίκανος να διαμορφώσει τη μοίρα του, μικρός κι ελάχιστος απέναντι σ' αυτόν το μεγάλο και κακό κόσμο, καθήμενος αναπαυτικά στον καναπέ του, λίγο πριν του τον πουλήσουν και αυτόν οι σωτήρες του, άλλοτε να προσεύχεται κι άλλοτε να βρίζει για τα δεινά που τού λαχαν ή γι' αυτούς που τον κορόιδεψαν ξανά.

Και σήμερα, που κάτι δείχνει να αλλάζει, που τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα πείνασαν το πλήθος κι απέμεινε βουβό, κλεισμένο στο σπίτακι του, μακριά από τις έρημες πια προεκλογικές συνάξεις, τίποτα στην ουσία δεν έχει αλλάξει. Το πρότυπο παραμένει ακόμα ακριβώς το ίδιο. Το πλήθος κάθεται κρυμμένο μπροστά στην οθόνη του και πάνω από την κάλπη του και όλο βρίζει και προσεύχεται. Βρίζει τον άλλον, τον απέναντι, τον κάθε απέναντι και προσεύχεται να φανεί επιτέλους ένας Σωτήρας και ας είναι και καβάλα στ'άλογο.

Κι έπειτα πάλι, ραντεβού στους καναπέδες. Βρισίδια, νηστεία και φυσικά προσευχή.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου