"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Κάντε ησυχία, θα ξυπνήσετε την πνευματική ελίτ της πόλης!

Οδεύουμε ολοταχώς προς το πανέμορφο εαρινό μας Πάσχα.

Έναν από τους βασικούς λόγους δηλαδή που μένουμε ακόμα Ναύπλιο και δεν την έχουμε κάνει με ελαφρά πηδημάτια, ρίχνοντας μια ξεγυρισμένη μαύρη πέτρα σε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και μας εκνευρίζουν, μας ξενερώνουν και ενίοτε μας προκαλούν κατάθλιψη. Πού να τη βρούμε όμως τη μαύρη πέτρα να τη ρίξουμε; Ούτε η φύση δεν μας βοηθάει εδώ πέρα. Αν την βρίσκαμε πάντως, πιο πιθανό ήταν να προσπαθούσαμε να τη πουλήσουμε στο γιουρουρούμ της εμπορικής μας πόλης παρά να την χαρίζαμε καταγής στ' αμέτρητα σιχτίρια μας. Γιατί τέτοιοι είμαστε.

Και έχεις κι από πάνω τους λάτρεις της ναυπλιακής καθημερινότητας, που ο τόσο γρήγορος ερχομός της πασχαλινής γιορτής δεν είναι και ό,τι καλύτερο γι αυτούς. Γιατί φέτος, τα πάντα συμβαίνουν πριν καλά-καλά περάσουν τα προηγούμενα. Ούτε που πρόλαβαν τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες και οι καλές χρονιές να χωνευτούν και ήρθαν τα ξίγκια, τα μπριζολίδια, οι χοροί κι οι μάσκες της Τσικνοπέμπτης και των Αποκρεών. Ακολούθησαν ταχύτατα τα βροχερά Σαρακοστιανά της Καθαροδευτέρας χωρίς πλουμιστούς χαρταετούς αυτή τη φορά και πάλι καλά, δόξα τον Ηλία τον Ψινάκη, που ο καλός μας Δήμαρχος έστησε τον λιποκτόνο Μαραθώνιο, γιατί όπως πήγαιναν τα πράγματα δεν θα υπήρχε και πολύς στομαχικός χώρος για το κοκορετσάκι που έρχεται βιαστικό-βιαστικό να βουλώσει για πάντα τον πλούσιο εσωτερικό μας κόσμο.

Μέχρι τότε όμως, ας απολαύσουμε, σαν φιλοθεάμον και φιλότεχνο κοινό που είμαστε, τις 40 χαριτωμένες γελοιογραφίες που είναι επί σπάγκου κρεμάμενες και αφ'υψηλού τοποθετημένες, σαν τις μύτες μερικών εξ'ημών, στα σοκάκια της παλιάς πόλης.

Τα έργα του Πανελληνίου Διαγωνισμού Γελοιογραφίας θα τα απολαμβάνουμε μόλις 2 εβδομάδες κι έπειτα, θα ξεκρεμαστούν και θα μας αφήσουν με το κενό της ατομικής και συλλογικής μας γελοιογραφίας ή μάλλον γελοιότητας. Για δύο εβδομάδες θα μας επιτρέπουν το άλλοθι ενός κάποιου αυτοσαρκασμού και μιας επιφανειακής, ως συνήθως, καλλιτεχνικής ανησυχίας που διέπει τμήμα του «ανωτέρου» πληθυσμού της πόλης.

Τα χαριτωμένα έργα βεβαίως δεν φέρουν καμία ευθύνη για το πνευματικό δήθεν της κοινωνικής μας ελίτ και η ιδέα της επί σπάγκου τοποθέτησής τους αποτελεί σύλληψη κορυφαία, παρόλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν πιο χρήσιμα για τη ζωή της πόλης. Να συνδύαζαν τρόπον τινά το τερπνόν μετά του κοινωνικού ωφελίμου.

Δεν θα τα διόλου άσχημο δηλαδή στη μέση της Αμαλίας, εκεί που ξεκινάει η λαμπρή πλακόστρωση, ο τάφος του αρχαίου τείχους για να μην ξεχνιόμαστε, να κρέμεται γελοιογραφικώς κι αφ'υψηλού, ένας νεαρός, κοντά στα 30, με μάτια μπλαζέ, αδιάφορα και Ναυπλιώτικα, με αυτό το βλέμμα το σε βλέπω αλλά δεν γουστάρω να σε χαιρετήσω σήμερα οπότε κοιτάω το κενό πίνοντας απολαυστικά το φτεντοεσπρεσάκι μου, σαν τον σύγχρονο «Σκεπτόμενο» του Τσαρούχη και να λέει: «Όσους κύκλους και να κάνεις μαλάκα οδηγέ, εδώ πάρκινγκ δεν πρόκειται να βρείς».

Όχι να το παινευτώ αλλά θα ήταν γελοιογραφία πολλαπλής χρήσης. Χρήσης κυκλοφοριακής, το πλέον βασικό. Χρήσης υποσυνείδητης προσταγής, μάλλον αποτροπής σε δεύτερη ανάγνωση. Και το ουσιαστικότερο για τους επισκέπτες της πόλης, ζωντανής ιστορικής γνώσης της μίας και μοναδικής χρηστικής αξίας του δρόμου για τον ντόπιο πληθυσμό.

Στην ίδια λογική, στο Μεγάλο Δρόμο, τη νέα πια πασαρέλα της πόλης, αφού η παλιά χαζεύει εδώ και χρόνια τα κυπαρίσσια ανάποδα, μια κρεμάμενη γελοιογραφικώς τηλεόραση, που δείχνει μια σιτεμένη κυρία να μιλάει μέσα σε τηλεπαράθυρο, ντυμένη σαν τις κουτσομπόλες θεούσες του Ναυπλίου που έχει κάθε γειτονιά του, για να μην πω κάθε πολυκατοικία του, για να νιώθουν σίγουροι οι ένοικοί της πως υπάρχει τουλάχιστον κάποιος που ασχολείται με την ζωή τους. Στο απέναντι τηλεπαράθυρο υπάρχει ένας καθρέφτης στη θέση του κεντρικού παρουσιαστή, έτσι για τον σουρρεαλιστικό συμβολισμό του πράγματος, την ώρα που η κουτσομπόλα κυρία παραθέτει τις νέες τάσεις της μόδας άγνωστων βλαχοσελέμπριτις ενώ παράλληλα αποκαλύπτει με ποιόν γνωστό μεγαλοδικηγόρο συνευρέθηκε σε γνωστή καφετέρια της πόλης, η Σούλα η κομμώτρια που τα είχε προ μηνός με τον Αποστόλη τον μεσίτη. Γελοιογραφία θα λέγαμε διδακτική για όλους όσους θεωρούν πως θα περάσουν από το Μεγάλο Δρόμο απαρατήρητοι και για όσους περισσότερους προσπαθούν απεγνωσμένα να υπάρξουν.

Στην είσοδο της πλατείας Συντάγματος θα κρέμεται ένας κλόουν που θα μας καλωσορίζει στη μοναδική πλέον ανοιχτή παιδική χαρά της πόλης ενώ στα σύνορα των καφετεριών, εκεί ακριβώς που τοποθετούν τα ξύλινα μενού τους, θα στέκεται από ψηλά μια γεροντόκορη, με πολλές κρεατοελιές, ντεμοντέ ρούχα και στριφνά μάτια και θα λέει κουνώντας το δάχτυλο: «Ως εδώ μαλακισμένα!» Γιατί και τα παιδιά θέλουν το σκιάχτρο τους για να χαρούν. Σας μιλώ εκ πείρας.

Στην αρχή των σκαλιών του Παλαμηδιού θα ήταν πολύ εποικοδομητικό ένα σκίτσο ενός τυπάκου σπασίκλα, ξερόλα, σαν αυτούς τους άχρηστους που ζουν στη πόλη διαδίδοντας μόνο δώθε-κείθε την παντογνωσία τους για κάθε επιστητό, με γυαλάκια προφανώς και αντιπαθητικό ύφος έτοιμο να σε διορθώσει σε κάθε σου λάθος, γκρινιάρης κι υπερόπτης που θα λέει την απλή φράση : «Δεν είναι 999».

Εννοείται πως στους διάσπαρτους γαμηστρώνες της πόλης, Ακροναυπλία, Αρβανιτιά, Καρνάγιο, Παλαμήδι και όλα τα σχετικά θα βάζαμε, όπου τουλάχιστον ήταν δυνατόν, γελοιογραφίες με κοινωνικά μηνύματα περί ερωτικής προφύλαξης, σεβασμού στην απόλαυση του διπλανού αυτοκινήτου και φυσικά του ματάκια που τους παρακολουθεί έτσι κι αλλιώς όλους. Δύο αυτοκίνητα το ένα δίπλα στο άλλο, με ανοιχτά παράθυρα, ερωτικές φωλίτσες ελαφρώς στριμωχτού πάθους ελέω έλλειψης σπιτιού, που στο ένα θα φωνάζει ο άντρας «τι σου κάνω μάνα μου» και θα απαντάει η γυναίκα του διπλανού αυτοκινήτου «όλα μου τα κάνεις τίγρη μου». Και ενώ οι σύντροφοι των δύο λαλιστάτων ερωτοπαθών θα δείχνουν σαστισμένοι από το μπέρδεμα, ακριβώς στη μέση των δύο οχημάτων θα βρίσκεται σκυφτός ένας ματάκιας με μαύρα γυαλιά, τα μαύρα γυαλιά θα μπουν ως έμφαση της ιδιότητάς του, ως κλισέ, και ατάραχος και απαθής θα τους απαντά : « Μη χαλιέστε. Συνεχίστε. Συμβαίνει συχνά. Μην ξεχάσετε την προφύλαξη μόνο»

Στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, τις εισόδους και τις εξόδους της, μια τεράστια γελοιογραφία, κρεμάμενη σαν πανό τύπου «κάτω τα χέρια από το στρατόπεδο» με ζωγραφισμένο το μπλόκο της τροχαίας να έχει σταματήσει ένα κάμπριο αγροτικό και ένα παπάκι με διπλάσια εξάτμιση από το μέγεθός του κι ο αστυνομικός, χοντρός και καράφλας, με ένα ελληνικότατο πιτόγυρο στο ένα χέρι και το μπλοκάκι των κλήσεων στο άλλο να λέει στους δύο κάγκουρες οδηγούς : « Λυπάμαι πολύ, ξεπεράσατε και οι δυό τα 120 ντεσιμπέλ Παντελίδη, θα φάτε πρόστιμο»

Στα σημεία του πράσινου της πόλης, στον κόμβο της ΔΕΗ, στο πάρκο αλλά και σε άλλα μικρότερα παρτεράκια, ένας σκύλος όρθιος, καφετής, σαν τον Σκούμπιντου, και κυρίως οικολόγος, με το βιβλιαράκι της WWF στα χέρια, σε στάση όρθιου κατουρήματος και με ύφος ξαλάφρωσης να κοιτάει τον θεατή ηδονικά κι από πάνω του μια λεζάντα για τίτλο :  «Περιμένοντας τις δημόσιες τουαλέτες»

Και τέλος, σε όλες τις πολυσύχναστες θέσεις πάρκινγκ του Ναυπλίου, εκεί που γίνεται σκοτωμός και δεν ξεχωρίζεις στη συμπεριφορά Τσιμεντόβλαχο Αθηναίο από Μπουρτζόβλαχο ντόπιο, εκεί που πέφτουν οι κόρνες, τα βρισίδια και τα στριμωξίδια, κρεμάμενες γελοιογραφίες όρθιων αυτοκινήτων, προσωποποιημένων, που τοποθετούν με τα μικρά τους χεράκια και γεμάτα ειρωνικό χαμόγελο, σε στίβες, σε σειρά και σε απόλυτη τάξη, τον έναν πάνω και δίπλα στον άλλον, αγέλαστους ανθρώπους.

Πολιτική γελοιογραφία νομίζω δεν χρειάζεται προς το παρόν. Οι αντιπρόσωποι άλλωστε όλων των εξουσιών, δόξα τον Θεό, ασκούν την τέχνη θαυμάσια.





Αφιερωμένο στην καλή μου φίλη Βάλια Ρεντούλη

Κείμενο : Mario Vagman
Εικόνα : «O Σκεπτόμενος» του Τσαρούχη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου