"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Εμαχαιρώθη φιλήσυχο ίματζ, ημέρα Τετάρτη, ογδόη απογευματινή

Μαχαιρώθηκε αυτόχθων ιθαγενής, νεαράς ηλικίας από έτερο αυτόχθονα ιθαγενή νεαράς ηλικίας επίσης και σούσουρο μεγάλο απλώθηκε στο Ναύπλιο και τα πέριξ αυτού. Το θύμα δέχτηκε επίθεση μέσα στους δρόμους της πλακόστρωτης τουριστικής μας νιρβάνας, ημέρα Τετάρτη και ώρα κρισιμοτάτη για την φιλήσυχη ζωή της πόλης, περί την ογδόη απογευματινή.

Ο θύτης τράπηκε άμεσα σε φυγή μπροστά στο πανικοβλημένο πλήθος και το θύμα διεκομίσθη με σοβαρά τραύματα για νοσηλεία.

Η είδηση κυκλοφόρησε με την φυσιολογική ναυπλιώτικη ταχύτητα του φωτός διανθισμένη με τρομοκρατημένα σχόλια τύπου «Σικάγο γίναμε, Τέξας καταντήσαμε, σε λίγο καιρό δεν θα μπορείς να κυκλοφορήσεις πουθενά» και άλλα σχετικά και παροιμοιώδη. Με την ίδια ταχύτητα κυκλοφορήσε πως οι δύο νεαροί ήταν γνωστά φαντάσματα της πόλης, ήτοι τοξικομανείς, οπότε ξημέρωσε και όλα καλά.

Τα φαντάσματα, διαρκώς αυξανόμενα, συνεχίζουν να βολτάρουν αναζητώντας ψιλά για την δόση τους και το εν λόγω περιστατικό πήρε διαστάσεις καλτ παραφιλολογίας και κοινωνικού σχολιασμού με βασικό επίκεντρο αναζήτησης την αιτία του καυγά και το μέρος που κρύβεται ο φυγάς. Ως είθισται, όλοι γνωρίζουν και όλοι έχουν να προσθέσουν τη μαλακία τους την ώρα που τα φαντάσματα, διαρκώς αυξανόμενα, συνεχίζουν να βολτάρουν, αναζητώντας ψιλά για την δόση τους.

Οι πιο σοβαροί της ναυπλιώτικης φυλής κατηγορούν την Αστυνομία για έλλειψη αποτελεσματικής καταστολής που πλήττει το ίματζ της πόλης και την τακτοποιημένη ζωή των κατοίκων ενώ άλλοι ακόμα πιο σκληροπυρηνικοί κατηγορούν τα γνωστά αλλοδαπά κέντα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Λύσεις πραγματικά καινοτόμες, πρωτοπόρες και αποτελεσματικές όπου και αν εφαρμόστηκαν, από το Μεσαιώνα μέχρι την νεολιθική εποχή που ξεκίνησε και η χρήση ναρκωτικών ουσιών. Λύσεις από βαθυστόχαστα πνεύματα της πόλης.

Καθότι η σκληρή καταστολή θα διώξει μια και καλή τους ναυπλιώτες χρήστες από τις γειτονιές μας, θα τους στείλει ομαδικώς στην πρωτεύουσα να ζητιανεύουν θάνατο και έτσι δεν θα τους έχουμε μέσα στα πόδια μας να ντροπιάζουν την αειφόρο μας ανάπτυξη. Η δε αντιμετώπιση της αλλοδαπής μαφίας θα επιφέρει την αντικατάστασή της με μια άλλη μαφία, ίσως εγχώρια, ντόπια και όσο να πεις πιο ανθρώπινη. Τα παιδιά μας δεν θα σφάζονται πια στο δρόμο για μια χούφτα γραμμάρια αλλά θα πεθαίνουν ησύχως εντός των οικιών τους.

Λύσεις λοιπόν ακούραστες και στοχευμένες. Χωρίς να ξοδεύουμε περιττά κονδύλια ΕΣΠΑ για ενημερώσεις και προλήψεις των νέων ανθρώπων. Κονδύλια που τόσο πολύ χρειαζόμαστε για άλλα έργα, πολύ σημαντικότερα, έργα βασικών υποδομών της πολιτείας μας. Χωρίς να δημιουργούμε κέντρα απεξάρτησης, αποκατάστασης, κοινωνικής ένταξης και συμπαράστασης στις γειτονιές μας που θα γεμίζουν έτσι από ανεπιθύμητους τοξικομανείς. Προτιμούμε να τους βλέπουμε ανάμεσά μας, να αυξάνονται και να συνεχίζουν να βολτάρουν, αναζητώντας ψιλά για την δόση τους, μέχρι βέβαια να οργανώσουμε το πολυμήχανο σχέδιο απομάκρυνσής τους. Και φυσικά δεν πρόκειται να αναρωτηθούμε ποτέ ως μικρή, γραφική και φιλήσυχη κοινωνία, αν η δική μας συμπεριφορά κι αδιαφορία οδήγησε αυτά τα παιδιά στην καταστροφή και αν συνεχίζει να τα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια.

Γιατί σήμερα ξημέρωσε μια άλλη μέρα. Ο Ναυπλιώτης σηκώθηκε από τις πρώτες πρωινές ώρες, συγύρισε το σπιτικό του, σκέφτηκε για λίγο τα οικονομικά του, έφτιαξε το καφεδάκι του και βγήκε στο μπαλκόνι ή την αυλή του για να ξεσκάσει. Και μ' ένα μαεστρικό τσουπ, άρπαξε την σκούπα και έδιωξε όλη τη χθεσινή σκόνη, μακριά κι απόμακρα από την πολύτιμη περιουσία του. Σωστός νοικοκυραίος.



Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Η καλύτερη βδομάδα του φετινού καλοκαιριού

Ήταν βράδυ Παρασκευής της 26ης Ιουνίου του σωτήριου έτους 2015. Όλα κυλούσαν ησύχως και γραφικώς στη μικρή επαρχιακή και πάλαι ποτέ ένδοξη πόλη των Βαλκανίων, το ρομαντικό Ναύπλιο.

Τα κλαμπέλια είχαν αρχίσει να βαράνε τα καλοκαιρινά τους κουδούνια, τ' αυτοκίνητα γέμιζαν τα μισοάδεια μας μυαλά, οι καφέδες τσίτωναν την νευρική μας ανεπάρκεια, η θάλασσα γαλήνευε τα μικροαστικά μας σύνδρομα, τα ημίγυμνα σώματα κάλυπταν τα γυμνά αισθήματα και τα βλέμματα αποκάλυπταν την κενή τους περιέργεια. Ένα καλοκαιρινό βράδυ Παρασκευής, σαν όλα τα προηγούμενα.

Μέχρι που αίφνης, ο κυβερνήτης Αλέξανδρος ο Μνημονιοφάγος (λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα) αποφασίζει να εμφανιστεί στους τηλεοπτικούς μας δέκτες και να ανακοινώσει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, καλώντας μας να αποκηρύξουμε τις κακές βουλές των δυτικών ιδιοκτητών μας.

Και τότε, το ιστορικό ασυνείδητο της πρώτης πρωτεύουσας του βαυαρικού παρακράτους ξυπνά από το λήθαργο και ο αυτόχθων ιθαγενής αποκωδικοποιεί το μήνυμα του κυβερνήτη του, όπως πραγματικά ήταν. Γιατί το μήνυμα ήταν σαφές και δεν χωρούσε αμφισβήτησης: «Έχετε δύο μόνο μέρες μέχρι τη Δευτέρα, για να βγάλετε από την τράπεζα, όσα χρήματα προλαβαίνετε. Μετά θα κάνω έλεγχο κεφαλαίων γιατί είστε μαλάκες και θα πάτε να τραβήξετε όλα σας τα λεφτά», υποννόησε ο κυβερνήτης και μας έκλεισε το μάτι σοσιαλιστικά.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, πιστοί ακόλουθοι της εκάστοτε εξουσίας, στήθηκαν μπροστά στους ναούς του χρήματος . Η πλάκα ήταν πως οι πρώτοι νυχτερινοί επισκέπτες των τραπεζών είχαν στα μάτια τους αυτό το αίσθημα συνομωσίας και την αίσθηση πως μόνο αυτοί και κανένας άλλος δεν θα σκεφτεί τόσο γρήγορα να δράσει. Είχαν και την ψευδαίσθηση πως τους έκρυβε το σκοτάδι και με χαμηλομένο προφίλ έβλεπες μια μικρή και ανεξήγητη ενοχή στο πρόσωπο. Σαν να τους πέρναγε από το μυαλό πως οι άλλοι, οι μη περιμένοντες στην ουρά, αυτοί που θα δεχτούν συλλογικά τη μοίρα και τα δεινά τους, θα τους θεωρούσαν προδότες. Μόλις όμως οι ουρές μεγάλωσαν, κατάλαβαν προς μεγάλη τους έκπληξη πως όλοι μας τελικά στο ίδιο κουτοπόνηρο καζάνι βράζουμε.

Οι ουρές συνεχίστηκαν αμείωτες και κάτω από το καλοκαιρινό φως του Σαββάτου. Μεταφέρθηκαν δε και στα βομβαρδισμένα σούπερ μάρκετ της πόλης, ο τζίρος των οποίων μέχρι σήμερα δεν έχει υπόπτως μετρηθεί. Και έτσι φτάνουμε στη Δευτέρα. Είναι η στιγμή που το λαικό αίσθημα προνοητικότητας δικαιώνεται. Κηρύχθηκε και επίσημα έλεγχος κεφαλαίων. Capital controls για να μιλήσουμε την γλώσσα της οικονομίας. Αληθινός και ριζοσπαστικός σοσιαλισμός. Πλούσιοι και φτωχοί μπορούσαν να βγάλουν μέχρι 60 ευρώ. Οι πάμπτωχοι πάντως, εξακολουθούσαν να μην μπορούν να βγάλουν τίποτα. Τότε ξεκίνησε και η πιο συναρπαστική εβδομάδα του καλοκαιριού.

Γιατί τα Capital Controls μας έφεραν πιο κοντά σύντροφοι καταναλωτές. Μπορεί να είχαμε να μιλήσουμε χρόνια με το γείτονα, μπορεί να είχαμε κόψει τις πολλές καλημέρες αναμετάξυ μας, μπορεί τα πρωτοπρωτευουσιάνικα γονίδια να μας είχαν κάνει κατιτίς σνομπ και αντιπαθείς παραπάνω αλλά ένεκα της μεγάλης ουράς και της πολλής ώρας αναμονής για τον άρτον ημών τον επιούσιον, το χρήμα δηλαδή, την κουβεντούλα μας την ανοίγαμε. Όχι μόνο την ανοίγαμε αλλά δίναμε και ραντεβού την επόμενη μέρα για να βρεθεί η ίδια παρέα ξανά, στο ίδιο σημείο, και να την συνεχίσει. Οι αυτόχθονες ιθαγενείς που διάλεγαν απομονωμένα μηχανήματα ανάληψης μετρητών για γρήγορη εξυπηρέτηση, αυτοί οι ατιμούτσικοι πονηρούληδες, έχασαν πραγματικά κορυφαίες στιγμές κοινωνικής συνεύρεσης που δύσκολα θα ξανασυνταντήσει ο τόπος. Ατάκες, λόγια σοφά, λόγια χαζά, πορίσματα, επιστημονικές έρευνες, χαοτικές σκέψεις, προβλέψεις, κριτικές για τα πάντα, μύθοι και παλιές ιστορίες, ειδήσεις, αναλύσεις επί αναλύσεων, συνομωσίες, όλων των ειδών τα φρούτα της λαικής συνείδησης πέρασαν και συνομίλησαν μέσα από τις ουρές των τραπεζών εκείνες τις μέρες.

Ενδιαφέρον όμως είχε και όταν η ουρά ήταν ξενέρωτη, απαθής, κρύα και αθηνομιμούμενη. Τσιμεντοβλαχούσα και ανιαρή. Τότε ο Ναυπλιεύς για να περάσει την ώρα του, χάζευε ως συνήθως τον γύρω κόσμο, ο οποίος όλως περιέργως ήταν πάντα περισσότερος από τον κόσμο της ουράς. Όσο μεγάλη και να ήταν η ουρά, γύρω της κινούνταν ένα αδιάφορο πλήθος πάντα πολλαπλάσιο. Αυτό προκαλούσε βαθιές απορίες στο Ναυπλιέα. Τον έβαζε σε ερωτήματα που του έτρωγαν το πανούργο του μυαλό. Απορούσε ο χριστιανός μήπως εδώ στεκόνται οι μόνοι μαλάκες που αφήσαν τα λεφτά τους στην Τράπεζα. Μήπως όλοι οι άλλοι το ήξεραν εδώ και μήνες και τους άφησαν ανενημέρωτους. Φοβόταν μήπως μόνο αυτός δεν έχει χρήματα και οι πάντες έχουν κάνει τις καβάντζες τους. Μήπως είναι το κορόιδο της ιστορίας. Το πρόσωπό του εκεί χλώμιαζε. Κοιτούσε με απορία θλιμμένη το κενό ή το πεζοδρόμιο. Έπειτα, αφού πέρναγε κάμποση ώρα, χαλάρωνε και άφηνε μια σκέψη θετική να περάσει από το πολυμήχανο και πάντα έτοιμο για δικαιολογίες κεφάλι του και να του προσφέρει με αυτόν τον τρόπο ένα μικρό και ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη. Έναν τόνο γλυκιάς αισιοδοξίας στην χαομένη του ύπαρξη. Μήπως μόνο εμείς έχουμε λεφτά σε αυτήν την πόλη; Σκεφτόταν. Μήπως είμαστε οι μόνοι τυχεροί; Λες να είμαστε τόσο γαμάτοι; Στο τέλος το πίστευε. Να 'σαι καλά Παναγίτσα μου μονολογούσε.

Και έτσι κεφάτος πια, με μια ζεστή παρηγορία στο νου και την καρδιά, περίμενε υπομονετικά τη σειρά του.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Ο χειμώνας που θα μας βρει ξεβράκωτους

Σεπτέμβρης. Κι ενώ η ηλιόλουστη ραστώνη συνεχίζει να γεμίζει το τουριστικό μας πορτοφόλι και να μεγαλώνει την ψευδαίσθηση πως βρισκόμαστε ακόμα σε μια πόλη ζωντανή, ο Σεπτέμβρης, ως τραύμα των σχολικών καιρών, δίνει το σύνθημα του τέλους ενός ακόμα καλοκαιριού.

Καλοκαίρι λίγο και μικρό, ένεκα που αναλώθηκε το μισό μέσα στην ονειροπαγίδα μιας κάποιας ελάχιστης εθνικής δικαιοσύνης. Ματαίως και οδυνηρώς όμως, θα οδηγηθούμε στο χειμώνα αυτό γυμνοί, μάλλον ξεβράκωτοι, με μισό καλοκαίρι στις πλάτες μας, με μισή ενέργεια και τον μισό μας ήλιο ως ενέχυρο σε κάποιον αναπτυξιακό γερμανικό όμιλο.

Κι αντί να μας αφήσουν επιτέλους ήσυχους οι Αθηναίοι αρχόντοι μας, να χαρούμε την τελευταία μας ζέστη, να πνίξουμε τον πόνο μας μέσα σε ένα αφρώδες φραπόγαλο, να επιδοθούμε σ' έναν ξέγνοιαστο κοινωνικό σχολιασμό ήτοι κουτσομπολιό, να τσακωθούμε αρμονικά με τους γειτόνους και συγγενείς μας, να κάνουμε τα τελευταία μας πλίτσι-πλίτσι στη θάλασσα, να αποβλακωθούμε στις οθόνες μας, μας φωνάζουν τώρα ξανά, μας σηκώνουν από τις βρεγμένες μας ξαπλώστρες και τους καλά βουλιαγμένους μας καναπέδες, για να διαλέξουμε λέει τον πιο ικανό διαπραγματευτή των αλυσίδων μας.

Τουλάχιστον η ψυχοσύνθεση του Ναυπλίου, για πρώτη φορά, ταιριάζει γάντι με το νόημα αυτών των εκλογών. Αδράνεια κι απάθεια, μούχλα και σπαρίλα εις το τετράγωνο. Αφού ακούγεται πως φέτος στην πόλη, οι προεκλογικές συγκεντρώσεις και ομιλίες όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων θα γίνουν την ίδια μέρα και στο ίδιο μέρος. Όλοι μαζί εκατό άτομα τα μαζεύουν δεν τα μαζεύουν. Πες, να είναι πενήντα όλοι οι βιζματωμένοι ή υποσχόμενα τακτοποιημένοι και δουλικώς ακόλουθοι. Άλλοι πενήντα να είναι οι πτωχοί τω πνεύματι-δυστυχούντες συμπολίτες μας που ακόμα ελπίζουν. Πες και άλλοι πενήντα κουτσομπόληδες της πόλης που όπου δουν πλήθος, αράζουν για να περάσει η ώρα τους, εκατόν πενήντα. Βαριά-βαριά διακόσιοι σου λέω. Μια χαρούλα την βγάζουν τη μία και μοναδική προεκλογική τους φιέστα. Ένα Εργατικό Κέντρο, ένα Βουλευτικό, τους χωράει άνετα όλους και περισσεύει και χώρος μπόλικος και για άλλους αναξιοπαθούντες . Αν μερακλώσουν κιόλας επειδή θα δούν πως είναι τόσοι πολλοί, ας νοικιάσουν και την παραλία Ναυπλίου, τώρα που βγήκε στο σφυρί. Ας πάρουν τον τιμοκατάλογο ενοικίασης από το Λιμενικό Ταμείο και αν τους συμφέρει, γιατί όχι; Γάμος και βαφτίσι ένα πεντακοσάρικο κοστίζει και κρατάει μέχρι πρωίας. Αυτοί όλοι, δυό-τρείς ωρίτσες θα μιλήσουν, τα ίδια και τα ίδια θα λένε χρησιμοποιώντας συνώνυμες λέξεις για να μην τους καταλαβαίνουν οι πτωχοί τω πνεύματι, έπειτα χειροκρότημα, ένα ξενέρωτο σύνθημα και τέλος. Ούτε διακόσια ευρώ δεν το κόβω να κάνει το όλο σόου. Και θα προσφέρουν επιτέλους και κάτι στο δημοτικό ταμείο. Έστω ένα μικρό αντίτιμο για την ανούσια ύπαρξή τους. Και θα χαρούν και τα παιδάκια απέναντι στις κούνιες που θα έχουν γύρω τους τόσους πολλούς κλόουνς.

Μόνο ένα πράγμα μην ξεχάσουμε να ρωτήσουμε τους κολαούζους των κομμάτων σ' αυτές τις εκλογές. Αυτό το έρμο το τριώροφο κτίριο στο Μεγάλο Δρόμο που ξαναμπήκε στο ΤΑΙΠΕΔ, τι θα το κάνουμε; Γιατί είχε έρθει ο Αλέξης το Γενάρη στ' Ανάπλι και μας είχε πει πως θα το καταργήσει το ΤΑΙΠΕΔ. Μετά βγήκε ο Αλέξης και μείς είπαμε «άραξε τώρα, άστο να αραχνιάσει το κτιριάκι και όταν είναι να το ξαναπουλήσουν, βλέπουμε». Αλλά το ΤΑΙΠΕΔ τελικά δεν καταργήθηκε και το τριώροφο ξαναμπήκε για πώληση, συγνώμη αξιοποίηση, αλλά όλο αυτό έγινε τόσο γρήγορα που και μείς τώρα δεν ξέρουμε τι να το κάνουμε. Μπες, βγες, μπερδευτήκαμε.

Προτείνω να το κάνουμε καφετέρια ή παγωτατζίδικο ή γιαουρτάδικο ή κατάστημα καλλυντικών. Ή όλα μαζί μιας και είναι τριώροφο. Εννοώ να πιέσουμε τους από πάνω, τους δικούς μας, αυτούς που θα κανονίσουν το ντίλ, προς μια τέτοια αναπτυξιακή κατεύθυνση. Να πιέσουμε συλλογικά και κοινωνικά με όποιον γνωστό έχει ο καθένας. Υπουργό, υφυπουργό, πρόεδρο, βουλευτή, δήμαρχο, εκδότη, δημοσιογράφο, με όποιον. Με όποιον μπορεί να γίνει η δουλειά, καλός είναι. Άμα λάχει, τον κάνουμε και επίτιμο. Νομίζω πως αξίζει τον κόπο. Πρόκειται για επένδυση που λείπει από την πολιτισμική φυσιογνωμία της πόλης και θα της έδινε πραγματικά φτερά προς τον πολυπόθητο μνημονιακό απεγκλωβισμό που θα έρθει στους αιώνες των αιώνων.

Αμήν Παναγίτσα μου.