"μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο" Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Η καλύτερη βδομάδα του φετινού καλοκαιριού

Ήταν βράδυ Παρασκευής της 26ης Ιουνίου του σωτήριου έτους 2015. Όλα κυλούσαν ησύχως και γραφικώς στη μικρή επαρχιακή και πάλαι ποτέ ένδοξη πόλη των Βαλκανίων, το ρομαντικό Ναύπλιο.

Τα κλαμπέλια είχαν αρχίσει να βαράνε τα καλοκαιρινά τους κουδούνια, τ' αυτοκίνητα γέμιζαν τα μισοάδεια μας μυαλά, οι καφέδες τσίτωναν την νευρική μας ανεπάρκεια, η θάλασσα γαλήνευε τα μικροαστικά μας σύνδρομα, τα ημίγυμνα σώματα κάλυπταν τα γυμνά αισθήματα και τα βλέμματα αποκάλυπταν την κενή τους περιέργεια. Ένα καλοκαιρινό βράδυ Παρασκευής, σαν όλα τα προηγούμενα.

Μέχρι που αίφνης, ο κυβερνήτης Αλέξανδρος ο Μνημονιοφάγος (λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα) αποφασίζει να εμφανιστεί στους τηλεοπτικούς μας δέκτες και να ανακοινώσει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, καλώντας μας να αποκηρύξουμε τις κακές βουλές των δυτικών ιδιοκτητών μας.

Και τότε, το ιστορικό ασυνείδητο της πρώτης πρωτεύουσας του βαυαρικού παρακράτους ξυπνά από το λήθαργο και ο αυτόχθων ιθαγενής αποκωδικοποιεί το μήνυμα του κυβερνήτη του, όπως πραγματικά ήταν. Γιατί το μήνυμα ήταν σαφές και δεν χωρούσε αμφισβήτησης: «Έχετε δύο μόνο μέρες μέχρι τη Δευτέρα, για να βγάλετε από την τράπεζα, όσα χρήματα προλαβαίνετε. Μετά θα κάνω έλεγχο κεφαλαίων γιατί είστε μαλάκες και θα πάτε να τραβήξετε όλα σας τα λεφτά», υποννόησε ο κυβερνήτης και μας έκλεισε το μάτι σοσιαλιστικά.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, πιστοί ακόλουθοι της εκάστοτε εξουσίας, στήθηκαν μπροστά στους ναούς του χρήματος . Η πλάκα ήταν πως οι πρώτοι νυχτερινοί επισκέπτες των τραπεζών είχαν στα μάτια τους αυτό το αίσθημα συνομωσίας και την αίσθηση πως μόνο αυτοί και κανένας άλλος δεν θα σκεφτεί τόσο γρήγορα να δράσει. Είχαν και την ψευδαίσθηση πως τους έκρυβε το σκοτάδι και με χαμηλομένο προφίλ έβλεπες μια μικρή και ανεξήγητη ενοχή στο πρόσωπο. Σαν να τους πέρναγε από το μυαλό πως οι άλλοι, οι μη περιμένοντες στην ουρά, αυτοί που θα δεχτούν συλλογικά τη μοίρα και τα δεινά τους, θα τους θεωρούσαν προδότες. Μόλις όμως οι ουρές μεγάλωσαν, κατάλαβαν προς μεγάλη τους έκπληξη πως όλοι μας τελικά στο ίδιο κουτοπόνηρο καζάνι βράζουμε.

Οι ουρές συνεχίστηκαν αμείωτες και κάτω από το καλοκαιρινό φως του Σαββάτου. Μεταφέρθηκαν δε και στα βομβαρδισμένα σούπερ μάρκετ της πόλης, ο τζίρος των οποίων μέχρι σήμερα δεν έχει υπόπτως μετρηθεί. Και έτσι φτάνουμε στη Δευτέρα. Είναι η στιγμή που το λαικό αίσθημα προνοητικότητας δικαιώνεται. Κηρύχθηκε και επίσημα έλεγχος κεφαλαίων. Capital controls για να μιλήσουμε την γλώσσα της οικονομίας. Αληθινός και ριζοσπαστικός σοσιαλισμός. Πλούσιοι και φτωχοί μπορούσαν να βγάλουν μέχρι 60 ευρώ. Οι πάμπτωχοι πάντως, εξακολουθούσαν να μην μπορούν να βγάλουν τίποτα. Τότε ξεκίνησε και η πιο συναρπαστική εβδομάδα του καλοκαιριού.

Γιατί τα Capital Controls μας έφεραν πιο κοντά σύντροφοι καταναλωτές. Μπορεί να είχαμε να μιλήσουμε χρόνια με το γείτονα, μπορεί να είχαμε κόψει τις πολλές καλημέρες αναμετάξυ μας, μπορεί τα πρωτοπρωτευουσιάνικα γονίδια να μας είχαν κάνει κατιτίς σνομπ και αντιπαθείς παραπάνω αλλά ένεκα της μεγάλης ουράς και της πολλής ώρας αναμονής για τον άρτον ημών τον επιούσιον, το χρήμα δηλαδή, την κουβεντούλα μας την ανοίγαμε. Όχι μόνο την ανοίγαμε αλλά δίναμε και ραντεβού την επόμενη μέρα για να βρεθεί η ίδια παρέα ξανά, στο ίδιο σημείο, και να την συνεχίσει. Οι αυτόχθονες ιθαγενείς που διάλεγαν απομονωμένα μηχανήματα ανάληψης μετρητών για γρήγορη εξυπηρέτηση, αυτοί οι ατιμούτσικοι πονηρούληδες, έχασαν πραγματικά κορυφαίες στιγμές κοινωνικής συνεύρεσης που δύσκολα θα ξανασυνταντήσει ο τόπος. Ατάκες, λόγια σοφά, λόγια χαζά, πορίσματα, επιστημονικές έρευνες, χαοτικές σκέψεις, προβλέψεις, κριτικές για τα πάντα, μύθοι και παλιές ιστορίες, ειδήσεις, αναλύσεις επί αναλύσεων, συνομωσίες, όλων των ειδών τα φρούτα της λαικής συνείδησης πέρασαν και συνομίλησαν μέσα από τις ουρές των τραπεζών εκείνες τις μέρες.

Ενδιαφέρον όμως είχε και όταν η ουρά ήταν ξενέρωτη, απαθής, κρύα και αθηνομιμούμενη. Τσιμεντοβλαχούσα και ανιαρή. Τότε ο Ναυπλιεύς για να περάσει την ώρα του, χάζευε ως συνήθως τον γύρω κόσμο, ο οποίος όλως περιέργως ήταν πάντα περισσότερος από τον κόσμο της ουράς. Όσο μεγάλη και να ήταν η ουρά, γύρω της κινούνταν ένα αδιάφορο πλήθος πάντα πολλαπλάσιο. Αυτό προκαλούσε βαθιές απορίες στο Ναυπλιέα. Τον έβαζε σε ερωτήματα που του έτρωγαν το πανούργο του μυαλό. Απορούσε ο χριστιανός μήπως εδώ στεκόνται οι μόνοι μαλάκες που αφήσαν τα λεφτά τους στην Τράπεζα. Μήπως όλοι οι άλλοι το ήξεραν εδώ και μήνες και τους άφησαν ανενημέρωτους. Φοβόταν μήπως μόνο αυτός δεν έχει χρήματα και οι πάντες έχουν κάνει τις καβάντζες τους. Μήπως είναι το κορόιδο της ιστορίας. Το πρόσωπό του εκεί χλώμιαζε. Κοιτούσε με απορία θλιμμένη το κενό ή το πεζοδρόμιο. Έπειτα, αφού πέρναγε κάμποση ώρα, χαλάρωνε και άφηνε μια σκέψη θετική να περάσει από το πολυμήχανο και πάντα έτοιμο για δικαιολογίες κεφάλι του και να του προσφέρει με αυτόν τον τρόπο ένα μικρό και ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη. Έναν τόνο γλυκιάς αισιοδοξίας στην χαομένη του ύπαρξη. Μήπως μόνο εμείς έχουμε λεφτά σε αυτήν την πόλη; Σκεφτόταν. Μήπως είμαστε οι μόνοι τυχεροί; Λες να είμαστε τόσο γαμάτοι; Στο τέλος το πίστευε. Να 'σαι καλά Παναγίτσα μου μονολογούσε.

Και έτσι κεφάτος πια, με μια ζεστή παρηγορία στο νου και την καρδιά, περίμενε υπομονετικά τη σειρά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου